Sin Radio Listen, don't just hear!

Να ξεκινήσουμε από μια λογική βάση – το καθαυτό έργο του Τολστόι είναι 4 τόμοι και περίπου 1600 σελίδες. Έχει 500+ χαρακτήρες και, όταν το διάβασα στα 20 κάτι, σε αντίθεση με άλλα βιβλία που τα “ρουφούσα” πολύ γρήγορα, με αυτό το έργο καταπιάστηκα σχεδόν 2 ολόκληρους μήνες, γιατί πρόσεχα πάρα πολύ όσα διάβαζα, καθώς είχα την υποψία πως κάτι από έναν αρχικό τόμο θα έχει αναφορά προς το τέλος ξανά, οπότε θα πρέπει να αντιληφθώ πού γίνεται αναφορά. Πρακτικά, αυτό δεν έγινε, γιατί δε μπορούσα να διαχειριστώ τόση πληροφορία, και ευτυχώς που υπήρχαν αστερίσκοι και επεξηγήσεις και παραπομπές στα σημεία που ο εκδότης ορθά έκρινε πως ήταν χρήσιμο. Και κινηματογραφικά, από όσο γνωρίζω, οι συντελεστές πήραν κομμάτια από το έργο και κατέδειξαν τη συνολική θέωρηση περί ειρήνης του συγγραφέα, γιατί, αν πήγαιναν σε απόλυτη κινηματογράφηση όλων, θα πρόεκυπτε ένα κινηματογραφικό φιλμ διάρκειας πολλών ημερών!
Το αντίστοιχο, ευκόλως αντιλαμβάνεται κάποιος, όταν ακούει για θεατρική μεταφορά – δεν θα δεις ολόκληρο το έργο, αλλά θα πάρεις μια γεύση από τα νοήματα και τα διδάγματά του. Πολύ τολμηρό ως εγχείρημα, αυτή η παράσταση, ειδικά όταν στο κοινό θα υπήρχε και κόσμος που δεν έχει γνώση του βιβλίου και προσδοκά να μάθει κάτι.
Η παράσταση που είδα καταπιάνεται με τα γεγονότα από το 1805 έως το 1820, που συντελείται η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία. Πυρήνας των ηρώων, οι αστοί της εποχής, μια κάστα που οι άνδρες της υπηρετούσαν, ως αξιωματικοί, τον ρώσικο στρατό και η επίδραση στις ζωές τους από εκείνα τα γεγονότα. Να ξεκινήσω από το γεγονός ότι διαχρονικά, σε καταστάσεις πολέμου και δυστυχίας, ο απλός κόσμος περνάει τα μεγάλα ζόρια και οι “έχοντες” πάντα βρίσκουν την άκρη τους. Ό,τι και να γίνεται γύρω τους, ελάχιστα τους επηρεάζει και αυτό συμβαίνει, όταν έρχεται η απόλυτη κατάρρευση και εκεί όλοι αναμετρώνται με τον εαυτό τους. Έτσι κι εδώ, οι αριστοκράτες της εποχής ξεκινούν την παράσταση με έναν χορό…
Παρακολουθούμε αυτά που τους απασχολούν και διαπιστώνουμε ότι υπάρχει πλήρης αποστασιοποίηση από την ιστορική πραγματικότητα κι ένας μικρόκοσμος, που κάποιοι ασφυκτιούν και αναπνέουν με δυσκολία, ενώ άλλοι τρέμουν στην ιδέα, μήπως και βρεθούν εκτός αυτού. Παράλληλα, παρακολουθούμε και ιστορικά πρόσωπα, που καθορίζουν τις εξελίξεις, και τον ίδιο τον συγγραφέα, που μας “εισάγει” στο έργο και στην κοσμοθεωρία του.
Είδαμε μια ομάδα ηρώων που είχε, ως άξονα, τη συναισθηματική ανεπάρκεια και γι’αυτό οι επιλογές τους καθορίζονταν ως προς αυτό που στη σκέψη τους φαντάζει ως πιο ασφαλές. Μοιραία, οι επιλογές τους δεν θα μπορούσαν να υποστηριχτούν ως βάση μιας “καλής” ζωής και για όλους ο θάνατος ήρθε ως λύτρωση και κανείς μας δε στεναχωρήθηκε ιδιαιτέρως.
Στον αντίποδα, υπήρχαν και οι άλλοι, οι πιο συναισθηματικοί, που βασανίστηκαν αρκετά μέχρι το τέλος της παράστασης, και από τους προαναφέρομενους και από τις εσωτερικές τους αναζητήσεις. Η ένωσή τους ήρθε να γλυκάνει λίγο την ατμόσφαιρα, που είχε βαρύνει αρκετά από τους θανάτους και την καταστροφή που έφερε ο 15ετης πόλεμος Γάλλων και Ρώσων (με κάποια διαλείμματα ειρήνης) και μας παρουσιάστηκε περισσότερο στο δεύτερο μέρος.
Στον διπλό ρόλο του Τολστόι και του στρατηγού Κουτούζωφ, ο Κώστας Καζάκος δίνει μια μεστή ερμηνεία, απόσταγμα όλης της εμπειρίας που κουβαλάει ως ηθοποιός αλλά και ως άνθρωπος. Αντίβαρό του, η Ρούλα Πατεράκη, σε διπλό ρόλο κι αυτή, της συζύγου του συγγραφέα, Σοφίας, και της αριστοκράτισσας Άννας Πάβλοβνα.
Δίπολο έχουμε και με άνδρες πρωταγωνιστές αποκλειστικά – ο Ρώσος στρατηγός έχει απέναντι τον φιλόδοξο Κορσικανό, Ναπολέοντα Βοναπάρτη, που θέλει να κατακτήσει όλη την Ευρώπη και να γίνει ο απόλυτος ηγεμόνας. Ο Ναπολέων ευτύχησε να ερμηνευτεί από τον πολύ καλό Γεράσιμο Γεννατά, που δίνει, μέσα από τον ρόλο του, όλα αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα ενός ιστορικού προσώπου, για το οποίο πολλοί πιστεύουμε πως προσωπικοί δαίμονες και δύσκολα χρόνια μέχρι την ενηλικίωσή του, διαμόρφωσαν τον ιδιαίτερο ψυχισμό του. Δεν θα συμφωνήσω με όσους λένε ότι παρουσιάζεται ως καρικατούρα… Προσωπικά, βρήκα αυτόν τον Ναπολεόντα πολύ κοντά στην άποψη που έχω σχηματίσει μέσα απ’όσα έχω διαβάσει.
Το έτερο ανδρικό δίδυμο είναι ο Αντρέι Μπαλκόνσκι, ευγενής-αριστοκράτης και αξιωματικός του ρώσικου στρατού, και ο φίλος του Πιέρ Μπεζούχωφ, που λαμβάνει όλα τα αξιώματα και τη δόξα μετά την αναγνώριση (ως γιου του) από τον πατέρα του (καθότι παιδί εξωσυζυγικής σχέσης – είχαν και τότε τετοια, τι νόμιζες!).
Ο Αντρέι, που τον υποδύεται ο πολύ αγαπημένος ηθοποιός, Πυγμαλίωνας Δαδακαρίδης, είναι μια προσωπικότητα που δυσκολεύεται να αναλάβει ευθύνες που απαιτούν συναισθηματική λογική. Είναι αποστασιοποιημένος από αυτό και, ενώ δεν θέλει να είναι μόνος, ταυτόχρονα δεν μπορεί να ανταπεξέλθει σε όσα απαιτεί μια σχέση, και μοιραία βρίσκει νόημα στον πόλεμο και στα πεδία της μάχης, όπου τελικά θα χάσει τη ζωή του. Ο Δαδακαρίδης εδώ δικαιολόγησε αυτά που λέμε ότι είναι από τους καλύτερους άνδρες ηθοποιούς αυτή τη στιγμή στη χώρα.
Ο Πιέρ είναι ένας άνθρωπος που ψάχνει την ταυτότητά του, παλεύοντας με τις καταχρήσεις, τις συμβάσεις της αστικής τάξης, που πλέον ανήκει, και τα συναισθήματά του για αυτό που είναι δοσμένο κάπου αλλού… Θα βρει στους τέκτονες της εποχής τον σκοπό της ζωής του και στην όμορφη Νατάσα Ροστόβα, μετά από περιπέτειες, το λιμάνι της ζωής του. Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής έκανε δικό του τον ήρωα και έδωσε μια ακόμη πολύ καλή ερμηνεία, από αυτές που μας έχει συνηθίσει – θα ήθελα να τον δω, να κάνει κάτι παραπάνω, αλλά δεν ξερω, αν έπαιξε στα σίγουρα, μη θέλοντας να ρισκάρει ή αυτή ήταν η εντολή από τη σκηνοθέτιδα.
H Νατάσα Ροστόβα, που ευτύχησε να την ερμηνεύσει η καλύτερη ηθοποιός -κατ’εμέ- της παράστασης, η Νεφέλη Κουρή, είναι ένα ευαίσθητο πλάσμα που το συναντάμε ως ανήλικη έφηβη, στην αρχή της παράστασης, και την παρακολουθούμε να παραμένει το ίδιο αγνή, όσο περνούν τα χρόνια και είναι η αντιδιαστολή σε όλη την ασχήμια και το κακό που φέρνει ο πόλεμος στους ανθρώπους. Είναι το σύμβολο της ελπίδας για το καλύτερο μέλλον, μόλις τερματιστούν όλες αυτές οι παράλογες συγκρούσεις, και ζεσταίνει το κοινό με την παρουσία της.
Απέναντί της, τοποθετώ την “Μπελ” Ελέν Κουράγκινα, που την υποδύεται μια έτερη αγαπημένη ηθοποιός, η Βασιλική Τρουφάκου. Εδώ είδαμε μια αριβίστρια γυναίκα, που, με όπλο την εμφάνισή της, επιδιώκει να εξασφαλίσει το μέλλον της. Δεν εμπλέκεται συναισθηματικά με κανέναν, αφού κάτι τέτοιο θα την αποπροσανατολίσει από τον στόχο της και η Βασιλική μάς έδωσε με ακρίβεια την άνοδο και τη συντριβή της, παρότι κάποιες φορές με κούρασε λίγο η ηρωίδα της με τον ράθυμο ρυθμό της.
Οι Κώστας Νικούλης – Νικολάι Ροστώφ, Τζένη Κόλλια – Μάρια Μπαλκόνσκαγια, Εστέλλα Κοπάνου – Λίζα Μπαλκόνσκαγια και Ανδρέας Κανελλόπουλος – Ανατόλ Κουράγκιν συνεπικουρούν τους πρωταγωνιστές, ως κρίκοι της αστικής τάξης που παρακολουθούμε, και είναι πολύ σημαντική η συνολική τους παρουσία στην παράσταση. Αρκετά καλοί και χωρίς υπερβολές, έδωσαν αυτό που τους ζητήθηκε.
Σκηνοθετικά, μια παράσταση 3 ωρών και η διαχείρισή της, έτσι ώστε να κρατήσει το κοινό τα μάτια επι σκηνής, είναι μεγάλο στοίχημα. Πιστεύω ότι, σε γενικές γραμμές, η παράσταση καταφέρνει να κρατήσει τον θεατή· το πρώτο μέρος με κούρασε λίγο, ενώ το δεύτερο πέρασε πολύ πιο ευχάριστα. Οι ηθοποιοί είναι πιο γήινοι-ανθρώπινοι-φυσικοί, και αυτό το συγκαταλέγω στα υπέρ, έχουν σωστη άρθρωση και καταλαβαίνεις τι λένε, ωραία κίνηση. Η διασκευή που προέκυψε το κείμενο της παράστασης είναι πολύ καλή και βγάζει πολλά από τα στοιχεία του βιβλίου και ωραίο κείμενο ακούς. Πολύ ωραία τα ρούχα όλων και οι φωτισμοί, που ήταν πραγματικά υπέροχοι, για μια παράσταση που δεν είχε την τυπική σκηνογραφία που γεμίζει τον χώρο.
Τα σκηνικά, ενώ αισθητικά είναι πολύ όμορφα, δεν γέμιζαν την τεράστια σκηνή, με αποτέλεσμα να βλέπουμε κάτι που κάποιες στιγμές έμοιαζε απολύτα κενό και σε έφερνε σε μια αμηχανία. Επίσης, απορία σε πολλούς προκάλεσε η χρήση των πολύχρωμων μικρών χαρτιών που σκόρπιζαν κατα διαστήματα οι ηθοποιοί, με την παρέα μας να κάνει χιούμορ στο διάλειμμα για το τι ακριβώς είναι αυτό – κονφετί είπαν οι περισσότεροι και το χρησιμοποιούν για να σπάσει η μαυρίλα του πολέμου, ενώ εγώ πάλι θεώρησα ότι ειναι αστερόσκονη που βοηθάει στο να πραγματοποιηθούν οι ευχές….
Ως σύνολο, η παράσταση δεν μπορεί να σε αφήσει αδιάφορο. Είναι ένας πανέμορφος, αισθητικά, καμβάς, που αποτυπώνονται αρκετά από τα ζητήματα που βασανίζουν αιώνες τους ανθρώπους. Οι αντιθέσεις, με κυρίαρχη αυτή του φωτός με το σκοτάδι και της αέναης μάχης τους, καθρεφτίζονται, πέρα από τον πόλεμο και την ειρήνη, στα προαναφερόμενα δίπολα που η επιλογή του κοινού είναι προφανής… Θα ταυτιστούμε με το φιλειρηνικό πνεύμα του Τολστόι, με τον έρωτα, την ελπίδα. Θα συμπονέσουμε τους πιο αδύναμους των ηρώων, που μοιραία θα πεθάνουν, λόγω των επιλογών τους, αλλά δεν θα τους λυπηθούμε (όσο σκληρό κι αν ακούγεται αυτό, προσωπικά αυτό ένιωσα). Θα πάρουμε πολλά μηνύματα και θα διαπιστώσουμε ότι οι άνθρωποι, στις βασικές μας δομές, ακόμη θέλουμε δουλίτσα, γιατί αρκετά από τα “εσωτερικά” ζητήματα των ηρώων, παρότι έχει εξελιχθεί η ανθρωπότητα, ακόμη υπάρχουν στην ίδια παθογενή κατασταση… Θα θυμώσουμε με την εξουσία, οποιασδήποτε μορφής, που αντιμετωπίζει ως αντικείμενο τον άνθρωπο και μια κακιά στιγμή λειτουργεί σαν σφουγγάρι, διαγράφοντας όσα έχει προσφέρει. Θα διδαχτούμε από τη φράση του γέρου στρατηγού «Αν όλοι πολεμούσαν για τις δικές τους πεποιθήσεις, δεν θα υπήρχε πόλεμος» και θα διαπιστώσουμε πως είμαστε φτιαγμένοι για να δημιουργούμε εν ειρήνη και όχι για να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον…. αλλά αν το διαπιστώναμε αυτό, μάλλον θα ελέγχαμε τους κρατούντες την εξουσία, πράγμα πολύ άβολο, μάλλον, για ορισμένους….
Σκέφτομαι πολλές μέρες όσα είδα και κρατάω μόνο τα θετικά και τη θετική αύρα του τολμηρού αυτού εγχειρήματος. Άλλωστε, όποιος δουλεύει και πειραματίζεται θα κάνει και λάθη, αρκεί να διδαχτεί στο μέλλον από αυτά. Αισθάνομαι τυχερός που είδα αυτήν την παράσταση, γιατί είναι ωραίο και πιο σωστό τέτοιες προσπάθεις να τις χειροκροτάς για τον κόπο και τον αγώνα που έκαναν οι συντελεστές τους και να τις κρίνεις καλοπροαίρετα, από να τις πετροβολάς. Και στην τελική, αν ήμασταν εμείς σκηνοθέτες, φωτιστές, σκηνογράφοι, ηθοποιοί, είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα τα καταφέρναμε καλύτερα; Να συνεχίσουν οι δημιουργοί να τολμάνε, για να έχουμε την ευκαιρία να βλέπουμε και να έχουμε άποψη και να βοηθάμε όλοι, με τον τρόπο μας, ο πολιτισμός, τέτοιες εποχές, να κάνει βήματα προς τα εμπρός.
Δεν θα θα σας πω να πάτε ή όχι… Δεν ειναι θέαμα για μάζες σίγουρα και οπωσδήποτε δεν είναι ιδιαίτερα ευχάριστο ως θεματική. Είναι μια παράσταση για τον άνθρωπο, που από την πρωτη μέρα της δημιουργίας του παλεύει, μόνος συχνά, να βρει την περπατησιά του και άλλοτε τα καταφέρνει, άλλοτε όχι… κάτι σαν κι αυτό που καθημερινά κάνουμε όλοι μας…
Περισσότερα εδώ.
Theodore a.k.a Evil Chef, Μάρτιος 2020
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv