Sin Radio Listen, don't just hear!

Πέμπτη βράδυ, γύρω στις 10 και κάτι βγάζω το κινητό, αγγίζω το όνομα Χρήστος κινητό, και καλώ…
– Έλα αδερφέ, τι έγινε και παίρνεις τέτοια ώρα;
– Ακου και θυμήσου (στον αέρα το ‘Μια σου λέξη’ από τον Δάκη – αγαπημένο του μικρού πριν καμιά 30αριά+ χρόνια)
– Αδερφέ δεν πας καλά… πού βρίσκεστε ρε τρελοκομείο πάλι; Ο Δάκης είναι αυτός, πωπω… φοβερή φωνή για τα χρόνια του ο τύπος…. Να σε πω, να τα πούμε αύριο, γιατί είναι αργά, και άσε τα θέατρα και τις συναυλίες να κάνεις κανένα παιδί, γιατί καβατζώσατε τα 41 και ο χρόνος περνάει…
Ο χρόνος περνάει…
Ε, και τι μ’ αυτό;
Μπορείς να κρατήσεις μέσα σου όλα αυτά που σε επηρέασαν ως παιδί, τα όμορφα χρόνια της νεότητάς σου και να τα ανακαλείς, όποτε το περιβάλλον γύρω σου παίρνει μία απο τις πολλές αποχρώσεις του γκρι;
Έχω γεννηθεί το 1975, θεωρώ τον εαυτό μου τέκνο των δεκαετιών ’80 και ’90, οπότε, ακούσματα από εκείνα τα χρόνια λογικά μού είναι πολύ οικεία. Κι όμως, μεγάλωσα σε ένα σπίτι που για πολλά χρόνια ακουγόταν μουσική παλιότερων δεκαετιών, εκείνων που μεγαλώσαν οι δικοί μου. Για να είμαι σωστός, ακούγαμε τη μουσική που δεν μπορούσαν, ως νέοι, να ακούσουν στα σπίτια τους οι δικοί μου…
Αλλεργικοί στη μουσική όλοι οι παπούδες ή πιο σωστά, θεωρούσαν μουσική τις πλάκες βινυλίου με τα βουκολικά σκηνικά και τους παχείς τίτλους όπως “Τα τσάμικα των Αγράφων” ή “Τα χορευτικά του πανηγυριού του Προφήτη Ηλία”. Όλα τα υπόλοιπα ήταν ξενόφερτες μόδες ή τραγούδια από χασικλήδες και μαστούρηδες που για κάποιο περίεργο λόγο ο κόσμος αγαπούσε υπερβολικά. Έτσι, στο συρτάρι με τις κασέτες του μπαμπά έβρισκες Στέλιο, Στράτο, Αγγελόπουλο, Καφάση, Σακελαρίου, Διαμάντη, Μητροπάνο κι άλλους του λεγόμενου λαϊκού τραγουδιού, ενώ το συρτάρι της μαμάς είχε Olympians, Charms, Idols, Λάκη Τζορντανελι, Βίκυ Λέανδρος, Πασχάλη, Poll, Ελπίδα, Δάκη, Χριστιάνα και κάμποσους που ξεχνάω τώρα. Κι όλα αυτά αρχικά παίζονταν σε ένα κασετόφωνο μαύρο, με ενα λουρί μακρύ, που δούλευε και με μπαταρίες (για τις εκδρομές… που δεν πηγαίναμε), κληρονομιά από τα 70s, μέχρι που αγοράσανε ένα ολοκαίνουριο μεγάλο ασημένιο Sanyo (ξέρεις, σαν εκείνα που οι μαύροι κουβαλάνε σε κάτι παλιές ταινίες) – ευκαιρία το πήραμε, γιατί έπεσε κάτι πάνω του στη βιτρίνα του μαγαζιού και του έκανε μια ανεπαίσθητη υποψία γρατζουνιάς κι έτσι ο μαγαζάτορας το έδινε με 40% έκπτωση.
Κι ακούσαμε τον ήχο τον αληθινό… τα πρωινά που ήμασταν σπίτι, άμα η μαμά είχε κέφια, ξεκινάμε με γιάνκα… και να μας φωνάζει, να κάνουμε τρενάκι κι εμεις να ντρεπόμαστε! (ποιον άραγε;;;;). Και μετά, καθώς μαγείρευε, έβαζε τα ρομαντικά, αυτά που μίλαγαν για έρωτες ευγενικούς, όχι όπως τα τραγούδια του τότε που ήταν στυλ πορνό (έτσι έλεγε η μαμά). Το απόγευμα, αν θα ακούγαμε μουσική της μαμάς, είχε χορευτικά – ‘Τρελοκόριτσο’, ‘Το κορίτσι του φίλου μου’, ‘Τρικυμία στην καρδιά μου’ και άλλα τέτοια. Α! και νέο κύμα άκουγε τότε, αλλά δεν είναι η μέρα να ασχοληθούμε μ’αυτό. Στην πορεία, οι κασέτες της μαζεύτηκαν και πήγαν στα σκουπίδια, γιατί ανακάλυψε την αξία της εσωτερικής αναζήτησης και αυτή η μουσική προέτρεπε τους νέους της εποχής εκείνης στην ανηθικότητα (όχι, δε λένε Ελένη Λουκά τη μαμά μου), εκτός από 2-3 που κρύψαμε εμείς κι ακούγαμε στα walkman μας (της πλάκας ήταν και γι’αυτό μας διέλυσαν και τις κασέτες, μαζί με τις αναμνήσεις που κουβαλούσαν).
Μεγαλώνοντας (εγώ όχι, για τους άλλους μιλάω…), οι μουσικές κι οι ήχοι των δεκαετιών 50-60-70 δεν μας ήταν ξένα, και στο κύμα που προέκυψε με τις επανεκτελέσεις τέτοιων τραγουδιών, είχαμε να λέμε πως γνωρίζαμε τις πρώτες εκτελέσεις και δεν ήμασταν νεόκοποι φίλοι αυτών. Οι νέες τεχνολογίες και οι ανταλλαγές αρχείων μας έφεραν στους υπολογιστές μας, σε ψηφιακή μορφή, τις κασέτες εκείνων των χρόνων, ως mp3 αρχεία πλέον και στο βιντεοκανάλι είδαμε και τα υποτυπώδη βίντεο, από ζωντανές εκτελέσεις, συνήθως της εποχής, αγαπημένων τραγουδιών.
Πέμπτη βράδυ, στο Βύρωνα ξανά, με την υποψία πως θα βρέξει πάλι (έχουμε χάσει τον Πλιάτσικα εξαιτίας αυτού την προηγούμενη), τρομάζουμε, όταν βλέπουμε ουρά αυτοκινήτων στην ανηφόρα για το θέατρο.
“Ρε, λες να έχει τόσο κόσμο;”
Και όντως είχε τόσο κόσμο! Ασφυκτικά γεμάτο το θέατρο Βράχων (ευτυχώς, βρήκαμε ωραία θέση στα πλάγια) και η εκδήλωση ξεκίνησε 9 ακριβώς (πάει χαλάσαμε κι εμείς, Αγγλία γίναμε…), με χορευτικά και τραγούδι από νέα παιδιά που βγήκαν να ζεστάνουν τον κόσμο, την ομάδα των Vinyl Attack. Είχε προηγηθεί ένα λογύδριο του εκτελούντος χρέη παρουσιαστή Νίκου Βεντουράτου (μη μου πεις πως δε θυμάσαι το ‘Σόρρυ φίλε’), που κινούνταν μέσα στο κοινό, μιλώντας με τον ανυπόμονο κόσμο και κάνοντας πιο ευχάριστη την αναμονή. Μιας κι είπα ‘κόσμο’, να σου πω και τη σύνθεση του κοινού – το 50% περίπου ήταν άνθρωποι κοντά και άνω των 60, το υπόλοιπο 50% μοιραζόταν σε 25% 45-54 και οι λοιποί σε ό,τι ηλικιακό γκρουπ περισσεύει. Η συντριπτική πλειοψηφία, λοιπόν, είχε ζήσει τη μουσική αυτή, όταν πρωτοακούστηκε, οι υπόλοιποι, κάπου κάπως, τη συναντήσαμε. Τα νέα παιδιά που ήταν επί σκηνής συμπαθητικά τα έλεγες, με ωραίες φωνές, το χορευτικό που τους συμπλήρωνε δε μου πολυάρεσε, προσπάθησαν τους το αναγνωρίζω, αλλά δεν τους πήγε και τόσο η βραδιά – δε βοηθάει, όταν είσαι και δίπλα σε τόσο καταξιωμένους καλλιτέχνες. Αλλά θαύμασα το κέφι και το ότι απολάμβαναν πραγματικά τη βραδιά αυτή.

Αρχή, μετά το ζέσταμα, με το κουαρτέτο Αδαμαντίδου-Ουίλλιαμς-Πολυχρονιάδη-Τζορντανέλι που επέλεξαν πιο λυρικό ύφος, κατά βάση από την προσωπική τους, κι όχι μόνο δισκογραφία, αλλά, όταν αλλάξαν το tempo σε χορευτικά τραγούδια, ξεκίνησε ο χόρος (που σπάνια διακόπηκε) – όταν ακούστηκε το ‘Κορίτσι του φίλου μου’, είδαμε τόση ενέργεια από μεγάλους ανθρώπους σε ηλικία, που τρόμαξα μην μας βρει κανένα κακό και χαλάσει η εκδήλωση (υπήρχε και ιατρική φροντίδα, όπως πάντα), αλλά οι άνθρωποι πήραν τόση χαρά που δε πάθαιναν τίποτα!
Σπαστήκαμε, γιατί ζητήσαν να κάτσουν όλοι κάτω και να αδειάσει η αυτοσχέδια πίστα για να δούμε άλλο ένα χορευτικό, να μας τραγουδήσει ο παρουσιάστης το τραγούδι γνωστής εκπομπής καναλιού, που δεν πήρε άδεια, αλλά δε θα κλείσει, και να κάνει αγάπες με την αγέραστη παρουσιάστρια της (εκπομπής) που ήταν πρώτη σειρά και να πει διάφορα για να μας προετοιμάσει για τον Δάκη.

Δάκης, αγαπημένος μου. Χωρίς να ξέρω πολλά πράγματα για την καριέρα του, τα κλασικά του ξέρω, μην σκεφτείς, και κάποια που κυκλοφόρησε στη δεκαετία του ’90 (αρχές). Ευτυχώς που μας μίλησε, με αφορμή την εκδήλωση και έμαθα κάτι επιπλέον γι’αυτόν και ανέβηκε ιδιαίτερως στην εκτίμησή μου (αν αμέλησες να διαβάσεις τη συνέντευξη, την βρίσκεις εδώ!)
Συγκίνηση με το ‘Πρωινό στην Κηφισιά’, την ‘Σταγόνα στο Αίγαιο’, εκείνο το ωραίο γαλλικό (‘Mη με εγκαταλείψεις’, νομίζω το λένε στα ελληνικά, δεν το κατέχω με τις γλώσσες, το ξέρεις!) και πολύς χορός με παλιά και νεότερα αγαπημένα τραγούδια. Εξαιρετικός showman (δεν τον βοήθησε το γεγονός ότι αναρρώνει από μια επέμβαση στο πόδι, στο να είναι πιο κινητικός), υπέροχη φωνή, πολύ πνευματώδες χιούμορ, κέρδισε πολύ ζεστό χειροκρότημα από όλους (αλήθεια, εγώ τους περισσότερους στίχους των τραγουδιών του, πού τους θυμάμαι;).

Συνέχεια με Ελπίδα – φωνάρα διαχρονικά, κι αυτή με πολύ χιούμορ, ωραία τραγούδια, όχι τόσο χορευτικά, αλλά λυρικά και με νοήματα, μας τίναξε όρθιους με την “Ντισκοτέκ” και τον “Σωκράτη” που ήταν κι ο συνδετικός κρίκος με τον Πασχάλη που θα έκλεινε τη βραδιά.
Εντάξει, με τον κύριο αυτόν εγώ μεγάλωσα, οπότε ξέρω απέξω όλα τα τραγούδια του και περίμενα να περάσω καλά. Κι ο λευκοντυμένος Πασχάλης βγαίνει με τους μουσικούς επί σκηνής, αιώνιος έφηβος, και σπέρνει τον πανικό! Να χοροπηδάει και να τραγουδά και να μην του φεύγει νότα! Δικαίως φώναξε ο κυριούλης δίπλα μας “Γεια σου, ρε ημίθεε!”. Ωραίο πρόγραμμα, με αρκετή δόση από Οlympians που σχεδόν τραγουδούσε μόνο του το κοινό, δημιουργώντας μια μοναδική ατμόσφαιρα. Το μόνο παράπονο ότι έπαιξε λίγο (45 λεπτά), αλλά ήδη ήμασταν εκεί σχεδόν τέσσερις ώρες (καθόμασταν κι άλλο, αν δεν μας… διώχνανε).

Στο δρόμο για το σπίτι σχολιάζαμε πόσο υπέροχα περάσαμε, πόσο διαχρονική είναι αυτή η μουσική, πόσα νέα παιδιά χόρευαν και τραγουδούσαν αυτά τα τραγούδια κι απορούσαμε σε 50 χρόνια από σήμερα, αν από τα τωρινά ακούσματα θα μπορέσει ένας διοργανωτής να στήσει μια αντίστοιχη ‘retro’ εκδήλωση – πολύ αμφιβάλλω, γιατί υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά στις δύο εποχές. Τότε υπήρχε περισσότερη αγάπη και ψυχή σε ό,τι γινόταν, γι’αυτό και ταξιδεύει στο χρόνο, ενώ σήμερα όλα στήνονται για να είναι αναλώσιμα. Αν θα με ρωτήσεις για τον τίτλο “Τα καλυτερά μας χρόνια”, θα σου πω με ειλικρίνεια, πως για τους καλλιτέχνες ήταν ίσως όντως, για τους νέους της εποχής – τους σημερινούς 60+ ίσως και να ήταν, σε μια πιο ωραιοποιημένη εκδοχή, για μένα όχι δεν ήταν καλύτερα από σήμερα συνολικά, όπως αισιοδοξώ πως θα είναι καλύτερα στα επόμενα 50 χρόνια για το παιδί μου, γιατί είναι η μοίρα του κόσμου να προχωράει μπροστά και να προοδεύει.
Το μόνο που θα πω, που ίσως σηματοδοτεί και δικαιολογεί τον τίτλο, είναι πως τότε, μέσα στα μύρια όσα κακά τους (μην ξεχνάς ότι μιλάμε για μεταπολεμικές δεκαετίες και όσες ουρές κληρονόμησαν από την δεκαετία του ’40), είναι πως οι άνθρωποι είχαν μια διαφορετική ευγένεια, ένα άλλο ήθος, μια άλλη στάση ζωής. Δεν είχαν ούτε εκείνοι χρήματα, όπως ούτε εμείς τώρα, αλλά ήξεραν να εκτιμάνε όσα είχαν δυνατότητα να αποκτήσουν – η λέξη πλεονεξία δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο τόσων πολλών… Αυτό μόνο τους ζηλεύω, μαζί φυσικά με τα διαχρονικά τραγούδια που μας κληροδότησαν και μπορούμε να περνάμε σε τέτοιες περιστάσεις κι εμείς καλά (τι καλά, γ@μ@τ@ ήταν!).
Υ.Γ. Τι ντροπή με έπιασε και “έβγαλα” 4 ώρες καρφωμένος στη θέση μου; Μήπως θα με κακομελέταγαν ή θα με σχολίαζαν οι λοιποί παρευρισκόμενοι; Μάλλον είναι καιρός να κόβω σιγά σιγά τους κάβους που κουβαλάω από τις διδαχές του οικογενειακού περιβάλλοντος…
Υ.Γ.2 Μην αμελήσω να σου πω πως με την ευκαιρία της εκδήλωσης μιλήσαμε και με τους Πασχάλη, Ελπίδα και Ρόμπερτ Ουίλιαμς (κλικ στα ονόματα για να διαβάσεις).
Υ.Γ.3 Οι φωτογραφίες είναι απο την επίσημη σελίδα των Vinyl Attack στο φατσοβιβλίο (όταν μεγαλώσουμε κι εμείς σαν σελίδα ίσως να έχουμε τις δικές μας φωτογραφίες, ακόμα όμως είμαστε ‘μικροί’!)
Υ.Γ.4 Την επόμενη μέρα μου τα ξαναέσυρε ο μικρός, που τρέχω γύρω – γύρω και δεν σοβαρεύομαι…
Περισσότερα εδώ.
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv