play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε και ακούσαμε τον Marc Almond στο Christmas Theater

today4 Μαΐου, 2023

Φόντο
share close

Ο Marc Almond γεννήθηκε στο Southport, μια παραθαλάσσια πόλη της βόρειας Αγγλίας, το 1957. Υπήρξε πρωτοπόρος της electro pop στη Βρετανία, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν μαζί με τον David Ball σχημάτισαν στο Leeds της Αγγλίας τους Soft Cell. Με πωλήσεις που ξεπέρασαν τα 10.000.000 αντίτυπα για τα 4 studio albums [Non-Stop Erotic Cabaret (1981), Non Stop Ecstatic Dancing (1982), The Art of Falling Apart (1983), This Last Night in Sodom (1984)] που κυκλοφόρησαν, θεωρούνται από τα πλέον επιτυχημένα new wave/pop ντουέτα όλων των εποχών. Ως τραγουδιστής τους, ο Marc Almond έδωσε ένα ανδρόγυνο “χρώμα” στις εμφανίσεις τους, “καμουφλάρoντας” με αυτόν τον τρόπο τις φωνητικές του δυνατότητες, που δεν είναι αντίστοιχου βεληνεκούς άλλων ομοειδών καλλιτεχνών. Δεν είναι κακός ως ερμηνευτής, τουναντίον και γνωρίζει τον τρόπο του πώς να παρουσιάζει ένα τραγούδι κι αυτό να περνάει στην καρδιά του ακροατηρίου. Mετά τη διάλυση της μπάντας, δοκίμασε ένα νέο σχήμα, τους Marc & The Mambas, μέχρι που από το 1987 αποφάσισε να ακολουθήσει solo καριέρα. Η διαδρομή του, όλα αυτά τα χρόνια, δεν έχει σκαμπανεβάσματα και ο ίδιος διατηρεί ένα σταθερό προφίλ, τόσο μουσικά όσο και εμφανισιακά, που τον καθιστά εύκολα αναγνωρίσιμο. Η μελαγχολική και σκεπτόμενή του ποπ έχει πολλούς θαυμαστές παγκοσμίως και δεν είναι ψέμα πως στο δικό του στυλ “πάτησαν” αρκετοί καλλιτέχνες για να διαμορφώσουν τη δική τους περσόνα.  Από τη δισκογραφία του δεν λείπουν και τα πιο “ανεβαστικά” κομμάτια, που όλα σχεδόν είναι διασκευές αγαπημένων του τραγουδιών, που την εποχή που κυκλοφόρησαν δεν τα πολυπρόσεξε το κοινό ή οι νεότεροι αγνοούν παντελώς, στα οποία δίνει το προσωπικό του στίγμα, γι’αυτό και αρκετοί πιστεύουν ότι είναι δικές του δημιουργίες. 

Η δική μου γνωριμία μαζί του (μουσικά πάντα) ήταν λιγάκι επεισοδιακή – εξηγώ το γιατί… καλοκαίρι 1989 και παντού στο νησί ακούγεται η διασκευή του στο “Something’s Gotten Hold of My Heart” σε ντουέτο με τον ερμηνευτή Gene Pitney (που το έκανε επιτυχία το 1967). Οκ, καλό και ωραίο το κομμάτι, αλλά η υπερβολή με έκανε να το σιχαθώ στον απόλυτο βαθμό και μοιραία η μπάλα πήρε και τον συμπαθέστατο Marc! Κάποια χρόνια αργότερα, τo 1991, στο ραδιόφωνο ακούω τις πρώτες νότες από το “Days of Pearly Spencer”, μια ακόμη διασκευή από το 1967, του Ιρλανδού David McWilliams, που στην original εκδοχή του ήταν ενα ψυχεδελικό-baroque pop κομμάτι και στη δική του έκδοση ήταν πολύ ξεσηκωτικό. Αυτή ήταν η αφετηρία για να ψάξω πίσω στον χρόνο να ακούσω τι εστί Soft Cell, πέραν των ραδιοφωνικών hit, και να αντιληφθώ όσο φυσικα μπορούσα γιατί είχε αυτός ο άνθρωπος φανατικό κοινό στη χώρα μας. Για τις επισκέψεις του στα συναυλιακά venues της πόλης, που ήταν πάντα sold out, διάβαζα στον μουσικό τύπο και δεν τολμούσα να πάω, αφού αισθανόμουν ότι δεν είχα αρκετή γνώση για τη δουλειά του συνολικά.

Μετά από ένα σοβαρό ατύχημα που είχε το 2014 και κόντεψε να του στοιχίσει τη ζωή, τραβήχτηκε λίγο από τις περιοδείες και τις εμφανίσεις και έμεινε μόνο στη δισκογραφία – από το φθινόπωρο του 2022, ξαναβγήκε στον δρόμο με την περιοδεία “Chaos and the Hits” και μια εξαιρετική ομάδα συνεργατών – Neal Whitmore (Neal X) στις κιθάρες, Tim Weller (τύμπανα-κρουστα), Martin Watkins (πιάνο-πλήκτρα), Phil Polecat (μπάσο-κοντραμπάσο), Louise Marshall και Bryan Chambers (φωνητικά). Στο ταξίδι του στην Ευρώπη, αποφάσισε να μας ξαναεπισκεφτεί και ιδού πεδίο δόξης λαμπρόν να τον ακούσουμε επιτέλους πρώτη φορά και ζωντανά! Φτάσαμε σχετικά νωρίς στο Γαλάτσι και είχαμε τη βεβαιότητα πως θα είμαστε συγγενείς και φίλοι, και με έκπληξη διαπίστωσα πως σχεδόν όλο το πάρκινγκ ήταν γεμάτο (45 λεπτά πριν την έναρξη, λέμε) και υπήρχε ήδη πολύς κόσμος στον έλεγχο των εισιτηρίων. Στη γεμάτη σχεδόν σάλα μπήκαμε 20:40 – είκοσι λεπτά αργότερα, θα έσβηναν τα φώτα της και στη σκηνή 21:01 θα εμφανιζόταν ο Marc Almond, που θα μας καλησπέριζε-καλωσόριζε με το “I’m the Light” των Blue Cheer, που προτιμά για να ανοίγει τα live του. 

Ευχαριστίες για την προσέλευσή μας και συνέχεια με επιλογές από την προσωπική του δισκογραφία, “Black Sunrise”, “The Stars We Are”,”Bitter Sweet”, “My Hand Over My Heart”, “Under Your Wing” και “Moonbathe Skin” – προλογίζοντας τα τελευταία δύο κομμάτια, ήταν η στιγμή για λίγο βρετανικό χιούμορ, καθώς ευχαρίστησε τη σειρά Stranger Things που λόγω της δημοφιλίας της, έκανε αρκετούς να ψάξουν και να ανακαλύψουν τον ομότιτλο δίσκο του από το 2001, χαρίζοντάς του 20 χρόνια μετά κάποιες αξιόλογες πωλήσεις! Η συνέχεια ήταν πιο ακουστική, με επιλογές όπως “Burn Bright”, “Hollywood Forever”, “Golden Light”, “Child Star” και “Trashy”, που ερμηνεύτηκε μόνο με τη συνοδεία κοντραμπάσου. Όσοι είχαν έρθει για μια ξεσηκωτική βραδιά, παρακολουθούσαν και άκουγαν έναν υπέροχο perfomer, σε επιλογές που δημιουργούσαν ένα κλίμα “ευχάριστης μελαγχολίας”, που δεν τις περιμέναμε σίγουρα, αλλά ο ίδιος γνωρίζει πώς να τις παρουσιάσει με όλη τη θεατρικότητα επί σκηνής και να παρακινήσει έτσι μέρος του κοινού να αναζητήσει και άλλες λιγότερο προβεβλημένες κυκλοφορίες του.

Μετά από αυτήν την “ακουστική” περίοδο, περάσαμε σε μπαλάντες (όχι με τον αυστηρό όρο· κάπως πιο ηλεκτρικές), όπως τα “My Love”, “By the Light of a Magical Moon”, “Purple Zone” (η έκπληξη της βραδιάς αυτή η εκτέλεση, πανέμορφη!), “Vision” και φυσικά το “Something’s Gotten Hold of My Heart”, που ξεσήκωσε το χαλαρό, μέχρι στιγμής, κοινό και έφερε μπροστά στη σκηνή το σχεδόν 1/3. Η εξέλιξη αυτή χαροποιήσε ιδιαίτερα τον Marc Almond και την ορχήστρα, και φάνηκε στα τεράστιά τους χαμόγελα. Είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να ακουστούν πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια της καριέρας του και ξεκινήσαμε με “Bedsitter”, περάσαμε σε εποχές Marc and the Mambas με το “Black Heart”, για να ακολουθήσει ένας μικρός πανικός από το ενθουσιώδες πλέον ακροατηριο με τα “A Lover Spurned” και “The Days of Pearly Spencer”. Γνωρίζαμε όλοι πως η βραδιά πλησίαζε προς το τέλος της και, για να ηρεμήσουμε όλοι από τον χορό και το τραγούδι, τα “Tears Run Rings”, “Jacky”, “John, I’m Only Dancing” ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για ανάσες, πριν το μεγάλο φινάλε, που φυσικά είχε “Tainted Love” και για encore (με χιουμοράκι ακόμη μια φορά, λέγοντας πως δεν του αρέσει να κάνει πως φεύγει και ο κόσμος να του φωνάζει one more) “Say Hello, Wave Goodbye”.

Για σχεδόν 2 ώρες, είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε, για μια ακόμη φορά, πως τίποτα σε αυτήν τη ζωή δεν είναι συμπτωματικό. Στα 65 του πλέον, ο Marc Almond, γεμάτος ενέργεια, έδωσε μια παράσταση με απόλυτο σεβασμό στο κοινό που πηγε να τον ακούσει, κρατώντας τις ισορροπίες στην playlist, παρουσιάζοντας τραγούδια που αγαπάει και νιώθει πως τα ερμηνεύει ξεχωριστά, από διάφορες περιόδους της προσωπικής του καριέρας, με κύριο χαρακτηριστικό, όλων σχεδόν, τον πολύ καλό στιχο και την αξιολογότατη σύνθεση. Επικοινωνιακός και ευγενικός με το κοινό, βγήκε μάλλον από τον αρχικό σχεδιασμό της συναυλίας, όταν εισέπραξε αυτή την άνευ όρων αγάπη και σίγουρα απόλαυσε τη βραδιά όσο κι εμείς. Στα πολύ θετικά, επίσης, η παρουσία ανθρώπων απ’ όλα τα ηλικιακά group και αρκετών μικρών παιδιών που συνόδευαν τους γονείς τους! Ευχαριστούμε πάρα πολύ την παραγωγή του Christmas Theater, που μας έδωσε τη χαρά να ακούσουμε αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη και περιμένουμε κι αντίστοιχες συναυλίες στο μέλλον.

* Ακολουθεί ένα tracklisting από τα τραγούδια που ακούστηκαν στη συναυλία με τίτλο, άλμπουμ και χρονιά κυκλοφορίας, για τα δικά του κομμάτια – στις διασκευές υπάρχουν τα αντίστοιχα, με αναφορά στην πρώτη εκτέλεση του κομματιού και φυσικά στην επανεκτέλεση (αν υπάρχει δισκογραφικά):

I’m the Light – διασκευή, Blue Cheer – Oh! Pleasant Hope, 1971
Black Sunrise – Chaos and a Dancing Star, 2020
The Stars We Are – The Stars We Are, 1988
Bitter Sweet – The Stars We Are, 1988
My Hand Over My Heart – Tenement Symphony, 1991
Under Your Wing – Stranger Things, 2001
Moonbathe Skin – Stranger Things, 2001
Burn Bright – The Dancing Marquis, 2014
Hollywood Forever – Chaos and a Dancing Star, 2020
Golden Light – Things We Lost, 2022
Child Star – Fantastic Star, 1996
Trashy – διασκευή, Rod McKuen – 7″single, 1969
My Love – Open All Night, 1999
By the Light of a Magical Moon – διασκευή, Tyrannosaurus Rex- A Beard of Stars, 1970
Purple Zone – διασκευή, Soft Cell And Pet Shop Boys – Purple Zone, 2022 (12″ single)
Vision – διασκευή, Peter Hammill – Vision, 1978 και  Marc and the Mambas – Torment and Toreros, 1983
Something’s Gotten Hold of My Heart – διασκευή,  David and Jonathan – Something’s Gotten Hold of My Heart, 1967(7″ single) και The Stars We Are, 1988
Bedsitter – Soft Cell – Non-Stop Erotic Cabaret, 1981
Black Heart – Marc and the Mambas – Torment and Toreros, 1983
A Lover Spurned – Enchanted, 1990
The Days of Pearly Spencer – διασκευή, David McWilliams – David McWilliams Vol. 2, 1967 και Tenement Symphony, 1991
Tears Run Rings – The Stars We Are, 1988
Jacky – διασκευή, Jacques Brel – Ces gens-là, 1966 και Tenement Symphony, 1991
John, I’m Only Dancing – διασκευή, David Bowie – John, I’m Only Dancing, 1972(7″ single)
Tainted Love – διασκευή,Gloria Jones – Tainted Love (7″ single), 1965 και Soft Cell – Non-Stop Erotic Cabaret, 1981
Say Hello, Wave Goodbye – Soft Cell – Non-Stop Erotic Cabaret, 1981

Περισσότερα εδώ.

Η φωτογραφία είναι από το instagram του καλλιτέχνη https://www.instagram.com/marcalmondofficial

Θοδωρής Κ., Απρίλιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio