play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘170 τετραγωνικά / Moonwalk’ στο Θέατρο Iλίσια

today12 Μαΐου, 2023

Φόντο
share close

Η Θήβα (επίσης και Θήβες, στα αρχαία ελληνικά “Θῆβαι”) είναι πόλη της Βοιωτίας, από τις αρχαιότερες του κόσμου και η 3η αρχαιότερη της Ευρώπης, έδρα του Δήμου Θηβαίων. Είναι επίσης η μεγαλύτερη πόλη του Νομού Βοιωτίας. (πηγή Wikipedia).

Για πολλούς, η Θήβα είναι ο τόπος που παράγει πολλά από τα φρέσκα προϊόντα που βρίσκονται στο τραπέζι κάθε μέρα και δεν διαφέρει πολύ από τη μέση πόλη της περιφέρειας, που πήρε τα “πάνω” της την περίοδο της “αλλαγής”, τότε που η ελληνική ύπαιθρος βρέθηκε με χρήματα επιδοτήσεων και ενισχύσεων, που δεν κατέληξαν πάντα στην ενίσχυση της παραγωγής, αλλά ξοδεύτηκαν, εν μέρει, σε μπουζούκια (από τους μερακλήδες) ή σε ντίσκο (από τους πιο “μοντέρνους). Ναι, είχε και τέτοιες “ομορφιές” εκείνη η εποχή και ο αστικός μύθος αναφέρει πως το καμάρι της νεολαίας ήταν η discoteque Moonwalk (προφανείς οι λόγοι της ονοματοδοσίας!).

Στη Θήβα του σήμερα, η Αλεξάνδρα επιστρέφει, μετά από 10 χρόνια “εξορίας” στην Αθήνα, για την κηδεία του πατέρα της και τη συναντάμε, μετά την τελετή, στη σαλοτραπεζαρία του πατρικού της, παρέα με την αδερφή της, Λίλυ, να ξεκαθαρίζουν τα πράγματα που υπάρχουν στο σπίτι, που πλέον έχει περιέλθει στην κυριότητά τους. Η μικρή αδερφή ζει εκεί με τον μέλλοντα σύζυγο και πατέρα του μωρού που περιμένει, Άγγελο, που μέχρι πρότινως δούλευε στην  οικογενειακή επιχείρηση και, λόγω κρίσης έκλεισε, που συγκεντρώνει όλη τη χλεύη της Αλεξάνδρας, γιατί έχει αναλάβει τον ρόλο της νοικοκυράς του σπιτιού. Η μεγάλη αδερφή είναι μονίμως στα όρια και πάντα βρίσκει κάτι πικρόχολο να πει ή να φωνάξει ή να εκδηλώσει πόσο σιχαίνεται αυτό το σπίτι, χωρίς να γνωρίζουμε την αιτία για τη συμπεριφορά της. Η διαρκής της μομφή για τη μικρή της αδερφή είναι ότι έμεινε μέχρι το τέλος κοντά στον πατέρα τους, παραβλέποντας όλη τη συμπεριφορά του τα προηγούμενα χρόνια, που οδήγησε στη διάλυση της οικογένειας και, συμπληρωματικά σε αυτό, έρχεται η αδικαιολόγητη, κατα την ίδια, απόφασή της να θέλει να συνεχίσει να ζει στη Θήβα.

Στην τοξική αυτή συμπεριφορά, η Λίλυ, όντας πιο συγκαταβατική ως χαρακτήρας, δεν απαντά και αποφεύγει τις συγκρούσεις, ενώ ο Άγγελος διαρκώς της υπενθυμίζει πως πρέπει να πει στη αδερφή της αυτό που ήταν η τελευταία επιθυμία του πατέρα της, ώστε να μην έρθει προ τετελεσμένων και αντιδράσει κάπως έντονα. Η Λίλυ αποφασίζει επιτέλους να την ενημερώσει, αλλά τα πλάνα της ανατρέπει η επίσκεψη του Γρηγόρη (ο οποίος έχει μεγαλώσει στην προαναφρόμενη ντίσκο, στην οποία εργαζόταν η μητέρα του – εξού κι η σύνδεση – αναφορά στον τίτλο), που γίνεται σε λάθος χρόνο και λειτουργεί καταλυτικά στις σχέσεις όσων μέχρι στιγμής βρίσκονται στο σπίτι. Η Αλεξάνδρα, ο Άγγελος και η Λίλυ μπαίνουν σε έναν κυκεώνα αποκαλύψεων και θαμμένων μυστικών, με μάρτυρα τον Γρηγόρη, που κάθε του ενέργεια και κουβέντα βγάζει ακόμη περισσότερα κρυμμένα στο προσκήνιο και οδηγεί όλους σε συνθήκες που πρέπει να επαναδιαπραγματευτούν την αλήθεια και να τοποθετήσουν τους ίδιους μέσα στα νέα δεδομένα.

Το έργο του Γιωργή Τσουρή καταπιάνεται με την οικογένεια και τις σχέσεις των μελών της. Οι γονείς, παρότι απόντες, έχουν, με τις ενέργειές τους, αφήσει σημάδια και παρακαταθήκες στα παιδιά τους, που καλούνται να αντιμετωπίσουν, έχοντας την ελάχιστη πληροφορία και υπόθεσεις ως δεδομένα. Τα μυστικά που οι ίδιοι κουβαλούν και οι επιλογές τους, έρχονται να “επιβαρύνουν” τη στάση τους και να κριθούν στην αρένα που μεταβάλλεται το σπίτι που γεννήθηκαν, που κουβαλάει εκ των προτερών αρκετές “αμαρτίες”, όπως προκύπτει από τα λεγόμενά τους (απιστίες, οικογενειακή βία).

Σκηνοθετικά, ο Γιώργος Παλουμπής παίζει με τα decibel και τις εντάσεις των ηρώων, στήνοντας μια παράσταση όπου οι ανατροπές του σεναρίου μεγεθύνονται, όπως ανεβαίνουν οι τόνοι κάθε ήρωα που βγαίνει στο προσκήνιο. Κάποιοι ίσως πιστεύουν ότι όλο αυτό έχει μια δόση υπερβολής, αλλά εγώ δεν το βρήκα καθόλου έτσι* και θα συμφωνήσω μόνο ότι η εισαγωγική σκηνή, πριν την έλευση του Γρηγόρη, θα μπορόυσε να είναι μικρότερη σε διάρκεια και όχι τόσο ράθυμη σε ρυθμό. Συνολικά, ακολουθείται η γραμμή του ρεαλισμού στις απεικονίσεις προσώπων και καταστάσεων, που τον χαρακτηρίζει σε όλες σχεδόν τις δουλειές του μέχρι σήμερα.

Ερμηνευτικά, αυτός που ξεχωρίζει είναι ο Γιωργής Τσουρής, στον ρόλο του Γρηγόρη – ενός νέου άνδρα με μια αθώα προσέγγιση για τη ζωή και τον κόσμο, απόρροια ενός θέματος με τη λειτουργία του εγκεφάλου (παθολογική αιτία), που προσπαθεί να αποκτήσει μια αναγνωρισιμότητα μέσα από τη συμμετοχή του σε ένα talent show και η αναπαράσταση της οντισιόν του είναι ρεσιτάλ κωμικής σκηνής (η αλήθεια είναι πως δεν είναι καθόλου για γέλια οι πραγματικές καταστάσεις σαν αυτή, αλλά εκεί γνωρίζουμε ότι δεν είναι αλήθεια ό,τι βλέπουμε) και η έλευσή του στο σπίτι ξεμπροστιάζει το μεγάλο μυστικό του μακαρίτη (που μάλλον το ήξεραν πολλοί, εκτός από τα παιδιά, συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας τους…), πυροδοτώντας το ντόμινο των εξελίξεων που ακολουθεί. Η Ηβη Νικολαΐδου, ως Αλεξάνδρα, τον ακολουθεί, αποδίδοντας με πειστικότητα τη μεγάλη αδερφή, που, πίσω από την ειρωνεία και την κακή κουβέντα για όλους και για όλα, κρύβει έναν πολύ πληγωμένο άνθρωπο, που δεν αντέχει μια αναπαράσταση του παρελθόντος. Η Λυδία Γιαννουσάκη, ως μικρή αδερφή Λίλυ, ίσως κάποιες φορές ήταν περισσότερο υποτονική και διστακτική απ’ όσο χρειαζόταν, ενώ στο δικό της ξέσπασμα ήταν απόλυτα φυσική και πειστική. Ο Άγγελος του Θανάση Ζερίτη, παρότι ξεκινάει κι αυτός χαλαρά, καταφέρνει σταδιακά να το ισορροπήσει και να κορυφώσει στην τελευταία σκηνή, που οι προσωπικές αποκαλύψεις τον βγάζουν έξω από τη νόρμα του. Τέλος, η Ελένη Τσιμπρικίδου στον ρόλο της κουτσομπόλας γειτόνισσας, έδωσε ανάσες κωμικότητας.

Η παράσταση στο θέατρο Ιλίσσια δικαιολογεί πλήρως, με τη θέασή της, την επιτυχία που έχει τέσσερις σεζόν και τα απανωτά sold out. Προσεγγίζει με ειλικρίνεια και χωρίς κριτική διάθεση το θέμα της και μέσα από την επιλογή να παρουσιάσει χωρίς φίλτρα τους χαρακτήρες και τις καταστάσεις ανθρώπων της διπλανής πόρτας, αλλά με μια υποβόσκουσα τρυφερότητα, καθώς όλοι επί σκηνής είναι θύματα των καταστάσεων που έχουν εμπλακεί, άλλοι εκούσια και άλλοι ως φυσικοί αυτουργοί. Παράλληλα, καταδεικνύει και την αθέατη πλευρά της ελληνικής κοινωνίας, ειδικά στα μέρη με λίγο πληθυσμό, που όλοι έχουν γνώση για ό,τι μπορει να συμβαίνει ή να έχουν ακούσει, αλλά επιλέγουν την τακτική να μην κάνουν τίποτα που θα χαλάσει τη ρουτίνα και θα διαταράξει την “καλή” μαρτυρία… ενώ ψάχνει και συνήθως βρίσκει κάποιους που θα αποτελούν το σημείο αναφοράς για συζήτηση ή χλεύη, αδιαφορώντας για την υποχρέωσή της να σταθει αλληλέγγυα σε αυτά τα άτομα και όχι επιβαρυντικός παράγοντας. Οι ανατροπές της κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον και το τέλος της αφήνει ένα ορθάνοιχτο παράθυρο αισιοδοξίας πως, μετά από τη σύγκρουση και το ξεγύμνωμα των ηρώων, είναι έτοιμοι για να προσπαθήσουν χωρίς τίποτα να τους εμποδίζει να κάνουν “ειρήνη” μεταξύ τους και με τον εαυτό τους, προχωρώντας στο αύριο με καλύτερους όρους από αυτούς που ξεκίνησαν.

*Έχω μεγαλώσει σε μια οικογένεια, που και οι δύο γονείς κατάγονται από μέρη που ο πληθυσμός είναι μικρός αριθμητικά (πόλη-παρέα, όπως λεει χαρακτηριστικά ο πατέρας μου). Δεν μου φάνηκε υπερβολικό τίποτα σε αυτήν την ιστορία, γιατί έχω τη γνώση μιας περίπου αντίστοιχης ιστορίας (ίσως και πιο “άγριας”, αν αναφερθούν όλες οι λεπτομέρειες) στην οικογένεια του μπαμπά μου – ένας άνδρας (ο παππούς μου) βαρύτατα άπιστος, που φερόταν με απίστευτη βία στα παιδιά του, πιστεύοντας ότι έχει κάθε δικαίωμα πάνω τους, σαν να ήταν αντικείμενα, και παράλληλα ζητούσε, καθώς μεγάλωναν, να γνωρίζει την ερωτική τους ζωή, όχι γιατί ήταν περίεργος ή απόλυτα διεστραμμένος, αλλά επειδή ήταν ο βιολογικός πατέρας ουκ ολίγων παιδιών στην πόλη (που μεγάλωναν ως τέκνα κάποιου άλλου εν αγνοία τους – με τη γνώση της μάνας τους και φυσικά τη δική του) για να αποφευχθεί το απευκταίο σενάριο μιας αιμομιξίας. Σε αυτό, συμπληρώστε ότι για δύο χρόνια φιλοξένησε, μετά τον θάνατο του υποτιθέμενου πατέρα τους κάτω από την ίδια στέγη, τα δύο παιδιά που είχε αποκτήσει με μια άλλη γυναικα (μαζί με αυτήν, τα δικά του τρια και φυσικά τη σύζυγό του – γιαγιά μου, που είχε την “υποχρέωση” να τα φροντίζει σαν δικά της – κι αν ήθελε δηλαδή ας έκανε κι αλλιώς…), όταν βρεθήκαν σε δύσκολη θέση και μέχρι να ορθοποδήσουν και να φύγουν από την πόλη, γεγονός που όλοι γνώριζαν και κανένας δεν έκανε τίποτα γι’αυτό. Το χειρότερο όλων όσων έμαθα, πριν μερικά χρόνια, ήταν πως ο παππούς δεν ήταν ο μόνος που είχε μια τέτοια “δραστηριότητα”, αλλά είχε και συνοδοιπόρο, κάποιον που η θέση του δεν του επέτρεπε ούτε να φέρεται έτσι ούτε καν να μπαίνει στη διαδικασία να το σκεφτεί (κι αυτόν τον άνθρωπο, ενώ όλοι γνώριζαν, τον τιμούσαν και τον εκτιμούσαν, “σεβόμενοι” αυτό που εκπροσωπούσε, αρνούμενοι να ζητήσουν κάποιον άλλον στη θέση του, που να ακολουθούσε τουλάχιστον τους στοιχειώδεις κανόνες ηθικής…). Είναι αυτές οι μικρές αληθινές οικογενειακές μου ιστορίες, που μου αποδεικνύουν πως τα έργα που “είναι βγαλμένα από τη ζωή”, αρκετές φορές έχουν φίλτρα για να μη θεωρηθεί πως έχει νοσηρή φαντασία ο δημιουργός τους…

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio