play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Βασανίζομαι’ στο Θέατρο Αλκμήνη

today11 Νοεμβρίου, 2024

Φόντο
share close

Σάββατο απόγευμα, στη γειτονιά που μεγάλωσα, κι αυτήν τη φορά όχι για να με “βασανίσουν” με τα “προβλήματά” τους οι δικοί μου, αλλά για να δω τη νέα παράσταση των Λιακόπουλου – Κοντοπόδη στο Θέατρο Αλκμήνη.

Είχα μια αίσθηση ότι το ‘Βασανίζομαι’, σε προηγούμενο ανέβασμά του (το μακρινό 2010), ήταν με πολυπρόσωπη διανομή, κάτι που μου επιβεβαίωσε κι ο Αλέξανδρος (Λιακόπουλος), που μιλήσαμε στην είσοδο, πριν την παράσταση.

“Ξέρεις, σε εκείνο το ανέβασμα, τότε υπήρχαν κάποιοι που βρήκαν υπερβολική την ιστορία και είχαν ενστάσεις για όσα έλεγε”, μου είπε, χωρίς να καταλάβω τι στο καλό μπορεί να είχε ενοχλήσει, ένα θεατρικό κείμενο, ορισμένους θεατές (ηλίθια σκέψη, αφού σε παραστάσεις έχουμε δει να ενοχλούνται από τα πιο άσχετα πράγματα αυτοί που μας το παίζουν πολύ ευαίσθητοι ή πολύ θεματοφύλακες γενικώς, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία).

Μπαίνουμε στην αίθουσα και το μάτι πέφτει στο καρτοτηλέφωνο! Τι λες τώρα, σκέφτομαι, και ταυτόχρονα αναρωτιέμαι πού να έχω θάψει εκείνη τη συλλογή με τις τηλεκάρτες κι αν θα πιάνει κάτι καλό, αν τη “σκοτώσω” σε κανέναν νεόκοπο συλλέκτη, για να βουλώσω καμιά τρύπα (άλλωστε και που την έχω, κλεισμένη στο ντουλάπι είναι…).

Ο ήρωας με ενδυμασία δημοσίου υπαλλήλου-old school (το κλασικό κοστουμάκι-γιλεκάκι-καπελάκι), μας περιμένει μαζί με μια βαλίτσα. Πίσω του, ένας δεύτερος χώρος, που σίγουρα στην εξέλιξη κάπου θα χρησιμοποιηθεί.

Μας συστήνεται – ονομάζεται Φωκίων Λαχταρίδης και έχει στο βλέμμα ένα παράπονο, έναν πόνο, σαν κάτι να τον τρώει μέσα του. Είναι παντρεμένος, με δυο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, ενήλικα πλέον, που ζουν ακόμη στην οικογενειακή εστία και δεν επιθυμούν να χάσουν τη βόλεψή τους. Δεν είναι έτσι, ρε γμτ, ένας άνθρωπος που έχει δυο παιδιά, που δεν θέλουν να αναλάβουν ευθύνες… κάτι άλλο συμβαίνει.

Θα μας λύσει την απορία, όταν, ξετυλίγοντας το κουβάρι της ζωής του, θα μας ξεκινήσει την προσωπική του διαδρομή, από την παιδική του ηλικία. Ο πατέρας του, οπαδός του δόγματος “βάρα κι όσο δεν σπάει, αντέχει”, δηλαδή ξύλο ως παιδαγωγική μέθοδος στη νιοστή (που, όταν αργότερα θα του ζητηθεί ο λόγος για όλο αυτό, θα ισχυριστεί ότι αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα – “εγώ στα πούπουλα σε μεγάλωσα”… κάπου το έχω ξανακούσει αυτό!).

Δεκαετία ’50, επαρχία, σχολεία αρρένων και θηλέων, πατρίς-θρησκεία-οικογένεια και αυστηρά σχολεία με κάτι στραβοχυμένους καθηγητές, που έψαχναν αφορμή να κατηχήσουν την “άμυαλη” νεολαία. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Φώντας ανακαλύπτει την αγάπη του για τις γυναίκες, στο πρόσωπο μιας νεαρής καθηγήτριας, στο γυμνάσιο αρρένων που σπουδάζει.

Φυσικά, μέχρι να ενηλικιωθεί ούτε λόγος για κάτι παραπάνω με το άλλο φύλο, οπότε η γνωριμία του με την Κρητικιά και αρκετά δυναμική Αριστέα και η υπόσχεση μια γεμάτης σεξουαλικά ζωής στα 19 του, τον καθιστά, σε χρόνο ρεκόρ, παντρεμένο. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις, σε συνδυασμό με τα παιδιά και το περιβάλλον που επιβάλλει να επιδεικνύεις την καλοπέραση και τη δημιουργία πλούτου, κάτι που κάνει την Αριστέα να του “χτυπάει” ότι είναι ανεπαρκής, δεν αργούν να φέρουν σε απόγνωση τον Φωκιώνα, που αναζητά τρόπους να ανταπεξέλθει στα ζητούμενα και, όταν το καταφέρνει, διαπιστώνει πως και πάλι όλοι έχουν το ανικανοποίητο και τελικά ο μόνος χαμένος και χρεωμένος είναι αυτός!

Όταν το “κακό” τού χτυπήσει την πόρτα, ο ήρωας μας, με την άκρως μαζοχιστική διάθεση, αφού ενημερώσει την οικογένεια ότι έχει λίγους μήνες ζωής, θα υποκύψει σε όλες τις παράλογες απαιτήσεις τους ξανά, και πάλι θα φταίει, γιατί τα πράγματα δεν βγαίνουν σύμφωνα με τα σενάριά τους, αλλά θα κάνει υπομονή, γνωρίζοντας ότι είναι και η τελευταία φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Φευ! Το τηλέφωνο από τον γιατρό, που του γνωστοποιεί πως είναι υγιέστατος και όλο αυτό ήταν μια τεράστια παρεξήγηση, του δίνει το τελειωτικό χτύπημα, αφού οι δικοί του, αντί να χαρούν που δεν θα πεθάνει ο χριστιανός, τον ξαναχρεώνουν για τα πάντα και του ζητάνε μια νέα σειρά απο παράλογες απαιτήσεις, οδηγώντας τον τελικά στην έκρηξη.

Με καθυστέρηση πολλών ετών, θα αποφασίσει ότι δεν του αξίζει μια τέτοια ζωή και θα επιλέξει να κάνει θετικά πράγματα για τον ίδιο – πόσο εύκολο είναι αυτό;

Καθόλου, και γι’αυτό ανοίγει την ψυχούλα του και μιλάει για όλα αυτά που σαν ασήκωτο φορτίο κουβαλάει και μας αποκαλύπτει ότι είναι ο μυστηριώδης “πατέρας” του “…βασανίζομαι”, του γκράφιτι με το μαύρο σπρέι που βλέπουμε σε διάφορα σημεία της πόλης.

Δεν θεωρούμαι κατάλληλος να απαντήσω στα ερωτήματα που πηγάζουν από την παράσταση και το κείμενο…

Θα συμφωνήσω με αυτόν που θα πει ότι δεν κόλλησα για τους δικούς μου μια λοιμώδη ασθένεια, με σκοπό να εισπράττω ένα μηνιαίο επίδομα, όμως είμαι σίγουρος πως οι πολύ κοντινοί μου δεν εκτίμησαν ποτέ τους όσα έχουν πάρει (απόδειξη το γεγονός ότι, όταν χρειάστηκε να ανταποδώσουν κάπως, ήρθαν είτε με άδεια χέρια είτε με δώρα τρίτων που τους ήταν άχρηστα, όπερ συνέβη και για μένα) και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η παρτάρα τους και περιμένουν να “πεθάνει ο θείος” για να καρπωθούν τα παιδιά τους, ό,τι θα έχω φτιάξει όσα χρόνια εργάζομαι και δημιουργώ.

Στα επί σκηνής… ένας καταπληκτικός Γιώργης, στα καλύτερά του υποκριτικά, να κερδίζει το στοίχημα ότι θα κάνει κάτι εξίσου καλό με τον ‘Χαλεπά’ της προηγούμενης διετίας. Μόνο, που στην περίπτωση αυτή, δεν κέρδισε το ποντάρισμα, αλλά πήρε και ολόκληρο το μαγαζί που κατέθεσε το δελτίο!

Σε έναν πολύ πιο απαιτητικό ρόλο, που χρειάζεται να αλλάζει πολλές φορές διάθεση και να υποδύεται παράλληλα και τα άλλα πρόσωπα του κειμένου, γίνεται ο ορισμός του ηθοποιού-χαμαιλέοντα. Περνάει από όλα αυτά τα στάδια με απίστευτη φυσικότητα και άνεση και βρίσκεται – πιστεύω – στην καλύτερη δημιουργική του φάση από τότε που τον πρωτοείδαμε (το μακρινό 2014, στο “Ελεύθερο ζευγάρι”).

Είναι αδύνατον αυτή η ερμηνεία να μην αγγίξει κάποιον από το κοινό, να μην κάνει πολλούς να ταυτιστούν και να συμπάσχουν με αυτόν τον ήρωα, που κατέστρεψε χωρίς λόγο τον εαυτό του και δεν υπήρξε κανείς να του πει έστω κι ένα ‘ψεύτικο’ ευχαριστώ.

Ο Αλέξανδρος Λιακόπουλος, γνωρίζοντας, μετά από τόσα χρόνια συνεργασίας, τις ικανότητές του, έφτιαξε μια πολύ όμορφη παράσταση, μένοντας πάνω στο κείμενο και αξιοποιώντας τον χώρο της σκηνής, με τόσα όσα σκηνικά αντικείμενα και φωτίζοντάς την έτσι ώστε να λάμψει η ερμηνεία του ηθοποιού.

Το κείμενο του Αντώνη Τσιπιανίτη Αθερινού κρύβει μια θλίψη και μια πικρία, με την εμφανή συμπάθεια στον Φωκίωνα για όσα περνάει, και λειτουργεί σαν καθρεφτάκι της σύγχρονης οικογένειας, όχι για όλες φυσικά, αλλά για μια πλειοψηφία, δυστυχώς. Ακούγοντάς το, κατά τη διάρκεια της παράστασης, θυμήθηκα τα λόγια κάποιου “σοφού της ζωής” που συνάντησα κάποτε και μου είχε διηγηθεί μια αντίστοιχη περίπου δική του ιστορία, κλείνοντάς τη με τη φράση “μετά της απομακρύνσεως από το ταμείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται” και με έπιασε μια στεναχώρια για το άδικο, αλλά συνήλθα γρήγορα, γιατί ξέρω πως δεν μπορώ να αλλάξω τους ανθρώπους και γιατί δεν πήγα θέατρο για να πέσω σε πιο μεγάλη λίμνη μαυρίλας.

Πόσο βέβαιος είσαι για την οικογένειά σου, για εκείνους που αγαπάς, για τους γύρω σου, για αυτούς που όποτε χρειάστηκε ήσουν εκεί, χωρίς να στο ζητήσει κανείς; Τι συμβαίνει, όταν πέφτουν οι μάσκες και διαπιστώνεις ότι έχτιζες πάνω στην άμμο; Και τελικά, πώς αντιδράς σε όλο αυτό; Κάνεις το σωστό ή το “σωστό”; Και ποιος ορίζει ποιο από τα δύο προαναφερόμενα, είναι το ορθό;

Αμείλικτα ερωτήματα που δυστυχώς για όσους τα αντιμετώπιζουν, δεν κυκλοφορει κάποιο “λυσάρι” ή έστω ένας οδηγός επιβίωσης…

Αντιλήφθηκα τον λόγο που κάποιοι ενοχλήθηκαν και γέλασα, γιατί και σήμερα ό,τι βρωμάει, αντί να το πιάσουμε και να το καθαρίσουμε (αν γίνεται) ή να το πετάξουμε μακριά, κάνουμε ότι δεν υπάρχει και δεν το βλέπουμε-μυρίζουμε για να μην διαταράξουμε τη σειρά του κόσμου….

Αν γνωρίζετε τη δουλειά του Γιώργη Κοντοπόδη και δεν έχετε δει ακόμη αυτόν τον μονόλογο, μην το καθυστερείτε άλλο.
Αν ακούσατε κάτι καλό για την παράσταση, προσερχόμενοι, θα διαπιστώσετε ότι δεν ήταν υπερβολές.
Αν, παρ’ελπίδα, δεν τον έχετε δει μέχρι σήμερα, ποτέ ξανά, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να τον γνωρίσετε ως ηθοποιό.
Παράλληλα, θα δείτε και ένα έργο, που δεν θα πιστέψετε ότι γράφτηκε πριν τόσα χρόνια, γιατί φωνάζει πως είναι του σήμερα και του χθες και του αύριο, και μπορεί να λειτουργήσει ως καμπανάκι (όπως όλα τα έργα του συγκεκριμένου συγγραφέα), σε κάποιες συνειδήσεις, για όλα αυτά που γίνονται λάθος ασυνείδητα ή, ακόμη χειρότερα, συνειδητά…

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2024

Συντάχθηκε από: Sin Radio