play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος’ στο Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες

today16 Απριλίου, 2024

Φόντο
share close

Αρχές δεκαετίας ’60, σε ένα μικρό μέρος στην ελληνική περιφέρεια, ο νέος Εισαγγελέας του τόπου ακούει κάτι φήμες, για μια ομάδα τεσσάρων νεαρών ομοφυλόφιλων ανδρών (Κουλαράδες το όνομά της, λογω ότι όλοι ήταν υπαίθριοι πωλητές κουλουριών και εργάζονταν στο μοναδικό εργαστήριο της περιοχής που τα παρασκεύαζε), που συνευρίσκονται ερωτικά με διάφορους άνδρες της περιοχής, σε έναν χώρο που κάποιος έχει νοικιάσει γι’αυτόν τον σκοπό. Θορυβημένος από αυτό, ξεκινάει, με τη συνδρομή αστυνομικών από μια γειτονική πόλη, έρευνα για να διαπιστώσει κατά πόσο, όσα ακούγονται, ανταποκρίνονται στην αλήθεια.

Θα συλλάβει τους τέσσερις νεαρούς με την κατηγορία της ομοφυλοφιλίας (ποινικό αδίκημα τότε) και στη διάρκεια των ανακρίσεων, αυτά που θα του πουν ότι συνέβαιναν στην τοπική κοινωνία και ποιοι εμπλέκονταν, θα τον κάνουν να χάσει πάσα ιδέα για τους ανθρώπους που συναστρεφόταν και να πάρει την απόφαση να καθαρίσει αυτήν την ιστορία.

Οι τέσσερις οδηγήθηκαν μόνο αυτοί σε δίκη, όπου, όταν αποτόλμησαν να πουν δημόσια όσα είχαν καταθέσει προανακριτικά, δέχτηκαν βία από τους αστυνομικούς-φρουρούς τους, μπροστά στα μάτια της έδρας που έκανε πως δεν είδε απολύτως τίποτα, ενώ ο εισαγγελέας είχε μετατεθεί νωρίτερα σε μια πολύ καλή θέση στην πρωτεύουσα και η υπόθεση είχε πάει στα χέρια ενός νέου που ήταν πρόθυμος να μη διαταράξει την τάξη. Η δίκη ήταν μια παρωδία, μέσα σε ένα κλίμα φόβου, προφανούς συγκάλυψης και υπόγειων συναλλαγών και οι ελάχιστοι που είχαν δηλώσει μάρτυρες υπεράσπισης, δεν παρουσιάστηκαν ποτέ, δεν τους έψαξε κανείς και η φωνη αυτών στο εδώλιο δεν ακούστηκε ποτέ (ούτε να απολογηθούν δεν τους άφησαν).

Καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια φυλακή έκαστος (οι εμπλεκόμενοι που είχαν “ενεργητικές” ή παθητικές” σχέσεις μαζί τους και ήταν μέτοχοι και σε άλλες “ομορφιές” όπως παιδοφιλία, δεν ενοχλήθηκαν ποτέ απο κανέναν και συνέχισαν τη ζωή τους – όλος ο κόσμος γνώριζε και κανείς δεν μίλησε ποτέ). Μετά την αποφυλάκισή τους από τις δικαστικές φυλακές του τόπου (γιατί άραγε τους κράτησαν εκεί;) έφυγαν για πάντα από το μέρος, πλην ενός, που ήταν ο καλύτερος φίλος της γιαγιάς μου και κάποια στιγμή, μου διηγήθηκε αυτήν την ιστορία, λίγο πριν πεθάνει, συμπληρώνοντας πως, μετά το πέρας της δίκης ήταν που ο πατέρας μου, σε ηλικία 16 ετών, αποφάσισε ότι δεν αντέχει να ζει άλλο εκεί και έφυγε για να σπουδάσει μηχανικός, ώστε αργότερα να μπορέσει να μπαρκάρει στα καράβια.

Αυτή η υπόθεση, μαζί με τις καταθέσεις των τεσσάρων νεαρών (που περιέγραφαν καταστάσεις που χαλούσαν το αφήγημα της εποχής) και τα αρχεία της, μυστηριωδώς κάποια στιγμή χάθηκε από παντού και τη θυμούνται ελάχιστοι και με όχι πολλές λεπτομέρειες και όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο, δεν υπάρχει καμία αναφορα πουθενά…

Σήμερα, σε ένα χωριό της Καταλονίας, ένας αγρότης βρίσκεται στα χωράφια του παρέα με το σκυλί του. Ξαφνικά, ο σκύλος κάτι ανακαλύπτει – το μακάβριο εύρημα αφορά στο σώμα ενός 17χρονου αγοριού, του πιο όμορφου νεαρού του χωριού, που βρίσκεται εκεί στη μέση του χωραφιού, νεκρός και ευνουχισμένος, φορώντας μόνο ένα κόκκινο μαγιό…

Πώς βρέθηκε εκεί το αγόρι; Ποιος μπορεί να έκανε κάτι τόσο φρικτό;

Το κοινό παρακολουθεί επτά πρόσωπα-κατοίκους του χωριού, που μιλάνε για την υπόθεση. Δεν αναφέρουν ποτέ τίποτα περί φόνου, απλά μας διηγούνται, ο κάθενας με τον τρόπο του, τι γνωρίζει για τον νεκρό νεαρό, πλέκοντας, με αυτό τον τρόπο, την ιστορία. Τοποθετούν κομμάτια στο ψηφιδωτό, όχι απαραίτητα με χρονολογική σειρα και χωρίς να τους απασχολεί αν λένε την αλήθεια ή όχι, απλά μιλάνε για όσα αντιλαμβανονται και για όσα γνωρίζουν και τους επιτρέπεται(;) να πουν.

Ο Αλμπέρ, ο νεαρός της ιστορίας, ζει με το βάρος της σκιάς που ρίχνει πάνω του η αυτοκτονία του πατέρα του πριν χρόνια. Γίνεται δακτυλοδεικτούμενος στο χωριό και μην αντέχοντας να ζει με αυτό, αποκλίνει της τροχιάς του και γίνεται ένας άγγελος του έρωτα για τη μικρή κοινωνία, ικανοποιώντας όλους όσοι επιζητούν κάτι από αυτόν και την ομορφιά του. Καθώς μεγαλώνει, ανακαλύπτει το σύνορο της περιοχής που συναντά τη μεγάλη λεωφόρο, όπου τα βράδια επισκέπτες από τις μεγάλες γειτονικές πόλεις έρχονται για να “αγοράσουν” λίγες στιγμες ηδονής από τα παιδιά του χωριού που τις προσφέρουν εκεί, με το αντίστοιχο κόστος.

Όλοι γνωρίζουν κι όλοι υποκρίνονται πως δεν συμβαίνει τίποτα, πως το μέρος είναι ένας καθαγιασμένος και ενάρετος τόπος. Πίσω από τις πόρτες κρύβονται φοβερά μυστικά και ανομολόγητα πάθη, που δεν πρέπει για κανέναν απολύτως λόγο να βγουν προς τα έξω.

Όμως, το νεαρό αγόρι αυτά δεν τα υπολογίζει… μην αισθανόμενο κάποια σύνδεση με τους ανθρώπους του τόπου, δεν έχει κανέναν λόγο να μην τραβήξει την κουρτίνα και να αποκαλύψει όσα γίνονται πίσω της σε κοινή θέα κι αυτό τον κάνει αυτομάτως πρόβλημα, καθώς εκθέτει στο φως όσα χρόνια τώρα κανείς δεν τόλμησε.

Στις μικρές κοινωνίες, το ημίφως είναι καθεστώς, οι ψίθυροι επικρατούσα γλώσσα και η συγκάλυψη, αρετή. Κανείς δεν συμφωνεί θεωρητικά με όσα μπορεί να συμβαίνουν, όμως υπάρχει μια σιωπηλή συναίνεση στο όνομα της καλής έξωθεν μαρτυρίας. Σε αυτά τα μέρη, ό,τι όμορφότερο από μέσο όρο και ξεχωριστό, “αστυνομεύεται”, ελέγχεται και, αν κρίνουν πως αποτελεί πρόβλημα κάποια στιγμή, διαγράφεται…

Η Ζωή Ξανθοπούλου επιλέγει μια δωρική σκηνοθεσία, δίνοντας έμφαση στο κείμενο (εξαιρετική η μετάφραση της βραβευμένης Μαρίας Χατζηεμμανουήλ) και στο να “φωτίσει” τα επτά πρόσωπα, που καλείται να ερμηνεύσει σε επτά “στάσεις” μέσα στον χώρο ο ηθοποιός, εν προκειμένω ο Αργύρης Ξάφης.

Ξεκινάει με τον νεαρό, που παρακολουθεί ως ψυχή τα γεγονότα μετά τον θάνατό του, συνεχίζει με τη μητέρα του, μια δασκάλα, κατοίκους του χωριού, για να ολοκληρώσει με τους δύο τελευταίους, τον ξυλουργό της περιοχής (ευυπόληπτο και σεβάσμιο πολίτη) και μια πεταλούδα της νύχτας, ένα αγόρι που γνώριζε και τον νεαρό και τον πατέρα του, αλλά και όλα τα μυστικά του χωριού και τώρα, που έχει πάρει την απόσταση από το μέρος και νιώθει ασφαλής, μπορεί να μιλήσει.

Σε αυτό το ταξίδι, ο πρωταγωνιστής δεν αλλάζει ρούχα και δεν χρησιμοποιεί απόλυτως κανένα “αξεσουάρ”.

Ξεκινάει από το μικρό κομμάτι του Αλμπέρ και συνεχίζει, αλλάζοντας μόνο τον τόνο της φωνής και τις εκφράσεις του. Στέκεται σε διαφορα σημεία επί σκηνής και η μετάβαση από το ένα πρόσωπο στο άλλο είναι τόσο φυσιολογική σαν να ακούς ένα μιξαρισμένο κομμάτι, όπου το κάθε επόμενο τραγούδι έρχεται και κουμπώνει και “λιώνει” τρόπον τινά, ώστε να σου δημιουργηθεί η αίσθηση πως όλο αυτο είναι ένα ολοκληρωμένο αυτοτελές έργο, αποτελούμενο από διάφορες “συμμετοχές”.

Σίγουρα κάποια κομμάτια ακούγονται αδύναμα ή και αμήχανα, αλλά υπάρχει λόγος, αφού σκοπός τους είναι να χτίσουν το οικοδόμημα που θα πατήσουν οι δύο τελευταίες ενότητες, που θα αποκαλύψουν εντελώς γυμνή όλη την αλήθεια που κρύβει το μέρος.

Ο Αργύρης Ξάφης είναι ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟΣ! Φωτίζει με την ερμηνεία του όλα τα πρόσωπα και σκιαγραφεί, με ιδιαίτερη φροντίδα, μικρές πτυχές της ιστορίας, για να έρθει στο τέλος να ενώσει τα πάντα, αποκαλύπτοντας άβολες αλήθειες για το πώς αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία συνολικά την ομορφιά, την επιλογή της αυτοδιάθεσης, τον θάνατο και τη ζωή, τον έρωτα – σωματικό και πνευματικό, την αλήθεια, τις τύψεις και τις ενοχές.

Το κοινό πολλές φορές θα αισθανθεί άβολα με την ωμότητα κάποιων περιγραφών, παρόλο που δίνονται μέσα από ένα εξόχως ποιητικά όμορφο κείμενο, όμως αυτός είναι ο στόχος του έργου, να μας δείξει την πραγματικότητα, που έχουμε μάθει ή να μη βλέπουμε ή να την προσαρμόζουμε στην οπτική μας, έτσι ώστε να μη μας δημιουργεί δυσάρεστα συναισθήματα (το όλοι ξέρουν, μπορεί να ακούγεται απόλυτο σε εμάς που ζούμε σε μια μεγάλη πόλη, αλλα όχι ξένο για αυτούς που μένουν σε κάποιο μικρό μέρος, όπως οι πρωταγωνιστές).

Στην παράσταση όλα λειτουργούν άψογα – οι φωτισμοί κάθε φορά που αλλάζει ο χαρακτήρας, θαρρείς πως τον κάνουν διάφανο και μπορείς να διακρίνεις τα πάντα μέσα του, συνδυαστικά με τη μουσική του Φώτη Σιώτα, μέσα στον σκηνικό χώρο του Βασίλη Αποστολάτου, που δεν προσδιορίζει τοπογεωγραφικά που συμβαίνουν τα γεγονότα, δίνοντας εύγλωτα το στίγμα του παντού.

Θα τολμήσω να πω ότι είναι η πιο δυνατή συναισθηματικά παράσταση μονολόγου που έχω δει τα τελευταία δύο χρόνια. Φύγαμε, μετά την παράσταση, γεμάτοι συναισθήματα (όχι και πολύ θετικά για τον κόσμο συνολικά) και στη διαδρομή θυμήθηκα και την ιστορία που σας διηγήθηκα στην αρχή και τη μοιράστηκα με τη σύντροφό μου, για να διαπιστώσουμε για ακόμη μια φορά πως κάποιες ανορθογραφίες-αμαρτίες, τις κουβαλάμε μέσα μας και σε πρώτη ευκαιρία τις αμολάμε σαν λυσσασμένα σκυλιά, αδιαφορώντας για το πόσο κακό θα προκαλέσουν και επιπλέον πως για τα “χαλασμένα” μάτια των ανθρώπων δεν χρειάζονται ούτε κολλύρια, ούτε γιατροί, ούτε επεμβάσεις που θα τα διορθώσουν, αλλα η διάθεση, να κάνουμε επιτέλους το σωστό που όλοι γνωρίζουμε και γενικώς ψάχνουμε, αλλά διαρκώς μας ξεφεύγει…

Να πάτε οπωσδήποτε!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Απρίλιος 2024

Written by: Sin Radio

Sin Radio
0%