Sin Radio Listen, don't just hear!

Ο Τόλης Παπαδημητρίου έχει ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, είναι πολύ σεμνός και παράλληλα σου βγάζει μια φιλοδοξία. Δεν το λες κακό το πακετάκι και αυτή την αίσθηση την έχω από την πρώτη παράστασή του που είδα (Ο Γερμανός Ξανάρχεται), που την συνοδεύσαμε με μια ραδιοφωνική συνέντευξη. Με το περσινό ‘Ποιος φοβάται την Υπατία Καρυωτάκη’, προχώρησε βήματα παρακάτω, όμως, κάποιες μικρές λεπτομέρειες με έκαναν να πιστεύω ότι αυτό που είχε κατά νου δεν του βγήκε στο απόλυτο. Όταν φέτος μιλήσαμε για την καινούργια του δουλειά, πίστεψα πως ίσως έχει να παρουσιάσει κάτι αρκετά καλό και πως άξιζε να τον υποστηρίξει, στο κεντρικό αθηναικό θέατρο, το κοινό.
Τι είναι η Βίλα Αμαλίας (πέρα από ‘πιασάρικος’ τίτλος);
Είναι η ιστορία δύο καθημερινών σύγχρονων νεαρών Ελλήνων που ψάχνονται πώς θα βγάλουν χρήματα για να ζήσουν μια άνετη ζωή. Σε αυτό το ενδεχόμενο τρεις δρόμοι υπάρχουν:
α) να δουλέψεις σαν το σκυλί (με αμφίβολα αποτελέσματα ως προς την επιτυχία).
β) να βρεις κάτι που θα είναι μοναδικό στο είδος του και να ανταμειφθείς γι’ αυτό.
γ) να εκμεταλλευτείς μια συγκυρία που θα σου παρουσιαστεί, αδιαφορώντας για τα όποια ηθικά διλήμματα προκύψουν. Σε αυτή την εκδοχή υπάρχει η διχάλα του νόμιμου τρόπου και του μη, με μια λεπτή κλωστή να χωρίζει το ένα από το άλλο.
Στη περίπτωσή μας, πολύ ηθικό δεν είναι να κάνεις το σπίτι που μένεις χώρο για βίζιτες και να προσπαθήσεις να βγάλεις λεφτά από εκβιασμό, αλλά πενία τέχνας κατεργάζεται…

Κι επειδή οι δύο ήρωες δεν είναι και τα πρώτα μυαλά, συν το γεγονός ότι το περιβάλλον τους αποτελείται από ιδιαίτερους, επίσης, ανθρώπους, το αποτέλεσμα της προσπάθειας είναι κωμικοτραγικό για τους ίδιους, αφού τίποτα δεν πρόκειται να λειτουργήσει βάσει σχεδίου (του όποιου σχεδίου, τελοσπάντων!). Ρώσοι drug dealers, συνοδοί πολυτελείας, ένας πολιτικός, η σπιτονοικοκυρά με το αστυνομικό δαιμόνιο και η κόρη της που ποθεί έναν εκ των δύο αδερφών, είναι οι υπόλοιποι κρίκοι της αλυσίδας της παράστασης που έχει έναν αρκετά γρήγορο ρυθμό, που δε σε αφήνει στιγμή να χαλαρώσεις.
Αρκετά τα ευρηματικά στοιχεία που εντόπισα στην παράσταση, πολύ απλά στην εφαρμογή τους, που βγάζουν γέλιο (π.χ. η στιγμή που λέει ο ένας αδερφός στον άλλο ‘Κάνε το παγώνι’ σε μια ερώτηση που δεν πρέπει να απαντηθεί και ο αδερφός παίρνει σταση παγωνιού, στην κυριολεξία κόντεψε να μας ρίξει κάτω από την καρέκλα!) ή δείχνουν πως σκηνοθετικά τολμάει ο Τόλης να δοκιμάσει πράγματα για πρώτη φορά (slow motion προς το τέλος του έργου). Σίγουρα έχει βελτιωθεί από την περσινή του δουλειά σε αυτό κομμάτι, όμως ακόμη έχει δρόμο μπροστά του – η μόνη μου παρατήρηση γι’ αυτή του την ιδιότητα είναι πως στην κατανομή κάποιων ρόλων υπήρξε μια αστοχία. Μιλάω για το δίπολο μάνας Αμαλίας και κόρης, που δεν μας έπεισε ότι ισχύει κάτι τέτοιο, μιας και οι δύο γυναίκες μοιαζαν συνομήλικες στη χειρότερη ή στην καλύτερη, πως το παιδί η μητέρα το είχε συλλάβει στην τρυφερή ηλικία των 8 ετών…
Ερμηνευτικά, για τις δύο προαναφερθείσες, μπορεί κάποιος να πει ότι ήταν μέσα στους ρόλους τους, κρατώντας μια σταθερή ‘θερμοκρασία’ και, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, λόγω της μικρής τους συνολικά συμμετοχής στην παράσταση.
Οι δύο νεότεροι συμμετέχοντες στην ομάδα έδειξαν αρκετά καλά στοιχεία, και ειδικότερα ο ένας που υποδύθηκε τον υπουργό, λόγω και της φυσιογνωμίας του, μας έκανε λίγο κλικ περισσότερο. Σωστοί κι αυτοί ερμηνευτικά, έβγαλαν αρκετό γέλιο στις σκηνές τους και έδειξαν καλό δέσιμο με την υπόλοιπη ομάδα.
Μια από τις δύο εκπλήξεις ήταν η Μιχαηλία Μουσάκου. Σαφέστατα πολύ καλύτερη από την περσινή της παρουσία, περισσότερο άνετη, στο ρόλο της ρωσίδας συνοδού, Σάσας Στολίσταγια, έδωσε μια φοβερή ερμηνεία. Ωραία η ρωσικοελληνική προφορά της και κράτησα το παίξιμο με τις εκφράσεις της.
Η έτερη έκπληξη ήταν ο Αντώνης Στάμος. Στις προηγούμενες παραστάσεις της ομάδας είχε έναν πιο υποστηρικτικό ρόλο, όμως εδώ λάμπει στην κυριολεξία. Ιδανικός στο ρόλο του αδερφού που είναι μονίμως κάπου αλλού, με πολλές στιγμές γέλιου, και αυτός με πολύ εκφραστικό πρόσωπο. Ίσως ο πιο αγαπημενός μου, ερμηνευτικά, ήρωας της παράστασης.

Τέλος, ο Τόλης Παπαδημητρίου, με την τριπλή ιδιότητα σκηνόθετη-συγγραφέα-πρωταγωνιστή, στους γνωστούς του ρυθμούς ταχύτητας, βελτιώμενος κι αυτός σε σχέση με πέρυσι. Τον βρήκα συνολικά πως έχει κάνει μεγάλα βήματα προόδου (μοίρασε πιο δημοκρατικά φέτος το χρόνο στους ρόλους, σε σχέση με άλλες φορές, κρατώντας πάλι τη μερίδα του λέοντος για τον ίδιο, περιορίζοντάς την όμως αρκετά) και σίγουρα νιώθω ότι οι εκτιμήσεις μου γι’αυτόν μάλλον ήταν σωστές. Θα ήθελα να τον δω, όμως, σε κάτι δικό του μεν, αλλά που τη σκηνοθετική επιμέλεια θα έχει ένας τρίτος, για να δω αν μπορεί να λειτουργήσει το ίδιο καλά και σε άλλες συνθήκες.
Συνολικά, αυτή η Βίλα Αμαλίας, που χειροκροτήθηκε πολύ και λογικά θα ξαναδούμε του χρόνου επί σκηνής (μην αλλάζει κάθε χρόνο έργο, καλές είναι κι οι επαναλήψεις) είναι μια σύγχρονη κωμωδία, με πολύ έξυπνο χιούμορ και γλώσσα της εποχής (λίγη απο τη βωμολοχία αν έλειπε δε θα με χάλαγε, γιατί οι αριστοφανικές δικαιολογίες συχνά μου μυρίζουν συγκάλυψη του εύκολου τρόπου να βγάλουμε γέλιο – έχουμε πλούσια γλώσσα, δόξα τον Παντοδύναμο), μια αρκετά καλή διανομή και με πολύ καλές ερμηνείες, που δεν προσποιείται πως είναι κάτι άλλο, παρά μια πολύ καλή λαϊκή κωμωδία. Αν συμβεί και κάνει καμιά καλοκαιρινή έξοδο και τη συναντήσετε στο δρόμο σας, σπεύσατε να την απολαύσετε!
Υ.Γ. Ωραίο θέατρο ο Ακάδημος αλλά τότε… μια μικρή ανακαίνιση κρίνεται απαραίτητη, αφού οι ξεφλουδισμένοι τοίχοι και οι άβολες καρέλες μαρτυρούν την ηλικία του χώρου. Σίγουρα από τα πιο όμορφα -χωροταξικά- θέατρα της πόλης, είναι κρίμα να έχει μια τέτοια εικόνα τη στιγμή που εύκολα μπορεί να λάμψει δίπλα στα λοιπά ανανεωμένα θέατρα της περιοχής.
Περισσότερα εδώ.
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv