Sin Radio Listen, don't just hear!
Μετα τα “Τrue West” και “Fool for love”, ήρθε η στιγμή να δούμε και ένα τρίτο έργο από τον Σαμ Σέπαρντ, γραμμένο πάλι στη δεκαετία του ’80.
Η δεκαετία εκείνη ήταν πολύ ιδιαίτερη για τις ΗΠΑ, καθώς, χρόνια μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, διακατέχονταν από ένα αίσθημα ηγεμονίας και υπεροχής, που θα τις έκανε να δώσουν τα “φώτα” τους στον υπόλοιπο κόσμο, καθορίζοντας τις παγκόσμιες τάσεις και το μέλλον της ανθρωπότητας.
Το αμερικανικό όνειρο επιστρέφει με νέα μορφή και οι “πωλητές” του πιστεύουν ότι η λάμψη και τα φώτα των μεγαλουπόλεων της ηπείρου, σε συνδυασμό με την εμπορική προώθησή τους, θα έκαναν την υφήλιο να χορεύει στον δικό τους ρυθμό. Αυτή η αυταπάτη καλλιεργήθηκε πολύ έντονα στους κατοίκους της χώρας, όπου ο μέσος Αμερικανός ένιωθε σαν ένας μικρός θεός, έποικος στη νέα γη της επαγγελίας.
Οι θεατρικοί συγγραφείς εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και ο Σέπαρντ, ακολουθούν το μονοπάτι παλιότερων συναδέλφων τους, καταστρέφοντας τη μακέτα που δείχνει μια ωραιοποιημένη κατάσταση και εκθέτοντας τα διαχρονικά κακώς κείμενα της αμερικανικής κοινωνίας και τις παθογένειες που υπήρχαν σε αρκετές οικογένειες, ειδικά στην ενδοχώρα.
Κεντρικοί ήρωες είναι ο Τζέικ και η Μπεθ, και κατ’επέκταση οι οικογένειές τους. Το έργο ξεκινά με τον Τζέικ να εξομολογείται στον αδερφό του, Φράνκι, πως μάλλον σκότωσε τη γυναίκα του, Μπεθ, σε μια κρίση ζηλοτυπίας, την οποία διηγείται, για να καταλάβουμε εξαρχής πως με τον συγκεκριμένο κάτι δεν πηγαίνει πολύ καλά. Ταυτόχρονα, παρακολουθούμε, στο έτερο μισό της σκηνής, τη Μπεθ να είναι στο νοσοκομείο, μαζί με τον αδερφό της, Μάικ, με διάγνωση μιας σοβαρής μόνιμης εγκεφαλικής βλάβης, εν αναμονή της επίσκεψης των γονιών της.
Στην εξέλιξη της ιστορίας, ο Μάικ αποφασίζει πως το καλύτερο περιβάλλον για την αδερφή του είναι το ράντσο της οικογένειας, κάπου στην βόρεια Αμερική, όπου θα βρίσκεται μακριά από τον κακοποιητή σύζυγό της. Ο Τζέικ βρίσκει το ιδανικό καταφύγιο στο παιδικό του δωμάτιο, στο σπίτι της μητέρας του, Λορίν, κάτι που την γεμίζει χαρά, αφού έχει έναν αρρωστημένο “έρωτα” για τον γιο της, αλλά δημιουργεί ένταση με την αδερφή του, Σάλι, που είναι η μόνη που γνωρίζει καλά το παρελθόν και τι είναι ικανός να κάνει ο αδερφός της και η οποία, για να μην ξαναδεί το έργο, αποφασίζει να πάρει αποστάσεις από την οικογένεια.
Όταν μαθαίνει ότι η γυναίκα του βρίσκεται ζωντανή στο πατρικό της, στέλνει τον Φράνκι να της μιλήσει και να της μεταφέρει την μεταμέλειά του, ο οποίος καταλήγει εγκλωβισμένος στο ράντζο, αφού πρώτα τον έχει τραυματίσει κατά λάθος ο Μπέιλορ, ο πατέρας της Μπεθ. Εκεί, γίνεται μάρτυρας της κατάστασης της κοπέλας και της δυσλειτουργικής οικογένειάς της.
Πίσω, στην άλλη οικογένεια, η Σάλι επιστρέφει για να τακτοποιήσει μια για πάντα τους λογαριασμούς με το παρελθόν και να αναμετρηθεί με τη μητέρα τους. Αντιλαμβάνεται πως τα τραυματικά παιδικά χρόνια που πέρασαν έχουν κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ψυχοσύνθεση του αδερφού της, ο οποίος εμφανίζει κενά μνήμης σε γεγονότα που ήταν παρών, έχοντάς τα απωθήσει από το συνειδητό του και αντικαταστήσει με θολές εικόνες που δεν του επηρεάζουν τα αφηγήματά του. Σε έναν ειλικρινή διάλογο με τη Λορίν, της εξιστορεί τι πραγματικά συνέβη τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας των παιδιών της και την εμπλοκή του Τζέικ. Τότε, η μητέρα παίρνει την απόφαση πως η μόνη διέξοδος είναι η φυγή μακριά από όλη αυτήν την κατάσταση, στην Ιρλανδία, τη χώρα που έχουν συγγενείς, αφού πρώτα εξαφανίσουν οτιδήποτε τους θυμίζει την εκεί ζωή τους. Παράλληλα, ο Τζέικ, μην έχοντας νέα από τον αδερφό του, αποφασίζει να πάει να τον βρει και να διαπιστώσει τι του έχει συμβεί. Όταν, μετά από πολλές ταλαιπωρίες, φτάνει στη φάρμα της οικογένειας της συζύγου του, ο Μάικ τον υποχρεώνει να ζητήσει συγχώρεση γονυπετής από την αδερφή του, και η οποία, με όση διαύγεια διαθέτει, τον αντιμετωπίζει σαν έναν αγαπημένο που έκανε μια αταξία…
Ο Σαμ Σέπαρντ, έχοντας εργαστεί στα νιάτα του για δύο χρόνια σε ένα ράντζο, και γνωρίζοντας την Αμερική πίσω από τη βιτρίνα, στα έργα του τοποθετεί ήρωες από εκείνη την εμπειρία. Πίσω από τις μάτσο εικόνες των αρσενικών, που ρυθμίζουν τα πάντα με τον τρόπο τους, αυτόν που δεν διαφέρει πολύ από εκείνον της Άγριας Δύσης, υπάρχει μια σαφής ειρωνεία και ένα δεικτικό σχόλιο, μασκαρεμένο πίσω από την εικόνα για την αγία αμερικανική οικογένεια.
Και οι δύο φαμίλιες αποτελούνται από γονείς ακατάλληλους για τεκνοποίηση – ο Μπέιλορ, ένας άνθρωπος που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να κυνηγάει ελάφια στο κοντινό δάσος, ανίκανος να αγάπησει οποιονδήποτε και χωρίς να νοιάζεται για τίποτα, επικεφαλής μια τυπικής πατριαρχικής οικογένειας. Δίπλα του, η σύζυγός του, Μεγκ, χαμένη σε έναν δικό της κόσμο, παρούσα και απούσα ταυτόχρονα, χωρίς εμφανή προσωπικότητα, λειτουργεί σαν σκυλί που επιζητά ένα χάδι του κηδεμόνα του, παρά τα όσα επιβάλλει η θέση της στο σπίτι. Σε μια διαρκή αναζήτηση σκοπού και θέσης, ο γιος της, Μάικ, προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις επιθυμίες του και το πατρικό πρότυπο, ενώ η μικρή κόρη, Μπεθ, στην απόπειρά της να ξεφύγει από ένα κακοποιητικό και βάναυσο περιβάλλον, επιλέγει έναν σύντροφο που αναπαράγει όλα όσα θέλει να αποφύγει στη χειρότερή τους εκδοχή.
Στην αντίπερα όχθη, βλέπουμε μια μητέρα που βρίσκεται χαμένη ανάμεσα στους εθισμούς της και την ανάγκη να κάνει το σωστό για τα παιδιά της, που έκανε με έναν απίστευτα φευγάτο τύπο, τον οποίο διαρκώς κυνηγούσε, για λόγους που ούτε η ίδια μπορεί να εξηγήσει. Ο μεγάλος της γιος, Τζέικ, ζώντας από παιδί την απόλυτη παράνοια της σχέσης των γονιών του, έχει καταστρέψει οτιδήποτε καλό μπορεί κάποτε να είχε μέσα του και αφήσει όλα τα αρχέγονα ένστικτα να καθοδηγούν τη ζωή του. Τα δυο μικρότερα παιδιά, ο Φράνκι και η Σάλι, προσπαθούν με καρτερικότητα, να βρουν τον τρόπο που θα βοηθήσει την οικογένειά τους να προχωρήσει παρακάτω όσα πιο “φυσιολογικά” είναι αυτό δυνατόν…
Το έργο παρουσιάζει 8 πρόσωπα που η ομοιότητα με ανθρώπους, όπως τους ορίζουμε οι περισσότεροι, παραμένει μόνο στην εξωτερική εμφάνιση. Ό,τι και να κάνουν, ρίχνει νερό στον μύλο της δυστοπίας που είναι καταδικασμένοι να περιστρέφουν. Αυτό το απεικονίζει εύγλωττα η ρεαλιστική σκηνοθετική προσέγγιση της Έλενας Σκότη, όπου δίνει βάρος στις ψυχολογικές μεταπτώσεις των χαρακτήρων, τονίζοντας ταυτόχρονα τις εξαρτησιακές σχέσεις που υπάρχουν και τους κρατούν δέσμιους. Πετυχαίνει να δείξει το πώς μπορούν όλοι να βλέπουν την ιδια εικόνα, αλλά τα προσωπικά κριτήρια του καθενός, σε συνδυασμό με μια καταφανή έλλειψη ψυχικής και όχι μόνο αντίληψης και ενσυναίσθησης, τους κάνουν, ενώ δείχνουν πως επιθυμούν να παίζουν τον ίδιο σκοπό, να καταλήγουν να αυτοσχεδιάζουν κάτι ξεχωριστό ο καθένας. Ακομη και στις σκηνές που γίνονται συνεργατικά κάποια πράγματα, αντιλαμβάνεσαι πως, την ίδια στιγμή, ο κάθε ήρωας προσλαμβάνει διαφορετικά αυτό που συμβαίνει. Είναι εκπληκτικό να βλέπεις 8 ήρωες να περιστρέφονται γύρω από μια κοινή μαύρη τρύπα και οι ίδιοι να μην έχουν αντίληψη πού βρίσκονται!
Ο Τζέικ, του Γιώργου Τριανταφυλλίδη, είναι ένα μείγμα επιθετικότητας, εγωισμού και αδιανόητης οργής για την απόρριψή του από τον αόρατο πατέρα, που τον οδηγεί σε μονοπάτια βαναυσότητας και παράνοιας, χωρίς να καταλαβαίνει τι κάνει και γιατί. Η σύντροφός του, Μπεθ, ενσαρκώνεται από τη Μαρία Δαμασιώτη, ως μια παθητική προσωπικότητα, που αισθάνεσαι πως αποστολή της είναι να βρίσκεται μονίμως σε ένα βίαιο περιβάλλον και να πράττει όσα χρειάζονται για να το ταΐζει συνεχώς. Ο πατέρας της, ο Μπέιλορ, δοσμένος από τον Μελέτη Γεωργιάδη, είναι ένας άνδρας που σου δίνει την εντύπωση ότι είναι φτιαγμένος από ξύλο, με μοναδικό σκοπό ζωής, να είναι ένας τροφοσυλλέκτης κυνηγός. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, στον ρόλο της γυναίκας του, Μεγκ, με την ελαφρότητά της και την αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα, σου προκαλεί μια συμπάθεια και δεν μπορείς να κρίνεις αρνητικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Μάικ, του Ορέστη Τζιόβα, για άλλους λόγους – αυτούς φοβάται να ενδώσει στην εν γένει καλοσύνη του, φοβούμενος πως, χωρίς ένα σκληρό προσωπείο, δεν θα καταφέρει να επιβιώσει. Ο Βαγγέλης Αμπατζής, στον ρόλο του Φράνκι, και η Ήβη Νικολαΐδου, ως Σάλι, είναι δύο αγαπημένοι μου, μιας και σε αυτό το γαϊτάνακι τρέλας και παραλογισμού, προσπαθούν να κρατήσουν αντίσταση και να ξεφύγουν από μια πορεία που δείχνει προδιαγεγραμμένη. Τέλος, η Λορίν, της Κατερίνας Γιαμαλή, μας προκάλεσε πλήθος αρνητικών σκέψεων, αφού εμφάνισε μια γυναίκα υποταγμένη στα πάθη της και χωρίς αντίληψη, που όλες οι λάθος αποφάσεις της καθόρισαν τη μοίρα των παιδιών της.
Ενδιαφέρουσα η σκηνογραφία του Γιώργου Χατζηνικολάου (συμμετέχει και στη σκηνοθεσία και στα κοστούμια), με την ταυτόχρονη παρουσία των σπιτιών και των δυο οικογενειών, αλλά και του δάσους που περικλείει τη φάρμα του Μπέιλορ. Εξαιρετικοί οι φωτισμοί από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο και πολύ ωραία δουλειά στην κίνηση, από τη Μαργαρίτα Τρίκκα.
Τι είδους παράσταση είναι “Το ψέμα του μυαλού” και κατά πόσο μιλάει στο τώρα ένα έργο 40 χρονών;
Παρότι ο πυρήνας του αφορά σε μια άλλη χώρα και σε μια άλλη εποχή, όλα όσα πραγματεύεται τυγχάνουν εφιαλτικά επίκαιρα. Από την αρχική σκηνή με τον βίαιο ξυλοδαρμό της Μπεθ, που μοιάζει σαν να μην αφορά κανέναν, αφού η βία είναι κάτι το φυσιολογικό και κανείς δεν επιδιώκει την τιμωρία του αυτουργού (να ξεκινήσουμε να αριθμούμε αντίστοιχες ιστορίες που έχουμε ακούσει ή γνωρίζουμε και να προσθέσουμε κι αυτές που βγαίνουν ως ειδήσεις καθημερινά;), στη συμπεριφορά των χαρακτήρων – οι περισσότεροι στον μικρόκοσμό τους και οι ελάχιστοι που αγωνιούν να αντιμετωπίζονται ως γραφικές φιγούρες (γιατί μου μοιάζει σαν να βλέπω τον κόσμο γύρω καθημερινά;), έως τις επιμέρους ιστορίες που αναπαράγονται, το αίσθημα που σου μένει στο τέλος είναι πως κάποιος, για λόγους που δεν μπορείς να εξηγήσεις, “διασκεδάζει”, έχοντας τοποθετήσει τον κόσμο σε μια λούπα αρνητικότητας, όπου κάποιοι αναζητούν να ταυτιστούν με τον καουμπόη που θα σκοτώσει τους “απαραίτητους” κάθε φορά κακούς, άλλοι να κάνουν τους ακολούθους του, η πλειοψηφία να βρίσκεται σε διάφορετικούς παράλληλους κόσμους και οι εναπομείναντες ανησυχούντες να ψάχνουν τον τρόπο να αλλάξουν πλανήτη, μπας και εκεί βρουν έναν καλύτερο κόσμο. Κοινή συνιστώσα όλων αυτών είναι ότι, όπως οι ήρωες του έργου, και εμείς ψάχνουμε να κατασκευάσουμε ένα ψέμα του μυαλού, για προχωρήσουμε στο αβέβαιο παρακάτω…
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2026
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv