play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Eίδαμε την παράσταση ‘Τελενοβέλα’ στο Faust

today23 Οκτωβρίου, 2023 2

Φόντο
share close

“Δεν έχω δει ποτέ τηλενουβέλα, οποιασδήποτε χώρας παραγωγής, ποτέ”.  Τάδε έφη Έλενα (η δικιά μας, καλέ!).

Έχω σίγουρα ξαναπεί ότι διαθέτω μια μαμά (λογικό, δεν μπορεί να φύτρωσα), η οποία είναι μεγάλη fan της τηλεόρασης. Από την ηλικία που μπορώ να έχω αναμνήσεις, αφού τελείωνε τις δουλειές της τα πρωινά, από το μεσημέρι επέλεγε να παρακολουθήσει τα αγαπημένα της προγράμματα (δεν υπήρχε τηλεόραση στην κουζίνα, οπότε γι’αυτό ίσως άκουγε κυρίως μουσική εκεί).

Κοντά στη μητέρα του και ο μικρός Θοδωρής, ενίοτε παρακολουθούσε διάφορα προγράμματα (πέραν αυτών που έβλεπε αποκλειστικά αυτός, κυρίως παιδικές εκπομπές και Muppet Show!).

Eν έτει 1986, η τότε κρατική τηλεόραση προβάλλει την πρώτη βραζιλιάνικη τηλενουβέλα με τίτλο “Σκλάβα Ιζάουρα” (Escrava Isaura, παραγωγή του 1977 – σαν τα κατεψυγμένα κρέατα από την Αργεντινή αγόραζαν τότε τις σειρές· όσο πιο “μπαγιάτικο” το προϊόν, τόσο πιο φτηνό!) και η προσωπική μου μητέρα ξετρελαίνεται με την ιστορία και τους πρωταγωνιστές και το παρακολουθεί φανατικά, συνοδεία εμού – αυτή είναι η πρώτη μου επαφή με το είδος (θα σέβεστε!). Στα σχόλια του πατρός για τις βλακείες που βάζει η ίδια και βλέπει ένα δεκάχρονο παιδί, απαντούσε πως, καθώς το έργο διαδραματιζόταν σε μια φυτεία με αφέντες και σκλάβους, η θέασή του είχε κοινωνικό σκοπό και με βοηθούσε να αποκτήσω ταξική συνείδηση (για να μην απορείτε πού έχω μοιάσει). Επίσης αγαπημένη της σειρά ήταν, λίγα χρόνια μετά, ακόμη μια βραζιλιάνικη με τίτλο Η Αγριόγατα (Fera Radical), που δεν έχω ανάμνηση, καθώς δεν την έβλεπα.

Τα χρόνια πέρασαν και στο σπίτι έπαιζαν καινούριες σειρές από τη Λατινική Αμερική, με χώρα προέλευσης αυτήν τη φορά το Μεξικό! Εύκολα μπορώ να θυμηθώ την “Αγαπημένη μου Soledad” (Mi Pequena Soledad), νομίζω το 1991, αρχικά· λίγο μετά, άρχισε ο καταιγισμός με τη Μαριμάρ* το 1994, που σύστησε στο κοινό την Thalia και φυσικά έβλεπα,  τη Μαρία της γειτονιάς (María la del Barrio, 1995 – δεν με συγκίνησε ποτέ), την Παολίνα (La Usurpadora, 1998)** φανατικός θεατής, τη Ροζαλίντα (1999, ούτε αυτή με έπεισε) και φυσικά την Εσμεράλδα (1997, δεν την έβλεπα ούτε αυτή), που αν ρωτήσει κάποιος σήμερα τη μαμά, ξέρει να του πει σχεδόν με λεπτομέρειες όλες τις ιστορίες, παρόλο που είχε κάθε σειρά καμια 150αριά επεισόδια! (μιλάμε για την ίδια γυναίκα που δε θυμάται πού έχει αφήσει τα κλειδιά της και χαραμίζει ένα απόγευμα να τα ψάχνει, για να διαπιστώσει ότι τελικά τα είχε μέσα στην τσάντα της).

Φέτος, ο Σταμάτης Πακάκης αποφάσισε να αποδώσει έναν φόρο τιμής στις σειρές αυτές, δημιουργώντας το θεατρικό με τον τίτλο ‘Τελενοβέλα’.

Μας συστήνει την οικογένεια των De Rosario Sanches και το περιβάλλον τους, δανειζόμενος στοιχεία από όλες τις τηλενουβέλες που έχουν παιχτεί στην Ελλάδα – όχι από όλες, από τις Μεξικάνικες που ο ίδιος έχει παρακολουθήσει.

Η οικογένεια έχει ως κεφαλή την Consuelo Regina, δεύτερος στην ιεραρχία είναι ο γιος της Esteban κι ακολουθεί ο εγγονός Alejandro, που, από τα πρώτα λεπτά του έργου, αντιλαμβάνεσαι πως τη μέρα που θα γίνει ο μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας, θα είναι και η αρχή του τέλους, αφού το παιδί… δεν μπορεί! Η οικογένεια βγάζει το παντεσπάνι της πουλώντας αγαλματάκια της Παναγίας της Γουαδελούπης, σε διάφορα προσκυνήματα της περιοχής, τα οποία παράγουν στο ιδιόκτητο εργοστάσιό τους. “Εχθρός” της γριάς είναι η Soledad Katalina Colomer Martinez, δεύτερη σύζυγος του γιου της (και παιδική του φίλη), που τον έχει παντρευτεί μόνο για τα λεφτά του και αυτήν την περίοδο τον κερατώνει με έναν οικογενειακό φίλο τους, προφασιζόμενη ότι έχει πάει σε ένα ερημητήριο να πενθήσει για τους γονείς και τον αδερφό της, που κάηκαν ένα βράδυ στην καλύβα που έμεναν. Στο ίδιο σπίτι ζει και η κουτσομπόλα υπηρέτρια και βοηθός στις δολοπλοκίες της γριάς μέγαιρας, Susanita Munitis (και γνώστρια όλων των μυστικών του σπιτιού, αλλα και με πολλά δικά της που τα αγνοεί…).

Η ιστορία ξεκινάει, όταν η άπιστη επιστρέφει στο σπίτι και όλοι παρατηρούν πως είναι κάπως διαφορετική απ’ όταν έφυγε – λίγο πιο γυμνασμένη, λίγο πιο “τριχωτή”, λίγο πιο γλυκομίλητη. Κάτι δεν κολλάει με αυτή τη γυναίκα! Η Consuelo Regina, με τη βοήθεια της Susanita, σκέφτεται τι πιο σατανικό πρέπει να κάνει για να γλιτώσει επιτέλους από τη φτωχάτζα που μάζεψε ο βλάκας ο γιος της και την έκανε κυρία και, καθώς σκέφτεται δυνατά, μαθαίνουμε όλο το παρελθόν της οικογένειας και τι “καλόψυχη” κυρία που είναι (ναι, καλό μου, πίσω απ’ όλα τα δεινά αυτή κρύβεται και τίποτα δεν ήταν ποτέ ατύχημα…). Και ενώ σπάει το κεφάλι της να βρει τι θα κάνει με την αχώνευτη νύφη της, ο εγγονός παραλίγο να αποδημήσει εις Κύριον, λόγω μιας απροσεξίας του, καθώς οδηγούσε. Ένα σοκ το περνάει και ηρεμεί κάπως, αλλά επειδή δεν τη λυπάται καθόλου ο Θεός, ο Alejandro, λίγο καιρό αργότερα, της κουβαλάει μια ρακένδυτη κοπέλα, που ζει σε έναν σκουπιδότοπο, εκεί κοντά που συνέβη το ατύχημα, και είναι εκείνη που, ειδοποιώντας εγκαίρως τις αρχες, του έσωσε τη ζωή. Τους ανακοινωνει ότι είναι ερωτευμένος μαζί της και σκοπεύει να την πάρει στην έπαυλη και να την παντρευτεί. Η έλευση της Bonita Dolorez Lopez (η κοπέλα που λέγαμε) και η συνάντησή της με τη Susanita, ανοίγει το κουτί της Πανδώρας για την οικογένεια των De Rosario Sanches, αφού τα μυστικά, που κρατούσαν κρυμμένα για 30 χρόνια, βγαίνουν στην επιφάνεια, ανατρέποντας τα δεδομένα και αλλάζοντας τις καταστάσεις!

Όλα αυτά, φαντάσου τα, “τυλιγμένα” σε μια σουρεαλιστική κωμική διάθεση – οι διάλογοι είναι το ίδιο πομπώδεις, όπως στις αυθεντικές τηλενουβέλες, οι ιστορίες που συμβαίνουν παράλληλα ή έρχονται από το παρελθόν είναι εξίσου τραβηγμένες από τα μαλλιά και σε κάνουν να αναφωνείς “μα, υπάρχει κάτι που δεν έχει συμβεί σε αυτό το σπίτι;”. Σκηνές και ιστορίες και ήρωες απ’ όλες τις σειρές που αγαπήσαμε να βλέπουμε ή και να μισούμε, μπερδεύονται σε μια νέα, που έχει αρχή, μέση και τέλος (για λογική μην τα ξαναλέμε και κουράζουμε…), την οποία, παρακολουθώντας τη με την απόσταση σχεδόν τριών δεκαετιών, διασκεδάζεις απίστευτα και κρυφογελάς από μέσα σου με εκείνα που τότε παρακολουθούσες φανατικά – για το απέξω δεν το συζητώ, έχεις πολλές ευκαιρίες να γελάσεις με όσα συμβαίνουν επί σκηνής (που κάποια από αυτά δυστυχώς η ζωή, με την τρέλα που έχει κυριεύσει τον κόσμο, τα δείχνει κάπως “φυσιολογικά”).

Θα λατρέψεις Κωνσταντίνα Δαούτη στον ρόλο της αφηγήτριας και όχι μόνο – φρέσκια, μέσα στο πνεύμα του έργου, όλα τα λεφτά! Υπέροχος ξανά ο Σταμάτης Πακάκης σε έναν ρόλο που μπορεί να σε “καταπιεί”, αλλά τον φέρνει στα μέτρα του. Στα ίδια γράδα και η Μαρία Σωτηριάδου, ως κακιά γριά – αρχηγός της οικογενείας, σε έναν ρόλο που είχε μέσα Τασσώ Καββαδία (στην Αμαρτία της Ομορφιάς), σε μίξη με Ανχέλικα Ναρβάες ντε Σαντιμπάνιες (από Μαριμάρ) και την υπέρτατη Σοράγια Μοντενέγκρο ντε λα Βέγκα (από Μαρία της Γειτονιάς). Ο γιος Esteban, κατά κόσμον Σπύρος Ζουπάνος, είναι πολύ καλός και, ειδικά σε εκείνες τις στιγμές που για τα πιο προφανή εξέφραζε τις πλέον άκυρες απορίες, γελάσαμε πάρα πολύ. Στο ίδιο υψηλό επίπεδο ερμηνείας ο νεαρός Άρης-Ηλίας Τοπάλογλου, στον ρόλο του αλλοπαρμένου εγγονού – κληρονόμου και η Τερέζα Καζιτόρη, ως Bonita Dolorez Lopez, που υποστήριξε και φωνητικά πολλά από τα τραγούδια της παραστασης. Τελευταία, και η πολύ λατρεμένη Φανή Παλιούρα, στον ρόλο της υπηρέτριας, είχε μια σπιρτάδα και ένα νάζι που, σε συνδυασμό με την κίνηση και την ατέλειωτη φλυαρία της ηρωίδας, έγινε είδωλο!

Ρούχα, αξεσουάρ, σκηνικός χώρος, όλα σούπερ και μες το κλίμα του έργου. Φοβερές διασκευές στα ελληνικά και προσαρμοσμένες στο κείμενο στα πολύ αναγνωρίσιμα τραγούδια – τα εύσημα στην Κωνσταντίνα Χρίστου. Σκηνοθετικά, ο Σταμάτης Πακάκης, έχοντας σίγουρα μελετήσει πολύ αυτές τις σειρές, επέλεξε να δώσει έναν πιο γρήγορο ρυθμό στην παράσταση, με πολλές εναλλαγές σκηνών και με ατάκες που πέφτουν με ρυθμό πολυβόλου και κρατούν ζωηρό το ενδιαφέρον σου και στα 90′ της παράστασης, δημιουργώντας ενα “μεξικάνικο” μιούζικαλ τσέπης (ή black box, αν προτιμάτε). Θα ήθελα, προσωπικά, μιας και το γνωρίζει καλά το αντικείμενο των τηλενουβέλων, να μην είναι τόσο ευγενής μαζί τους – μπορούσε, πιστεύω, να τις σατιρίσει ακόμα παραπάνω και δημιουργήσει ένα θέαμα που θα αποχωρούσες με δάκρυα στα μάτια και κόμπο το στομάχι από το γέλιο (που σε τέτοιες εποχές πολύ μας λείπει και το ψάχνουμε).  Η παράσταση είναι αρκετά αστεία, πάντως και οι μη γνώστες των σειρών ή που θα τις αναζητήσουν για να δουν τι ήταν επιτέλους αυτά τα προγράμματα ή που θα απορήσουν, σε τόσο εξωφρενικά πράγματα και εξόφθαλμα παράλογα, τι βρίσκαμε όλοι εμείς και τις παρακολουθούσαμε φανατικά.

Να πάτε, όπως και να ‘χει, να δείτε μια φανταστική κωμωδία, να γελάσετε, να ξεφύγετε από τη μουντρούχα και τη μαυρίλα που ζούμε και να διαπιστώσετε πως, όσα λεφτά κι αν έχεις, πάντα κάποιο πρόβλημα θα υπάρχει να σε απασχολεί! (αχ, πόσο τη λυπήθηκα κάποιες στιγμές αυτήν την Consuelo Regina!).

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2023

(οδηγός 2 αγαπημένων τηλενουβέλων για να μαθαίνουν οι νέοι και να θυμηθούν οι παλαιοί)

* Ωραία σειρά, με ηρωίδα ένα φτωχό κορίτσι, που όμως έχει έναν πάμπλουτο πατέρα που δεν γνωρίζει την ύπαρξή της, το οποίο κορίτσι ερωτεύεται ο ωραίος της περιοχής, που έχει μια σκύλα μητριά και, όταν το παντρεύεται, του κάνει τη ζωή μαύρη. Μετά από διάφορες περιπέτειες – κατηγορείται για κλοπή η φτωχούλα και τη χώνουν στην μπουζού, αλλά τελικά ελευθερώνεται, αφού περνάει κάποιους “αξέχαστους” μήνες, πεθαίνει λίγο από το κάστ, άλλοι γλιτώνουν από ατυχήματα που ούτε κασκαντέρ δεν τα καταφέρνει – το κορίτσι αναγνωρίζεται από τον μπαμπά της και γίνεται πολύ πλούσιο και επιστρέφει στο χωριό ως μια άλλη, για να εκδικηθεί όσους την πειράξαν κι αυτόν που πίστεψε τα ψέματα και δεν την υπερασπίστηκε, που, παναθεμά τον, τον αγαπάει ακόμα και, όταν την ξαναβλέπει, λέει πως μοιάζει στην πρώην γυναίκα του [πόσο στόκος], ο οποίος, για να μην καταστραφεί η οικογένειά του, θέλει να παντρευτεί μια πελούσια, αλλά η Μαριμάρ/Μπέλα Αλδάμα [η αλληνή που λέγαμε], αγοράζει τα πάντα και τους γλεντάει κανονικά! Στο τέλος, και αφού έχει πάρει την εκδίκησή της και έχει ηρεμήσει, φυσικά τα ξαναβρίσκουν και γίνονται πολύ ευτυχείς… και ένα δάκρυ κυλάει στο μάγουλο…

** Η Πάολα Μπράτσο είναι παντρεμένη με τον Κάρλος Ντανιέλ Μπράτσο, έναν πολύ πλούσιο που τον έχει φλομώσει στο κέρατο, και σε ένα ταξίδι με έναν από τους γκόμενους, συναντά μια γυναίκα που είναι ίδιες, την Παουλίνα Μαρτίνεζ – την πείθει να πάρει τη θέση της, υποδυόμενη εκείνη, όσο αυτή γλεντάει τη ζωή της. Η σφετερίστρια – αυτή ειναι η μετάφραση του τίτλου – καταφέρνει να γίνει αγαπητή από την οικογένεια (όχι από όλους), σε αντίθεση με την “κανονικιά”, όμως μαθαίνονται τα μαντάτα και φεύγει από το σπίτι και επιστρέφει η αληθινή, που θα ξαναφύγει με έναν καινούργιο γκόμενο, για να ξαναέρθει η δεύτερη και, μέσα σε όλο αυτό, και μια μακρινή ξαδέρφη του Κάρλος Ντανιέλ, βρίσκει ευκαιρία και ζητάει τον έρωτά του και όχι μόνο, ενώ παιδιά χάνονται και δεν τα βρίσκει καμία αστυνομία, αλλά κάτι άκυροι, και κάποιοι στην οικογένεια προτιμούν για νύφη την original από την usurpadora (πιθανολογώ γιατί η πρώτη τους καθόταν κάποιες φορές) και ο άμοιρος Κάρλος Ντανιέλ να αναρωτιέται αν του αξίζει το όπου γης και πατρίς ή το κορίτσι για σπίτι – μα τι ωραία ατμόσφαιρα, Θεέ μου. Στο τέλος, οι δυο αδερφάδες – γιατί τέτοιες αποκαλύπτεται πως είναι, μαλλιοτραβιούνται στα δικαστήρια γιατί η στριμμένη πιστεύει πως για όσα τη βρήκαν φταίει η καλή αδερφή και ορκίζεται να κάνει τη μαύρη ζωή της ακόμη χειρότερη, όμως η μοιρα κάνει το στραβόξυλο να πεθάνει σε τροχαίο και την ευγενικιά να παντρευτεί τον Κάρλος Ντανιέλ, να επιστρέψει στη βιλάρα και να είναι περιχαρής όλη η ομήγυρις (λέμε τώρα) – μα πώς τα σκέφτονταν αυτά οι σεναριογράφοι;

Συντάχθηκε από: Sin Radio