play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε και ακούσαμε τον Jay-Jay Johanson στο City Garden Festival

today13 Ιουλίου, 2023

Φόντο
share close

Στην επανεκκίνηση του ραδιοφώνου, πριν 11 χρόνια, μια από τις πρώτες φροντίδες μας, πέρα από τα “ουσιώδη”, ήταν να βρούμε κάποιους χαρακτηριστικούς ήχους που θα χρησιμοποιούσαμε για τη δημιουργία κάποιων ηχητικών σποτ. Στη συζήτησή μας τότε, ακούστηκαν διάφορες προτάσεις για τραγούδια και καλλιτέχνες, και ανάμεσα στα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα, κάποιος πρότεινε τον Jay-Jay Johanson – ποιος είναι αυτός, τι τραγουδάει, έχει μια καλή δισκογραφία, ώστε να αντλήσουμε υλικό και για τις playlists μας; Ερωτήσεις για κάποιον που τότε μαθαίναμε για πρώτη φορά… δυστυχώς δεν γίναμε σοφότεροι, πλην ενός τραγουδιού που προτάθηκε, όμως σημειώθηκε το όνομα για περαιτέρω μελέτη. Το πρακτικό του πράγματος με τις streaming υπηρεσίες (call me Spotify) είναι ότι με μια απλή αναζήτηση έχεις πρόσβαση στο σύνολο της δουλειάς του καλλιτέχνη που θες να “ερευνήσεις” και τη δυνατότητα να τον ακούσεις. Με την παράλληλη χρήση και των καναλιών στη δημοφιλή πλατφόρμα που ανεβαίνει τέτοιο υλικό, εντοπίζεις και εκεί ό,τι σε ενδιαφέρει και σχηματίζεις, μέσα από ήχους (αρχικά) και εικόνα (σε δεύτερο χρόνο), μια άποψη και επιλέγεις αν σου αρέσει ή όχι. Στη δική μας περίπτωση, ήταν σχεδόν απίθανο να μην “ερωτευτούμε” αυτά τα jazz φωνητικά και το noir στυλ που υπάρχει στις περισσότερες κυκλοφορίες του. 

Ο Jay-Jay Johanson γεννήθηκε στις 11 Oκτωβρίου του 1969, στο Trollhättan της Σουηδίας (μια μικρή παραθαλάσσια πόλη, 75χλμ. από το Gothenburg). Έκανε μουσικές σπουδές και συστήθηκε μουσικά στον κόσμο, το 1996, με το album Whiskey. Θα ακολουθήσουν ακόμη δύο δίσκοι (Tattoo & Poison) και το 2000 θα γράψει τη μουσική για το γαλλικό φιλμ La Confusion des Genres (έχει ήδη φτιάξει ένα μεγάλο fan club στη Γαλλία, όπου οι δουλειές του κάνουν εξαιρετικές πωλήσεις). Την επόμενη χρονιά, θα γίνει μέρος του “Cosmodrome”, μιας εγκατάστασης ήχου και εικόνας που ξεκίνησε από τη Ντιζόν και έκανε μια παγκόσμια περιοδεία, αποσπώντας διθυραμβικά σχόλια και συστήνοντάς τον σε καινούρια ακροατήρια. Το 2002, πειραματίζεται με τους Γερμανούς Funkstörung σε πιο ηλεκτρικές μορφές ήχου και κυκλοφορεί το album Antenna. To 2004, με τη συλλογή Prologue, με επιλογές από όλες τις μέχρι τότε δουλειές του, διεισδύει και στην αμερικανική αγορά και το 2005 συνεργάζεται με τον Jean-Pierre Ensuque στον δίσκο Rush. Aπό το 2007, επιστρέφει στη Στοκχόλμη και επανενώνεται με τους συνεργάτες των τριών πρώτων κυκλοφοριών και ακολουθούν τα albums The Long Term Physical Effects Are Not Yet Known – Self Portrait – Spellbound – Cockroach – Opium – Bury The Hatchet – Kings Cross – Rorschach Test – Fetish. Eίναι παντρεμένος με τη Laura Delicata (iconic μοντέλο στη Βόρεια Ευρώπη) και έχουν έναν γιο.

Στην είδηση ότι στο City Garden Festival, θα παίξει ο Jay-Jay Johanson, σημειώθηκε η ημερομηνία και φυσικά, σε εύθετο χρόνο, κανονίστηκαν και τα εισιτήρια. Ομολογω ότι πολλά δεν γνωρίζαμε για τις πιο πρόσφατες δουλειές του, αλλά αυτό το trip hop με πινελιές synth pop, σε συνδυασμό με τους “όχι ιδιαίτερα χαρούμενους” στίχους, που τον χαρακτηρίζει, τον έκαναν μια ιδανική επιλογή για μια καλοκαιρινή βραδιά (σε ένα παραθαλάσσιο χώρο με την ηχώ από το κυμάτακι πίσω από τη μουσική θα ήταν το απόλυτο, αλλα μην είμαστε και πλεονέκτες!). Φτάσαμε σχετικά αργά (10′ πριν την ώρα έναρξης που έγραφε το πρόγραμμα) και είδαμε διαμορφωμένο για το live τον χώρο, αλλά όχι αρκετό κόσμο – κάτι η σχετικά ζεστή βραδιά, ίσως γιατί όλοι σχεδόν γνώριζαν ότι 21:30 θα άρχιζε το πρόγραμμα – μια εικόνα, σαν να λέμε “φίλοι και συγγενείς”, που άλλαξε τελείως όσο πλησιάζαμε προς την έναρξη και ναι, ο χώρος όταν βγήκε ο Erik Jansson* (ο μουσικός που τον συνοδεύει σε αυτήν την περιοδεία), ήταν εντελώς γεμάτος.

Στα κλασικά του μαύρα (με cargo βαμβακερό παντελόνι και λινό πουκάμισο), ο Jay-Jay βγήκε επί σκηνής, με ένα μπουκαλάκι νερό και ένα μεγαλοπρεπές ποτήρι μπύρας στα χέρια! Μας καλησπέρισε και μας ευχαρίστησε που επιλέξαμε να βρεθούμε εκεί μαζί του και ξεκίνησε το ταξίδι με το “Finally”. Το πρώτο χειροκρότημα και οι επευφημίες των “φανατικών” από την πρώτη σειρά (ναι, είχε και τέτοιους), σίγουρα του έφτιαξαν τη διάθεση και συνέχισε με τα “So Tell the Girls That I Am Back in Town”, “Why Wait Until Tomorrow”, “You’ll Miss Me When I’m Gone”, “Not Time Yet”. Πίσω του, έπαιζαν σκηνές από ασπρόμαυρα φιλμ, που, με κάποιον τρόπο, συνδέονταν με τους στίχους των κομματιών, και οι οποίες χρωματίζονταν από τα φώτα που χρησιμοποιεί στην παράστασή του (και είναι το μπλε, το κόκκινο, το πορτοκαλί, το βιολετί σε διάφορους συνδυασμούς) και μαζί με τον ξηρό καπνό έφτιαχναν μια πολύ όμορφη και χαλαρωτική ατμόσφαιρα.

Πριν συνεχίσει με το “The Girl I Love Is Gone”, μας είπε πόσο συγκινείται όποτε παίζει αυτό το κομμάτι, καθώς ήταν το πρώτο τραγούδι που έγραψε στη ζωή του, πίσω στο 1994. Η συγκίνηση πέρασε και σε εμάς και το πρόγραμμα συνεχίστηκε με τα “Seine” (ένα κομμάτι που έγραψε, όπως μας εξήγησε, την περίοδο που ζούσε στο Παρίσι), “Far Away”, “She Doesn’t Live Here Anymore” (εδω κάποιοι αρχίσαν να ψιθυρίζουν στίχους), “It Hurts Me So”, “She’s Mine but I’m Not Hers”.

Η επόμενη ενότητα ήταν λίγο πιο μελωδική και ξεκίνησε με τα “Milan Madrid Chicago Paris” και “Tomorrow / Quel dommage” και έγινε ξεσηκωτική από τις πρώτες νότες του “On the Radio” (κάποιοι σηκώθηκαν και χόρευαν στο πλάι της σκηνής!).

Εμφανέστατα ευτυχισμένος με όσα ζούσε, μας έπαιξε δύο ακόμη κομμάτια “Heard Somebody Whistle” και “On the Other Side”, μας ευχαρίστησε για τελευταία φορά (και καλά) και πήγε για τρία λεπτά να πάρει λίγες ανάσες δίπλα στον ηχολήπτη. Στην επιστροφή του, δήλωσε ότι δεν του πήγαινε να μας αφήσει έτσι εμάς, που είμαστε ένα τόσο φοβερό κοινό, και έτσι μας αποχαιρέτησε με τρία τραγούδια “Whispering Words” (το οποίο τραγούδησε acapella), “Believe in Us” (πολύ συγκινητική η στιγμή που πήγε να χαιρετήσει από σκηνής τον άνθρωπο, που, από τη μέση της συναυλίας στεκόταν από κάτω και γνώριζε όλα τα τραγούδια και εκείνος σε ανταπόδοση του φίλησε τα χέρια) & “I’m Older Now”.

Το καλύτερο συνέβη, όταν άναψαν τα φώτα της πλατείας και κανείς δεν έφευγε, παρά μόνο χειροκροτούσαμε και επευφημούσαμε τον Jay-Jay για την καταπληκτική βραδιά που μας χάρισε, και εκείνος με ένα σάλτο βρέθηκε μπροστά στον κόσμο για να χαιρετήσει και να βγάλει φωτογραφίες – η έκπληξή του ήταν τεράστια, όταν εμφανίστηκαν σε χέρια θαμώνων βινύλια από τις πρώτες του κυκλοφορίες, τα οποία φυσικά υπέγραψε, και μοίρασε αγκαλιές στους ανθρώπους, που σε μια μικρή χώρα σαν τη δική μας τον υποστηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια – εμείς φύγαμε μετά τις χαιρετούρες και τα διά ζώσης συγχαρητήρια, σχεδόν 20 λεπτά μετά, και υπήρχε ακόμη πολύ κόσμος που ήθελε να του μιλήσει και να φωτογραφηθεί μαζί του! Ήταν μια από τις πολύ ωραίες στιγμές που έχουμε ζήσει σε συναυλίες και αρκετά κόντρα, ως εικόνα, ο χαμογελαστός και πανευτυχής άνθρωπος κάτω από τη σκηνή σε σχέση με την περσόνα του ως ερμηνευτή. Ήταν μια φανταστική βραδιά από όλες τις απόψεις, που μας πήρε για 90′ μακριά όλο το άγχος και τη φρική της μέρας και ευτυχώς βοήθησε και ο καιρός, που ήταν σχετικά καλός – 29 βαθμούς έλεγαν τα θερμόμετρα στο Γαλάτσι. Οι επιλογές των τραγουδιών ήταν εξαιρετικές (ήταν κάτι σαν best of, αφού από κάποιες κυκλοφορίες δεν ακούστηκε κανένα κομμάτι) και ο ήχος, μετά το δεύτερο κομμάτι, που μπούκωνε λίγο το μπάσο, ήταν κρυστάλλινος. Μας έδειξε ξανά πως στο εξωτερικό δεν μένει κάποιος τυχαία για 27 χρόνια, με ένα “δύσκολο” είδος μουσικής στην κορυφή και η συμπεριφορά του με τους θαυμαστές του είναι σχολείο για κάτι “περιέργους” που τη βλέπουν θεότητες με μια-δυο επιτυχίες…

*Ο Erik Jansson είναι Σουηδός μουσικός και κολλητός του Jay-Jay τα τελευταία 35 χρόνια και βάλε – γνωρίστηκαν, όπως μας είπε ο ίδιος, όταν του έκανε κάποια στιγμή μαθήματα χορού, όταν ο Εrik ήταν 13 χρονών. Στην περιοδεία παίζει με ένα Roland ηλεκτρικό πιάνο τα ακουστικά μέρη των κομματιών και για τους υπόλοιπους ήχους και το drum machine χρησιμοποιεί ένα εμβληματικό synth για πολλούς μουσικούς, το Fender Rhodes.

Υ.Γ. Δέχομαι ότι όλη η ατμόσφαιρα θύμιζε μπαράκι καλοκαιρινό και ήταν απόλυτα χαλαρή, οπότε κάποιοι “ξεχάστηκαν” πού βρίσκονταν –  το βρήκα το λιγότερο αγενές και χαζό, κάποιοι να μιλάνε την ώρα του live μεταξύ τους, λες και βρίσκονταν κάπου που η μουσική είναι πιο δυνατή και ο διπλανός σου δεν ακούει τι λες και να ενοχλούν. Δεν χρειαζόταν να γίνουν τρεις παρατηρήσεις και να επιληφθούν κι οι υπεύθυνοι του χώρου για να συμμορφωθούν (μεγάλα παιδιά είμαστε όλοι και λίγη αντίληψη την έχουμε· δεν λέει να μας εξευτελίζουν έτσι σε δημόσιους χώρους)…

Playlist (πατάτε στον τίτλο και βλέπετε το video τραγουδιού – στην παρένθεση υπάρχει το album που θα βρείτε το κομμάτι και η χρονιά κυκλοφορίας)

Finally (Fetish, 2023)
So Tell the Girls That I Am Back in Town (Whiskey, 1996) 
Why Wait Until Tomorrow (Rorschach Test, 2021)
You’ll Miss Me When I’m Gone (Bury the Hatchet, 2017)
Not Time Yet (Kings Cross, 2019)
The Girl I Love Is Gone (Whiskey, 1996) 
Seine (Fetish, 2023)
Far Away (Poison, 2000)
She Doesn’t Live Here Anymore (The Long Term Physical Effects Are Not Yet Known, 2006)
It Hurts Me So (Whiskey, 1996) 
She’s Mine but I’m Not Hers (Tatoo, 1998)
Milan Madrid Chicago Paris (Tatoo, 1998)
Tomorrow / Quel dommage (Antenna, 2002 / Tatoo, 1998)
On the Radio  (Antenna, 2002)
Heard Somebody Whistle (Kings Cross, 2019)
On the Other SideOn the Other Side (Spellbound, 2011)

Encore:

Whispering Words (Poison, 2000)
Believe in Us (Poison, 2000)
I’m Older Now (Whiskey, 1996) 

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιούλιος 2023

Συντάχθηκε από: Sin Radio