play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΘΕΑΤΡΟ | PERFORMANCE

Είδαμε την παράσταση ‘Ο κουρέας της Σεβίλλης’ στο Θέατρο Ακροπόλ

today6 Νοεμβρίου, 2021

Φόντο
share close

Είχα για χρόνια την αίσθηση πως “Ο Κουρέας της Σεβίλλης” ήταν όπερα του Τζοακίνο Ροσίνι και μάλιστα από τις διάσημες (όλοι σχεδόν γνωρίζουμε τον τίτλο της). Σε μια αναζήτηση έμαθα πως η αρχική του μορφή ήταν καθορόαιμο θεατρικό έργο, μια μουσική κωμωδία του 1774, ενός Γάλλου συγγραφέα με το όνομα Πιερ Ωγκιστέν Καρόν Μπωμαρσαί, που, με κεντρικό ήρωα τον συμπαθή Φίγκαρο, έγραψε μια τριλογία έργων (Ο Κουρέας της Σεβίλλης ή Οι ανώφελες προφυλάξεις, Η τρελή μέρα ή Οι γάμοι του Φίγκαρο, Ο άλλος ταρτούφος ή Η ένοχη μητέρα) που παίχτηκαν με πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία στη χώρα του, καθώς, όπως πολλοί κωμωδιογράφοι της εποχής, κοροΐδευε, μέσα από τα γραπτά του, την άρχουσα τάξη των ευγενών και τις συνήθειές τους.

Στην παράστασή μας ο κουρέας Φίγκαρο μας συστήνεται ως ένας ταπεινός και φτωχός άνθρωπος που προσπαθεί, με ό,τι δυνάμεις έχει, να περνάει καλά. Όταν συναντά τον νεαρό κόμη Αλμαβίβα, που γνωρίζει από τη Μαδρίτη, μαθαίνουμε, πέραν του σκοπού της επισκέψεως του νεαρού αριστοκράτη στη Σεβίλλη (μεταμφιεσμένου ως φτωχό φοιτητή Λιντόρο), ότι ο ήρωας είναι βίος και πολιτεία! Διορισμένος (με μέσο, φυσικά) ως γιατρός των αλόγων του ιππικού για κάποια στιγμή, μετά συγγραφέας ενός βιβλίου για τα οικονομικά και γενικότερα μπερδεμένος σε διάφορα, που τον έχουν οδηγήσει και για λίγο στη φυλακή. Τώρα επαγγέλεται τον μπαρμπέρη και έχει καταφέρει να αποκτήσει μια πελατεία που περιλαμβάνει και αρκετούς κυρίους απο την αριστοκρατία. 

Ο κόμης ζητάει τη βοήθειά του, με το αζημίωτο βεβαίως, καθώς ο Φίγκαρο έχει πρόσβαση στο σπίτι του γιατρού Μπαρτόλο (του νοικιάζει ένα μικρό δωμάτιο για να μένει, που ο ήρωάς μας “ξεχνάει” να πληρώνει ενοίκιο!) ως προσωπικός του φροντιστής, καθώς ο γιατρός Μπαρτόλο έχει υπό την κηδεμονία του την ορφανή όμορφη κοντεσίνα Ροζίνα, που ενδιαφέρεται να παντρευτεί, ώστε και να την έχει δική του και να βάλει χέρι ολοκληρωτικά στην περιουσία της. Ο πανούργος Φίγκαρο υπόσχεται πως θα βοήθησει τον νεαρό κόμη και βάζει μπροστά διάφορα σχέδια, ώστε να καταφέρει να αποτρέψει το γάμο του γιατρού με τη νεαρή, ώστε εκείνη να γίνει σύζυγος του Αλμαβίβα. Όλα αυτά δεν συμβαίνουν χωρίς απρόοπτα και αναποδιές, που χαρίζουν γέλιο στο κοινό, όμως στο τέλος οι δυο νέοι τα καταφέρνουν και ο γιατρός αποδέχεται την ήττα του και ο Φίγκαρο βρίσκει έναν νέο προστάτη.

Ο Φίγκαρο του έργου δεν είναι ο κλασικός ήρωας μια κωμωδίας – είναι ένα πρόσωπο που έρχεται από τη βαθιά ιστορία του θεάτρου και τους “δούλους” των αρχαϊκών κωμωδιών, που κατάφερναν με την καπατσοσύνη και την πονηριά τους να πετυχαίνουν τον σκοπό τους και να εξασφαλίζουν μια καλύτερη μεταχείριση από τους “αφέντες” τους. Είναι ένας λαϊκός τύπος που δεν δίνει μεγάλη αξία στους τίτλους ευγενείας και τις περουσίες, αφού γνωρίζει πως, πίσω από τη βιτρίνα, και εκείνοι είναι απλοί άνθρωποι, οπότε ως τέτοιους τους υπολογίζει, αλλά τους χρησιμοποιεί κατά το δοκούν για να κάνει την δουλειά του. Αυτός ο ωραίος τύπος, στη σκηνή του Ακροπολ, παίρνει σάρκα και οστά από τον πολύ αγαπημένο Βασίλη Χαραλαμπόπουλο, ο οποίος φαντάζει ο ιδανικός ηθοποιός για τον ρόλο, λόγω της προϋπηρεσίας του σε αντίστοιχους στο παρελθόν (π.χ. Συρανό) και γιατί έχει αυτό το παρουσιαστικό με τη χαρακτηριστική φωνή, που εύκολα τον κάνεις εικόνα για τέτοιους χαρακτήρες. Κάνει δικό του τον Φίγκαρο και τα καταφέρνει αρκετά καλά και στο τραγουδιστικό κομμάτι, όπου του ζητείται.

Αυτός που ήταν, θεωρητικά, ο δεύτερος πόλος του έργου, ο Μπαρτόλο του Φάνη Μουρατίδη, κέρδισε πολύ και δικαιολογημένο χειροκρότημα, αφού ήταν εξίσου (και στα δικά μου μάτια, ίσως και κάτι παραπάνω) υπέροχος. Σε έναν ρόλο καρικατούρα, ενός γέρου πλούσιου και τσιγγούνη που ορέγεται μια μικρούλα, κατάφερε να βγάλει με πολύ χιούμορ τα “προτερήματα” αυτού του ανθρώπου, κάνοντας τον κόσμο να γελάει συχνά με τις ατάκες του, αλλά και τη συμπεριφορά του. O Ρένος Ρώτας ήταν ένας γοητευτικότατος κόμης Αλμαβίβα και η δεσποσύνη Νίκη Βακάλη μας γοήτευσε ως Ροζίνα – οι Μάριος Πετκίδης, Ιωάννης Κοντέλλης (σε διάφορους ρόλους της διανομής), έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό και ανταπεξήλθαν επιτυχώς σε ό,τι τους ζητήθηκε.

Και επειδή, όπως είπαμε, το ανέβασμα αυτό έχει αρκετά στοιχεία μιούζικαλ (ίσως και να είναι) πρέπει να ομολογήσω ότι με εντυπωσίασε η ομάδα των χορευτών, που αποτελούνταν από τους Adolfo Vega, Σοφία Μαρτίου, Γκάμπριελ Μιρτσέα, Φαίδρα Νταϊόγλου, Κώστα Παπαματθαιάκη, Γιάννη Σμέρο, Κωστή Τσιαμάγκα, Τατιανή Χατζημπίνου και απολαύσαμε την υπέροχη ορχήστρα των Μιλτιάδη Παπαστάμου, Μαρίνου Γαλατσινού, Φοίβου Ζήτη και Αλέξανδρου Κασάρτζη, που παίζουν όλη τη μουσική της παράστασης ζωντανά (και κάποια στιγμή τους βλέπουμε και επί σκηνής).

Στα σκηνικά και τα κοστούμια, ο Μανώλης Παντελιδάκης έκανε πάλι μια υπέροχη δουλειά, συνδυάζοντας γραμμές και φόρμες σύγχρονες και εποχής (του έργου), δημιουργώντας ένα πολύ ωραίο, αισθητικά, αποτέλεσμα. Τα ρούχα που φορούσαν οι ηθοποιοί ήταν καλαίσθητα, φροντισμένα, πλούσια και μέσα στο πνεύμα της περιόδου αναφοράς του έργου. Αυτό που ερωτεύτηκα (δεν κάνω πλάκα, το καψουρεύτηκα αλήθεια!) ήταν τα Steampunk Hats (έτσι βρήκα ότι τα λένε) που φορούσε ο Φίγκαρο και οι χορευτές (και τα έχω δει ξανά σίγουρα σε κάποιο ιαπωνικό anime και σε κινηματογραφική ταινία, που μου ξεφεύγει τωρα) και για όλη αυτήν τη δουλειά στην εμφάνιση των ηθοποιών, δίνουμε όλο τον σεβασμό μας στον ίδιο και την ομάδα που δούλεψε μαζί τους.

Οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου ήταν λειτουργικοί και έδωσαν αυτό που χρειαζόταν για να “λάμψει” η παράσταση. Πολύ και επίπονη δουλειά πρέπει να είχε η Δέσποινα Στεφανίδου, για να μάθει τους ηθοποιούς να σταθούν με περισσή αξιοπρέπεια στα τραγούδια που χρειάστηκε να ερμηνεύσουν.

Η Σοφία Σπυράτου (που βλέπω, μέσα σε λίγους μήνες, δεύτερη φορά δουλειά της, μετά το “Κάποτε στο Βόσπορο), απέδειξε ξανά ότι δεν φοβάται τις προκλήσεις και έφερε όλο αυτό το μεγάλο εγχείρημα σε πέρας. Έστησε μια παράσταση – χαρά για τον θεατή και οι ωραίες χορογραφίες της έδεσαν με τη δράση απόλυτα.

Αυτό το γεγονός ότι η παράσταση είναι μια όμορφη εμπειρία συναισθημάτων, πλούτου και κόσμου επί σκηνής, κάποιοι βγαίνοντας, μετά το τέλος της παράστασης, το κάκισαν, λέγοντας πως μια αστική κορυφαία όπερα έγινε λαϊκό θέαμα… Μάλλον αγνοούσαν ότι είχε συμβεί η αντίστροφη διαδρομή, και στην παράσταση του Ακροπολ τα στοιχεία που έχουν εισαχθεί από τη διάσημη όπερα, κοσμούν επιπλέον το τελικό αποτέλεσμα, που είναι ένα υπέροχο θέαμα για όλον τον κόσμο και πολύ ωραία πρόταση για θεατρική έξοδο.

Καιρός είναι να βλέπουμε και τέτοιες παραγωγές, γιατί 18 μήνες μέσα μπουχτίσαμε, ρε αδερφέ, και θέλουμε χρώμα, χαρά, χαμόγελο και αισιοδοξία να προσθέσουμε στη ζωή μας. Και η παράσταση αυτή και τα έχει όλα αυτά και τα προσφέρει απλόχερα – εμείς τα εισπράξαμε και όσοι τυχόν τα χρειάζονται επίσης, ας προσέλθουν!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Νοέμβριος 2021

Συντάχθηκε από: Sin Radio