play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Πόθεν Έσχες’ στο Θέατρο Βεάκη

today4 Ιουνίου, 2024

Φόντο
share close

Η πρώτη φορά που με απασχόλησε η φράση “Πόθεν Έσχες” ήταν το μακρινό 1999, όταν αποφάσισα να πάρω καινούργιο αυτοκίνητο. Τα χρήματα τα είχα από μια πολύ καλή επένδυση, οπότε είχα τη δυνατότητα να επιλέξω όχι ένα μεταχειρισμένο, αλλά κάποιο από τα καλύτερα μοντέλα της αγοράς. Ο Νικόλας (οικογενειακός φίλος και λογιστής), μου εξήγησε για ποιον λόγο θα έπρεπε να γίνει στο τέλος του έτους η αγορά και τη διαδικασία του πόθεν έσχες του κεφαλαίου που θα δαπανούσα. Εκεί πήρα την πρώτη μεγάλη φρίκη της ζωής μου, καθότι τα χρήματα ήταν νόμιμα, φορολογημένα και με γνωστή προέλευση, οπότε αδυνατούσα να καταλάβω για ποιο λόγο θα έπρεπε, αυτό που είναι πιο καθαρό κι από το χιόνι, να το ξανααιτιολογήσω στο ελληνικό κράτος!

Τότε ήταν που ο συνταξιούχος πατέρας του, μου είπε μια πολύ σοφή κουβέντα: “Αν είχες πολλά, που είχαν αποκτηθεί με μη δικαιολογημένους τρόπους, δεν θα σε ενοχλούσε κανείς, απλά εσύ τώρα είσαι ένας απλός άνθρωπος και σε εσάς πάντα εφαρμόζεται ο νόμος!”.

Ο Φώντας Κουτελάνος ανήκει στην κατηγορία αυτών που έχουν πολλά – έχει τόσα πολλά που κι ο ίδιος δεν γνωρίζει πόσα ακριβώς είναι.

Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Φλώρινας το 1959 και επέλεξε να μην πολιτικοποιηθεί ποτέ του, παρόλο που υπήρχε έντονο το κομματικό στοιχείο στην οικόγενειά του. Αντιθέτως, αυτός κοίταξε τη δουλίτσα του, ως οδηγός φορτηγού, που μετέφερε νερά στην πρωτεύουσα και το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν πώς θα έβρισκε τρόπο να καβαλήσει κι αυτός το κύμα της “Αλλαγής”, που σάρωνε τη χώρα, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 – παράπονο δεν είχε, με τον Ανδρέα είχαν καλυτερέψει, σε σχέση με πριν, οι καταστάσεις, όμως τον έτρωγε για το πώς θα έπιανε κι αυτός την καλή.

Η ευκαιρία τού δόθηκε με τη γνωριμία του με τον Σάκη Μπούκουρα, μεγάλο λαμόγιο της εποχής και υπεύθυνο στο μεγαλύτερο μπουζουξίδικο της Αθήνας. Θα έφερνε λαθραία βότκα από τη Γιουγκοσλαβία με το φορτηγό και εκείνος, με τη βοήθεια του απόφοιτου του οικονομικού και νεοπροσληφθέντα στο μαγαζί, Φίλιππου Γενναδίου, θα κάνανε τα κουμάντα και θα έβγαζε και το αφεντικό και θα κονομούσαν κι εκείνοι, χωρίς να υποψιαστεί κανείς τίποτα ούτε και να τους ενοχλήσει!

Από αυτήν την αφετηρία ξεκινάει μια απίστευτη διαδρομή για την παρεούλα των τριών, όπου θα τους βρούμε να πρωταγωνιστούν σε πολλές υποθέσεις που απασχόλησαν την κοινή γνωμη, στο πέρασμα των ετών, χωρίς ποτέ να βρεθούν οι “εγκέφαλοι” πίσω από αυτές.

Κάποια στιγμή, ο Μπούκουρας κάνει κάτι λάθος και βρίσκεται στη φυλακή και ο Φώντας βρίσκει την ευκαιρία να οικειοποιηθεί όλες τις “δουλειές”, έχοντας ως συνεργάτη τον Φίλιππο, που έχει ανελιχθεί στην πολιτική ζωή του τόπου και πλέον είναι ο Υπουργός Οικονομικών του κράτους!

Ο Κουτελάνος πλέον είναι ένας σύγχρονος “πατερούλης”, αφού έχει δημιουργήσει μια αυτοκρατορία από επιχειρήσεις,που παράγουν πλούτο και έχουν προσωπικό που τον λατρεύει σαν επίγειο θεό. Αυτό το διαπιστώνουμε, όταν κάποιος ευσυνείδητος αστυνόμος τον συλλαμβάνει και τον οδηγεί στο δικαστήριο, για να δικαστεί για όσα έχει δείξει η έρευνα ότι έχει τυχόν ανάμειξη, με τον “επιχειρηματία” να μην αγχώνεται καθόλου με τις εξελίξεις.

Εκεί, θα παρελάσει κόσμος και ντουνιάς ως μάρτυρες, θα ακουστούν διάφορα, αλλά φυσικά τίποτα ΑΠΟΛΥΤΩΣ δεν θα αποδειχθεί και ο κατηγορούμενος που έχει να αντιμετωπίσει σχεδόν όλον τον ποινικό κώδικα, θα αθωωθεί, καθώς δεν θα στοιχειοθετηθεί καμία κατηγορία!

Όλη σχεδόν η μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, παρουσιάζεται μέσα από ένα βιτριολικό χιούμορ, απεικονίζοντας όλη την παθογένεια που διαχρονικά όλοι αναγνωρίζουμε πως αποτελεί βασικό στοιχείο της δομής του κράτους και την ολοκληρωτική σαπίλα και συναλλαγή αυτών που θεωρητικά λειτουργούν για το κοινό καλό, με ανθρώπους που σίγουρα δεν λες και το απάνθισμα της κοινωνίας.

Το κείμενο της Νεφέλης Μαϊστράλη είναι πανέξυπνο, γεμάτο ατάκες και υπονοούμενα, χωρίς να παίρνει θέση για όσα καυτηριάζει, αλλά δείχνοντας εύγλωττα πως η ιστορία των τελευταίων 50 ετών, πέραν του δεδομένου ότι έχουμε ζήσει οι περισσότεροι μεγάλα κομμάτια της, κάνει διαρκώς κύκλους γύρω από έναν κοινό άξονα και αυτό που προκαλεί απορία είναι το γιατί, ενώ υπάρχει η υποψία για πολλά στραβά κι ανάποδα, συνεχίζει αυτός ο λαός να “ξεγελιέται” ως ιθαγενής, ανταλλάσσοντας τα πολύτιμα του με καθρεφτάκια και χάντρες…

Εξαιρετική η σκηνοθεσία της Γιώτας Σερεμέτη και του Κώστα Φιλίππογλου, που εφτιάξαν μια παράσταση με κινηματογραφική αισθητική, γρήγορες αλλαγές σκηνικών και προσώπων, η οποία κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού και το υποχρεώνει να μη χάνει χάνει λέξη από τα χείλη του υπέροχου ερμηνευτικά θιάσου της 4frontal (Αλέξης Βιδαλάκης, Τάσος Δημητρόπουλος, Θανάσης Ζερίτης, Νεφέλη Μαϊστράλη, Κατερίνα Πατσιάνη, Τατιάνα-Άννα Πίττα, Πάνος Τοψίδης), που, για ακόμη μια φορά, μας παρουσίασαν ένα πολύ καλό συνολικά αποτέλεσμα.

Επειδή προσεχώς τελειώνουν οι παραστάσεις, αν τυχόν δεν την έχετε δει, σπεύσατε να την παρακολουθησετε και, αν δεν προλάβετε, ας κάνετε μια προσευχή για μια επανάληψη, την επόμενη θεατρική σεζόν!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάιος 2024

Written by: Sin Radio

Sin Radio
0%