Sin Radio Listen, don't just hear!

Το Γκάζι, αν ρωτήσεις ένα νέο παιδί, θα σου πει πως είναι ένας αγαπημένος προορισμός του για διασκέδαση. Πιθανότατα, θα αγνοεί το “λούμπεν” παρελθόν της συνοικίας, όταν δούλευε ακόμη το εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου και στα στενά του χωμάτινα δρομάκια υπήρχαν χαμόσπιτα εργατών και μικρά μαγαζιά διαφόρων βιοπαλαιστών. Κάπως έτσι πρόλαβα κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια την περιοχή, με τη μυρωδιά απο το εργοστάσιο να υπάρχει στον αέρα και τους μεροκαματιάρηδες ανθρώπους της γειτονιάς να μας χαμογέλανε με συμπάθεια, καθώς πηγαίναμε για μπάλα με τα δικά τους παιδιά.
Στην παράσταση είχα την ευκαιρία, μέσα από την ιστορία της, να δω το Γκάζι στα χρόνια πριν γεννηθώ. 4 ήρωες-φτωχοδιάβολοι, λίγο πριν τη δικτατορία και λίγο μετά, ο πυρήνας της. Μια βιοτεχνία υαλικών στο Γκάζι, που ιδιοκτήτριά της είναι η Μπέμπα, μια γυναίκα που στα νιάτα της παθιαζόταν με τα κομμουνιστικά ιδεώδη και τώρα 20 σχεδόν χρόνια μετά, έχει αλλάξει, έχει προσαρμοστεί στο σύστημα και οι τότε σιχαμεροί ένστολοι (που αντιπροσωπεύουν φασιστικές νοοτροπίες), δεν της είναι τόσο απεχθείς, ειδικά αν είναι όμορφοι και νέοι…
Μαζί της ο Βλάσσης, σύντροφος από τα φοιτητικά χρόνια και πλέον σύζυγος. Αριστοκρατικής καταγωγής· φαίνεται στο τρόπο που κινείται και μιλάει, που για χατήρι της Μπέμπας, διέγραψε τον κόσμο όλο. Ρομαντικός, παραμένει όπως ήταν στα φοιτητικά χρόνια, ερωτευμένος, ονειροπόλος και αισιόδοξος. Τα θέλω του δε συναντιόνται πλέον με εκείνα της Μπέμπας και σταδιακά όλη αυτή η κατάσταση επηρεάζει τον ευαίσθητο ψυχισμό του και τα νεύρα του καταρρέουν ολοκληρωτικά.
Εργαζόμενοι στο μαγαζί και δύο φίλοι του ζευγαριού, ο Σπύρος κι ο Βάσος. Λαϊκοί τύποι, όχι μορφωμένοι, σε στυλ ‘όπου φυσάει ο άνεμος πάμε’. Καλοπερασάκηδες, προσπαθούν να βρουν την άκρη και “να πιάσουν την καλή”, αλλά με τι προσόντα… Από τους δύο ο Βάσος κουβαλάει πίσω του μια τεράστια ιστορία τυχοδιωκτισμού, με ταξίδια στην Αμερική, ζιγκολίκια, συμμετοχή στον πόλεμο της Κορέας και διάφορα ακόμη που τα διηγείται με κωμικότητα στις καθιερωμένες συνταντήσεις της τετράδας, στο ταβερνάκι που σερβίρει τηγανητή μαρίδα και ρετσίνα, τη διέξοδό τους στο τέλος κάθε εργάσιμης εβδομάδας.
Και ξαφνικά, η κινητήριος δύναμη όλων, η Μπέμπα, διαπιστώνει πως βαρέθηκε τα ταξίδια στην επαρχία για το κυνήγι των κακοπληρωτών, τη μιζέρια των υαλικών και τον αγώνα για νέα σχέδια που θα ενθουσιάσουν τους πελάτες και φεύγει για νέες αναζητήσεις, με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψει. Αφήνει πίσω της έναν Βλάσση έγκλειστο σε μια νευρολογική κλινική της κακιάς ώρας και την ευθυνη του μαγαζιού στους δύο υπαλλήλους της. Όταν τελειώσει η περιπέτειά της κι επιστρέψει, θα προσπαθήσει να διασώσει ό,τι μπορεί από τα πάντα, που στο μεσοδιάστημα έχουν πάρει την κατιούσα. Θα ξανασταθεί στα πόδια της, αλλά είναι πλέον μόνη της… χωρίς σύντροφο (ο Βλάσσης πεθαίνει), χωρίς φίλους (ο Σπύρος θα δουλεύει από δω και από κεί, προσπαθώντας να επιβιώσει και θα είναι ο περίγελος της πιτσιρικαρίας της γειτονιάς, ενώ ο Βάσος θα παντρευτεί μια πλούσια γριά με περιουσία στον Υμηττό, μην έχοντας κάτι καλύτερο να διαλέξει…), πασχίζοντας να βρει κάποιο καινούριο νόημα, μια νεα ιδέα να πιαστεί…

Ένα εξαιρετικό βιβλίο, βρήκε τον δρόμο για το θεατρικό σανίδι και δημιουργήθηκε μια από τις καλύτερες φετινές παραστάσεις. Ιδιαίτερα δύσκολο ως εγχείρημα η διασκευή αυτή, που ανέλαβε επιτυχώς ο Γιάννης Μπουραζάνας, που υποδύεται και τον Σπύρο στην παράσταση. Η σκηνοθεσία του Άγγελου Χατζά, πολύ προσεγμένη και ταιριαστή στην παράσταση, έντυσε με μια καταπληκτική φυσικότητα όλους τους ήρωες, που πολλές φορές αισθανόσουν ότι βρίσκεσαι στο διπλανό τραπεζάκι της ταβέρνας και τους παρακολουθούσες, τη στιγμή που συνέβαιναν τα γεγονότα. Εξαιρετικός κι ως Βλάσσης, σε έναν ρόλο χωρίς πολλά λόγια, αλλά με πολύ συναίσθημα, ο πιο δραματικός όλων, με το μονίμως παραπονέμενο βλέμμα, που κόβει σαν σπασμένο γυαλί.
Η γυναίκα του έργου, η Μπέμπα βρήκε την ιδανική ενσάρκωσή της στην Τζίνη Παπαδοπούλου, ο πιο χαρασματικός και δυναμικός χαρακτήρας, που στο τέλος πληρώνει με πολύ βαρύ τίμημα όλες τις επιλογές της. Και φυσικά, το “λαμόγιο” της υπόθεσης, ο άνθρωπος που θα κάνει τα πάντα για να επιβιώσει, ο απόλυτος τυχοδιώκτης, ο Βάσος που ερμηνεύεται υπέροχα από τον Γιάννη Στόλλα. Να μην παραλείψω να αναφέρω την καταπληκτική δουλεία που έχει γίνει στη σκηνογραφία, τα φώτα και τη μουσική επένδυση της παράστασης (αυτή ειδικά τη λάτρεψα!).
Δεν θα υπερβάλλω αν πω πως, ίσως, είναι η καλύτερη μεταφορά λογοτεχνικού έργου Έλληνα συγγραφέα, που προσωπικά έχω δει τα τελευταία χρόνια. Ένα άκρως δραματικό έργο, διανθισμένο με τις κωμικές στιγμές του, έτσι ώστε να μην γίνει καταθλιπτικό, πορτραίτο μιας εποχής που η γενιά μου δεν έζησε (τότε οι περισσότεροι γεννηθήκαμε άλλωστε) και έχουμε αφηγήσεις από το οικογενειακο μας περιβάλλον. Γνώριμες, όμως, και για μας καταστάσεις, η οικονομική κρίση, οι αξίες και τα πιστεύω που εκμαυλίζονται, η αγωνία για το αύριο που δεν μπορεί να διακρίνεις τι σου επιφυλλάσσει. Δεν πιστεύω ότι ο Μένης Κουμανταρέας ήταν προφητικός· μάλλον τα τελευταία 50 χρόνια ζούμε την ψευδαίσθηση ότι φεύγουμε μπροστά, αλλά μπορεί κανείς να μετακινηθεί με ένα παλιάς κοπής όχημα με σκασμένα (επιπλέον) λάστιχα;
Μην παραλείψεις να δεις αυτήν την παράσταση, αν το έχεις αμελήσει. Θα βγεις από το όμορφο θεατράκι πολύ γεμάτος και με το αίσθημα ότι σε κάτι σπουδαίο υπήρξες συμμέτοχος.
Περισσότερα εδώ.
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv