Sin Radio Listen, don't just hear!

Είχα την ευτυχία να περνάω τα καλοκαίρια μου στη Λευκάδα, με την κυρά Μαρίνα, τη γιαγιά μου, και τους γείτονές της, που, αν μη τι άλλο, είχαν πολύ ενδιαφέρον. Ο κύριος Χρήστος, παλιός κουλουράς, μεγάλη καλλιτεχνική μορφή της πόλης, λάτρης της όπερας και της ιστορίας του νησιού (είχε μετατρέψει το σπίτι του σε λαογραφικό μουσείο και υποδεχόταν δωρεάν κόσμο) – με ένα τεράστιο φωτογραφικό αρχείο (που ευτυχώς αξιοποιήθηκε μετά τον θάνατό του) – και ο κύριος Σπύρος, ο ειρηνοποιός, που πάντα έμπαινε στη μέση για να χωρίσει, από τα παιδιά που παίζαμε στα σοκάκια έως τις γειτόνισσες ή τους ξένους που αρπάχτηκαν δι’ ασήμαντον αφορμήν…
Ωραίοι τύποι, που για μένα ήταν δύο μεγάλα βιβλία, που μπορούσα να μάθω πράγματα. Ο κυρ Σπύρος δούλεψε για λίγο καιρό στον Σκορπιό και γνώρισε από κοντά την οικογένεια Ωνάση – δεν πολυμιλούσε γι’ αυτό, όμως. Κάποια στιγμή που τον βρήκα στις καλές του, μου είπε πως ο Αριστοτέλης ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος που σε κέρδιζε με την αύρα του και σου έβγαζε αυτό που λεγόταν τότε “Ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο” (που φυσικά δεν ίσχυε), αλλά ταυτόχρονα και πολύ ψυχρός· ο ίδιος είχε μείνει με την εντύπωση ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που πάλευε μονίμως κάτι να αποδείξει. Ήταν, όπως μου είχε πει, σαν να υπήρχαν μέσα σε έναν άνθρωπο 5-6 ταυτόχρονα…. τρομακτικό για τον ίδιο, τον κυρ Σπύρο. Για τους υπόλοιπους της οικογένειας δεν πολυμίλαγε, παρά μόνο κάποια στιγμή για τη Τζάκυ είπε “Ήξερε πως ήταν τρόπαιο και γι’αυτό καλά έκανε και πήρε όσα πήρε… αυτές οι δουλειές δε γίνονται δωρεάν!”. Γενικότερα, θυμόταν με ευχαρίστηση τις μέρες εκείνες και έκανε λόγο για έναν μάλλον καλό εργοδότη για το προσωπικό εκεί, που μπορούσε να προσαρμοστεί στους κανόνες του Σκορπιού.
Ο κύριος Χρήστος ήταν από τους πρωτεργάτες που στήριξαν τις Γιορτές Λόγου και Τέχνης (εκεί, στο πολύ μακρινό 1955), με όλες τις δυνάμεις τους, και είχε πολλές ιστορίες και φωτογραφίες από 30+ χρόνια. Είχαμε προσέξει μία που έδινε στη Μαρία Κάλλας λουλούδια, σε μία απο τις σπάνιες εμφανίσεις της με τον Αριστοτέλη Ωνάση, πίσω στο μακρινό 1964, στις τότε Γιορτές στην κεντρική πλατεία και που τραγούδησε κιόλας στη λήξη τους – εκτός προγράμματος και με τη συνοδεία, στο πιάνο, ενός νεαρού μουσικού, συγκινώντας απίστευτα τους Λευκαδίτες. Ήταν το έναυσμα για τον Χρήστο να ασχοληθεί με την όπερα και με την ιδια, και να ξεκινήσει να παρακολουθεί μετέπειτα μια άλλη μεγάλη Ελληνίδα λυρική τραγουδίστρια, τη Λευκαδίτισσα Αγνή Μπάλτσα. Ο κύριος Χρήστος μίλαγε για την Κάλλας με θαυμασμό και έλεγε πως σου έδινε την εντύπωση πως ήταν εύθραυστη και πως όλη αυτή η δημόσια εικόνα ήταν μια ασπίδα και τίποτα άλλο. Δε δεχόταν κακό σχόλιο για εκείνη και συνήθιζει να λέει πως δεν γνωρίζουμε τι κρύβει η ψυχή κανένος, γι’αυτο να προσέχουμε στις κρίσεις μας…
Όταν βρέθηκα στη συνέντευξη τύπου της παράστασης, θυμήθηκα, μετά το τέλος της, και τους δύο γείτονες των παιδικών μου χρόνων. Είχα την περιέργεια να δω πώς προσέγγισαν οι άνθρωποι που ετοίμαζαν αυτήν την παράσταση, τις τόσες πολλές και ιδιάζουσες προσωπικότητες και τι ήταν αυτή η “πλούσια λιτότητα” που μας είχε προϊδεάσει ο κ. Σταμάτης Φασουλής. Δεν είχα πολύ μεγάλες απαιτήσεις, γιατί ήταν εκ προοιμίου παράλογο κάτι τέτοιο, καθώς για τέτοιους ανθρώπους όση πληροφορία και να μαζέψεις, πάντα κάτι θα σου ξεφύγει και δεν θα μπορέσεις να αφήσεις ικανοποιημένους τους πάντες.
Έξυπνο το εύρημα με τον ψηφιακό πίνακα στην έναρξη, που μας μεταφέρει στην καταστροφή της Σμύρνης. Εκεί βλέπουμε πρώτη φορά τον νεαρό δημοσιογράφο-αφηγητή, που γράφει ένα βιβλίο για τη ζωή του Ωνάση. Στη συνέχεια, ο γηραιός Αριστοτέλης διηγείται στον γιο του τα γεγονότα, ενώ η νεότερη εκδοχή του τα ζει. Γινόμαστε μάρτυρες όλων αυτών των περιστατικών που συνέβησαν και στιγμάτισαν την ψυχοσύνθεσή του και τον οδήγησαν στην απόφαση να φύγει για την Αργεντινή. Εκεί πληροφορούμαστε για τις πρώτες δουλειές του, που, ενώ πήγαιναν πολύ καλά, συγκυρίες και σημεία των καιρών τις κατέστρεψαν, τους φίλους που έκανε και θα τον συντρόφευαν μέχρι το τέλος της ζωής του και το πείσμα του, κόντρα σε όλα, να γίνει επιτυχημένος (υπάρχει μια υπόνοια ότι, σε αρχικό στάδιο, εφαλτήριο όλων ήταν να αποδείξει στον πατέρα του, ότι ήταν πολύ καλύτερος από αυτό που πίστευε ο τελευταίος για εκείνον).
Στη συνέχεια, είδαμε αποσπάσματα από την προσωπική του ζωή, τον γάμο του με την Τίνα Λιβανού, τις, αμφιβόλου ηθικής, επιχειρηματικές του κινήσεις και φτάσαμε στο σημείο που μπαίνουν στη ζωή του η Μαρία Κάλλας και η Τζακυ Κένεντυ, διαδοχικά. Εκεί, το όλον περιορίστηκε αυστηρά στην προσωπική του ζωή, με ψήγματα αναφορών στα επαγγελματικά του… Κάποια στιγμή μάς συστήθηκαν και τα δύο παιδιά του, Αλέξανδρος και Χριστίνα, και, με άξονα τη σχέση του με τον γιο του, φτάσαμε με μερικά διαλείμματα αναφορών σε παράλληλες ιστορίες, στον θάνατο του Αλέξανδρου και εν συνεχεία του ίδιου του Ωνάση.
Πλούσια λιτότητα προσωπικά δεν είδα, έξυπνη σκηνογραφία είδα όμως, πολύ λειτουργική και ευφάνταστη – τα εύσημα στον Γιώργο Γαβαλά. Πολύ ωραία μουσική επένδυση από τον Κωστή Μαραβέγια άκουσα, τα φώτα μου φάνηκαν επαρκή απλώς (αυτό πιθανόν ζητήθηκε από τον φωτιστή και αυτό έκανε…). Παρακολούθησα όμορφη κινησιολογία από τους υποστηρικτικούς ρόλους (ειδικά τα κομμάτια των χορών ήταν άψογα – εύγε στον Φωκά Ευαγγελινό) και συνολικά οι πιο μικροί ρόλοι ήταν πολύ καλοί, σε αυτό που έπρεπε να κανουν, και αυτό ερχόταν σε αντιδιαστολή με καποιους εκ των πρωταγωνιστικών που φαινόταν, και έξω απο τα νερά τους και άνευροι. Και φυσικά χόρτασε το μάτι μας από τα υπέροχα ρούχα που επιμελήθηκε η Ντένη Βαχλιώτη.
Ωραία ως σύλληψη η χρήση ενός αφηγητή, στο πρόσωπο ενός δημοσιογράφου που συλλέγει υλικό για τον Ωνάση, αλλά η εκτέλεση δεν ήταν και η καλύτερη, αφού ο Μέμος Μπεγνής μοιάζει σαν “τροχονόμος” που ρυθμίζει τι έρχεται μετά, παρά σαν αφηγητής. Γι’αυτό δικαιολογώ και την απόδοσή του, που ήταν μάλλον μέτρια, αφού δεν υπάρχει κάτι στον ρόλο που να μπορέσει να τον αναδείξει.
Αντιθέτως, πολύ καλός και ευτυχής, γιατί έχει να παίξει στο πρώτο κομμάτι της ιστορίας, που είναι κατ’εμέ το πιο καλογραμμένο του έργου, είναι ο Αγησίλαος Μικελάτος, η νεανική εκδοχή του Ωνάση (κάτι μάλλον γνώριζε ο κ. Φασουλής που, στη συνέντευξη, είπε ότι μπορεί το μεγάλο κέρδος του έργου, ίσως να είναι το ότι θα γνωρίσει μια πλατιά μάζα κοινού έναν πολύ αξιόλογο ηθοποιό). Εντελώς μέσα στον ρόλο, με εκφραστικότητα, πειστικός για την περσόνα του ανθρώπου, που η υπέρτατη φιλοδοξία του, εκφράζεται στη φράση “Τα θέλω όλα”.
Ο γηραιός-ενήλικος Ωνάσης του Σταμάτη Φασουλή, μάλλον κατέρρευσε από το βάρος όσων απέκτησε ή που είχε να διαχειριστεί και παρουσιάστηκε κατώτερος του αναμενομένου. Λίγο φλύαρος στην ερμηνεία του, με κάποιες, όμως, αρκετά καλές στιγμές, που σε έπειθαν ότι δεν έχει ξεχάσει την υποκριτική τέχνη. Έχω την αίσθηση ότι, προσπαθώντας να προσεγγίσει την υπεροπτική ματιά του ήρωα και να μπει στην ψυχοσύνθεσή του, κάπου χάθηκε το μέτρο και πήγε στην υπερβολή, αφήνοντας κάποια ανθρώπινα στοιχεία του να μην τονιστούν, όπως θα χρειαζόταν. Ίσως, αν επέλεγε κάποιον άλλον ηθοποιό για τον ρόλο, να τα παρατηρούσε ως σκηνοθέτης και να τα είχε διορθώσει… Υπήρχε έλλειμμα ενέργειας στην παρουσία του, κάποιες φορές, και αυτό στοίχισε.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, ως Αλέξανδρος Ωνάσης, ήταν αξιοπρεπέστατος, πολύ πιστός στον ρόλο του, αλλά μου φάνηκε λίγο σαν μπλοκαρισμένος – σαν να πήγαινε με σηκωμένο χειρόφρενο, ένα πράγμα. Νιώθαμε ότι ήθελε να βγάλει κάτι ακόμη, αλλά δεν έπρεπε να ξεφύγει από το “κουτάκι”…
Οι γυναίκες της παράστασης, με εξαίρεση την Τζένη Σκαρλάτου, που την βρήκα υπέροχη στον ρόλο της αδερφής του Ωνάση, μάλλον δεν τα καταφέραν… Αδυνατώ να πιστέψω ότι η Μαρία Κάλλας θύμιζε τη Μάτζικα του Μίκυ Μάους που διάβαζα τα καλοκαίρια στο νησί… Ήταν μια γυναίκα, που από αυτά που έχω διαβάσει και έχω δει, σε προϊδεάζουν για μία Ντίβα, μια γυναίκα που έχει κερδίσει την απόλυτη αναγνώριση και το απολαμβάνει, χωρίς όμως να έχει χάσει την ανθρώπινη υπόστασή της. Αυτό που είδα, σε σχέση με τις διηγήσεις των ανθρώπων που την έζησαν εκείνο το καλοκαίρι του 1964, που δεχόταν την αγάπη του απλού κόσμου στο νησί μου, ο οποίος κόσμος δεν είχε ακούσει ποτέ μάλλον άρια στη ζωή του και, παρόλα αυτά, ταυτίστηκε και συγκινήθηκε από την ερμηνεία της, ήταν εντελώς ξένο… Αν το έβλεπε ο συγχωρεμένος ο κύριος Χρήστος, θα φώναζε πιθανώς, διακόπτωντας την παράσταση… Πολύ ατυχής στιγμή….
Η Δήμητρα Ματσούκα μάλλον έφερε κάποια άλλη ηρωίδα και την πρόσαρμοσε στον ρόλο, γιατί αν θυμηθούμε τι μας είπαν για το ιστορικό πρόσωπο της Τζάκυ Κένεντυ και τη διαδρομή της, η ίδια κι ο κ. Φασουλής, τότε μάλλον έχουμε κι εδώ ακόμη μια άτυχη στιγμή, αφού η πυγμή και ο αδίστακτος χαρακτήρας, στις σκηνές που απαιτούνταν, ακόμη αναζητούνται…. Δεν αρκεί μόνο η θηλυκή πλευρά της ηρωίδας· περιμέναμε και τη “σκύλα”, τη γυναίκα-αράχνη, αυτή που ήξερε τι αξίζει και ζητούσε να το πληρωθεί σε χρυσάφι. Η Χριστίνα της Καλλιόπης Τσόγκα ήταν μια καρικατούρα, που η ηθοποιός ερμήνευσε πολύ καλά μεν, θεωρώ όμως ότι ένα παραμελημένο παιδί με πολλά ψυχολογικά θέματα, όπως αποδείχτηκε ότι πραγματικά ήταν η κόρη του Ωνάση, δεν μπορεί να παρουσιάζεται τόσο καρτουνίστικα επί σκηνής. Τέλος, η Ευγενία Δημητροπούλου έδωσε μια αξιοπρεπή Τίνα Λιβανού, που δεν κατάλαβε, όμως, κανείς τι είδε σε εκείνη ο Ωνάσης και θέλησε να την παντρευτεί….
Σκηνοθετικά και σεναριακά, ο Σταμάτης Φασουλής είχε να διαχειριστεί, εκ των πραγμάτων, ένα πολύ ογκώδες υλικό πληροφοριών, που χρειαζόταν μελέτη και αρκετή δουλειά. Δεν είναι κακό ως κείμενο το έργο, αλλα είναι πολύ πλατύ και κουράζει. Θα μπορούσαν κάποιες σκηνές να είχαν παραληφθεί και να είχαμε ένα πιο “σφιχτό” θέαμα, γιατί, στο δεύτερο μέρος, παρατήρησα αρκετούς να αδημονούν να τελειώσει η παράσταση… Προσωπικα, θα ήθελα να πάρω περισσότερη πληροφορία για τον επιχειρηματία Ωνάση, τον άνθρωπο Αριστοτέλη και, προς αυτή την κατεύθυνση, πίστεψα, στην αρχή, πως θα πάει το έργο, αλλά διαψεύστηκα με την επιλογή να γίνει ένα θέαμα που αφορούσε την προσωπική του ζωή και ιστορίες που έχουμε ξανακούσει. Αν είχε επιλέξει την άλλη οδό, ίσως να ήταν λιγότερο εμπορικό, αλλά θα άφηνε κάτι περισσότερο στο κοινό του. Δεν με ενόχλησε καθόλου η γλώσσα του – δεν ήταν κανένας λόγιος ο Ωνάσης, απλά θεώρησα λίγο τραβηγμένη την έκταση των πιο βωμολόχων εκφράσεων… Έγινε κατανοητό ότι μάλλον ήταν βρωμόστομος ο Ωνάσης, δεν χρειαζόταν να το “απολαύσουμε” περισσότερο.
Σκηνοθετικά, η παράσταση έχει καλό ρυθμό, σε αρκετά σημεία, αλλά δεν τη βοηθάει η διάρκειά της. Οι επιλογές κάποιων ηθοποιών, εκ του αποτελέσματος, κρίνονται ως μη ανταποκρινόμενες και επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις όποιες αδυναμίες μπορεί να έχει η παράσταση (όλες έχουν, απλά οι καλές ερμηνείες δεν τις αφήνουν να βγουν μπροστά). Ήταν ένα πολύ μεγάλο στοίχημα που ανέλαβε ο κ. Φασουλής να φέρει εις πέρας, κάτω από ειδικές συνθήκες, όπως μας ομολογήθηκε στη συνέντευξη τύπου απο την παραγωγή (ακύρωση δικαιωμάτων έργου, που θα παιζόταν κανονικά, και κατόπιν τούτου, με τον χρόνο να μην είναι απόλυτα σύμμαχος, απόφαση να γίνει η παράσταση για τον Ωνάση) και η συγκέντρωση στο πρόσωπό του, των ιδιοτήτων του συγγραφέα, του σκηνοθέτη και εν τέλει του πρωταγωνιστή, μάλλον δημιούργησε συνθήκες τέτοιες, που το όραμα που είχε δεν του βγήκε στο ακέραιο – δε θέλω να πιστέψω ότι ένας τέτοιος άνθρωπος δεν είχε καλές προθέσεις και ιδέες για αυτό το εγχείρημα. Όπως συμβαίνει και στους καλύτερους αυτού του κόσμου, έρχεται και μια “κακή” μέρα στη δουλειά, που το σύμπαν συνωμοτεί, ώστε να μη δουλέψει τίποτα, όπως θα προσδοκούσες…
Είναι από αυτές τις μέρες που θυμάμαι πάντα τα λόγια του κύριου Χρήστου “πρόσεχε τι λες, γιατί δε γνωρίζεις τι συμβαίνει στην ψυχή αυτού που πας να κρίνεις”.… Σκέφτομαι τις μέρες που και στη δική μου δουλειά, δεν ήμασταν ικανοποιημενοι με αυτό που κάναμε (ασχέτως αν οι πελάτες, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν κατάλαβαν τίποτα) και πώς μας κακοφαινόταν, αν κάποιος έλεγε ότι δεν θα μας ξαναπροτιμήσει. Δεν μπορώ να πω, με ελαφρά τη συνείδηση, ότι είναι μια κακή παράσταση… είναι μια ατυχήσασα για τα δικά μου μέτρα… άλλος μπορεί να τη βρει θεσπέσια… αυτή είναι η ομορφιά της διαφορετικότητας. Αξίζει σε όσους πάνε, να μείνουν ως το τέλος να χειροκροτήσουν, γιατί, στην αυλαία, η επιβράβευση του χειροκροτήματος είναι τιμητική για όσους δουλεύουν, ηθοποιούς και λοιπούς συντελεστές, γιατί και έργο χωρίς δουλειά δε γίνεται. Ας αναγνωρίζουμε, έμμεσα, τους κόπους όλων αυτών, γιατι το αξίζουν (πολύ λυπηρό το θέαμα να φεύγει κόσμος πριν την αυλαία, γκρινιάζοντας ή βρίζοντας… Τα λόγια του Ιησού για τον αναμάρτητο, μάλλον τα λησμονούμε, ε;).
Υ.Γ. Αν βαριόμαστε σε μια παράσταση, δε χρειάζεται να βγάζουμε το κινητό και να στέλνουμε μηνύματα στους φίλους μας, περιγράφοντας το δράμα που ζούμε ως θεατές… Καλύτερα να σηκωθούμε και να φύγουμε και ας κλαίμε τα χρήματα που πληρώσαμε. Το δόγμα “πλήρωσα, κάνω ό,τι γουστάρω”, πέρα από το να σας κατατάσσει στο επίπεδο νοημοσύνης της πέτρας, δείχνει και ασέβεια στους ανθρώπους που παίζουν και φυσικά στους υπόλοιπους θεατές. Σε εσάς που πουλάτε τρελίτσα ή τσαμπουκά κι από πάνω, σκεφτείτε ότι θα βρεθεί μια μέρα ένας πιο παλαβός από σας και ή θα σας ενσωματώσει το κινητό στο στόμα ή σε κανένα αλλο μέρος του σώματος ή θα χειροδικήσει πάνω σας… Καταδικαστέες απολύτως ως συμπεριφορές, αλλά, όταν προκαλεις την τύχη σου, δεν ξέρεις τι μπορεί να σου προκύψει… (το σχόλιο αφιερώνεται στην ξανθιά κυρία δυο θέσεις δίπλα μας, που μου έβγαλε πολλά βάρβαρα αισθήματα με τη συμπεριφορά της, παρόλες τις παρατηρήσεις μας και των γύρω της, με την οποία κρατήθηκα από το να πέσω πιο χαμηλά από το επίπεδό της, γιατί την επαναφέραν στην τάξη οι ταξιθέτριες του θεάτρου, μολις εγινε αντιληπτό το τι έκανε…).
Περισσότερα εδώ.
Theodore a.k.a. Evil Chef – Νοέμβριος 2019
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv