Sin Radio Listen, don't just hear!

“Αν υπάρχει Θεός, πρέπει να λογοδοτήσει για πολλά.” *
Στα “έγκατα” ενός πολυτελούς εστιατορίου υπάρχει ένας άλλος κόσμος… Το πλυντήριο και η λάντζα των πιάτων και των κουταλομαχαιροπήρουνων, που χρησιμοποιεί η κουζίνα, για να σερβίρει τη σάλα. Εκεί κάτω, σαν μια μεταφορική “κόλαση”, υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν μια δύσκολη δουλειά, η οποία δεν αναγνωρίζεται και τόσο από τους υπεύθυνους της επιχείρησης. Απόδειξη αυτού, οι κακές συνθήκες, τα ντουλάπια για τα προσωπικά τους είδη, οι στολές εργασίας, οι τουαλέτες τους, όλο αυτό το σκηνικό που κάθε μέρα αντιμετωπίζουν, στον αγώνα τους να είναι σωστοί και να μη δυσφημιστεί το μαγαζί.
Σε αυτόν το μικρόκοσμο υπάρχει μια ιδιότυπη ιεραρχία, ο “αρχαίος”, ο “παλιός” και ο “νέος”. Ο εκάστοτε νέος, γιατί κανείς δε μένει για πολύ καιρό· δεν αναφέρεται από τον παλιό ποτέ με το όνομά του, μέχρι τη στιγμή που θα αποφανθεί ο πιο παλιός στη δουλειά, ότι έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του για να τον προσφωνεί με το βαφτιστικό του! Ο “αρχαίος” δεν ασχολιέται με τίποτα, παρά μόνο μετράει αντίστροφα για την “αναχώρησή” του – κάποιοι μικροί προβληματισμοί για τη μισθοδοσία κατά καιρούς, η μόνη γκρίνια του. Ο “παλιός” έχει υιοθετήσει μια άκρως δουλική στάση απέναντι στους προϊσταμένους και, σε κάθε ευκαιρία, δεν ξεχνάει να υπενθυμίζει ότι αυτός σύντομα θα ανελιχθεί στην ιεραρχική πυραμίδα και να προειδοποιεί για τον σεβασμό των άλλων στα “προνόμιά” του – μια παλιά πολυθρόνα εν είδει θρόνου, όπου ο έκπτωτος βασιλεύς απολαμβάνει την ανάγνωση της εφημερίδας του…
Η άφιξη ενός νέου – πρώην γιάπη, που, μια κακιά στιγμή, τον έστειλε από τη σάλα στην “κόλαση” και από το χλιδάτο διαμέρισμα και το ακριβό αυτοκίνητο, στο 2×3 δωμάτιο που νοικιάζει και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ως νέος λαντζέρης, θα αλλάξει την ατμόσφαιρα στον χώρο και τις δυναμικές. Μαθημένος αλλιώς, νιώθει άβολα στον νέο ρόλο του, αλλά περισσότερο τον ενοχλεί η απάθεια των άλλων δύο στα κακώς κείμενα της καθημερινότητάς τους. Μοιραία, η σύγκρουση που γίνεται (σε όχι υψηλούς τόνους) με τον “παλιό”, δείχνει τη διαφορά που έχουν ως άνθρωποι και ως ιδιοσυγκρασίες.
Σταδιακά, ενώ περνάει ο καιρός, με μια συνεχή ανάζητηση διεξόδου από μέρους του νέου, γινόμαστε μάρτυρες μικρών μυστικών, που κρύβει ο “παλιός” και μιας οδυνηρής αλήθειας για τον “αρχαίο”. Κι ενώ, φαινομενικά, ο νεότερος των τριών δείχνει να έχει εγκλωβιστεί στον χώρο και να μη μπορεί να ξεφύγει, ένα, όχι και τόσο απρόοπτο γεγονός, τον επανακινητοποιεί και επιτυγχάνει την έξοδο…
Θα επιστρέψει λίγο καιρό μετά, για να κάνει μια τελευταία συζήτηση με τον “παλιό”… Αυτός έχει ξαναβρεί τον δρόμο του και ο πρώην συνάδελφος, έναν νέο λαντζέρη για να συνεργαστεί. Στην τελική τους “αναμέτρηση”, ο νεαρός θα ζητήσει τον λόγο από τον πιο μεγάλο σε ηλικία, για το γεγονός ότι για 18 μήνες παρέμεινε “ο νέος”. Τι ήταν αυτό που δεν κέρδισε την εμπιστοσύνη του; Θα ζητήσει απαντήσεις, που, είτε δεν μπορεί είτε δεν θέλει να δώσει ο “παλιός”, προτού πιστοποιήσει ξανά την τεράστια διαφορά αντίληψης των καταστάσεων μεταξύ τους και επιλέξει να βγει στον ήλιο, αφήνοντας στο υποφωτισμένο και μίζερο βασίλειό του, τον “παλιό” και το νέο του “παιχνίδι”…

Μια πικρή κωμωδία-αναπαράσταση της σύγχρονης “κανονικότητας” στον κόσμο της εργασίας, θα ήταν ένα ευτυχές σύντομο σχόλιο. Μόνο που είναι πολλά περισσότερα. Είναι μια κριτική στο αξιακό σύστημα των καπιταλιστικών κοινωνίων, που οι κάτω υπάρχουν μόνο για να υπηρετούν τους επάνω, χωρίς οι όποιοι ενδιάμεσοι υπάρχουν να δίνουν και καμία ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξή τους. Είναι γρανάζια της μηχανής, που οφείλουν να κινούνται, όπως τους έχει υποδεχτεί και χωρίς πολλές ερωτήσεις ή διεκδικήσεις. Το γεγονός ότι δουλεύουν και επιβιώνουν, χάρη στη μεγαλοθυμία και την ύπαρξη των επάνω, δεν πρέπει να το αγνοούν. Σε αυτό το πλαίσιο “ένταξης” βρίσκεται ο “παλιός”, που ερμηνεύει μοναδικά ο Τάσος Κωστής. Ο συμβιβασμένος, που ψάχνει να κάνει μικρές παρασπονδίες, όχι για ίδιο όφελος, αλλά για να “βοηθήσει” αυτούς που έχουν εγκαταλείψει οι άλλοι. Οι λέξεις “αντίδραση” και “δικαίωμα”, έχουν από καιρό διαγραφεί από το λεξιλόγιό του.
Ο Γιάννης Σαρακατσάνης είναι ο πρώην επιτυχημένος, που οι πάνω “κλώτσησαν” προς το υπόγειο… Δίνει το πνεύμα του μαχητή, που δε θέλει να συμβιβαστεί με τη “μοίρα” του και συγκρούεται με τον συμβιβασμένο συνάδελφο, όμως παρατήρησα και έναν υπερβάλλοντα ζήλο σε κάποια σημεία, που λειτούργησε ανασταλτικά κατ’εμέ, στην έκφραση αυτών που θέλει να βγάλει το κείμενο, ειδικά στην τελική συζήτηση με τον πρώην συνάδελφο-λαντζέρη. Δε μου έβγαλε όλο το παράπονο του ανθρώπου, που για 18 μήνες καταπίεσε τον εαυτό του για να γίνει ξανά μέλος ενός συνόλου, για να μην το πάρει ούτε αυτό…. Αντιθέτως, στην περιγραφή του για τη ζωή που ξαναέφτιαξε, όταν κατεβαίνει στη λάντζα, βγαίνει μια αμηχανία για το αν όντως έχει ξαναγίνει αποδεκτός από τους υπόλοιπους στη μεγάλη σάλα ή είναι το παιδί που γύρισε, μέχρι το σύστημα να τον ξαναπετάξει εκτός… Εκφράσεις και λέξεις, που τις εκφέρει με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνουν την ανησυχία του ήρωα μπροστα στη γνώση πως για όσα τώρα μιλάει, πραγματικά υπεύθυνος δεν είναι αποκλειστικά ο ίδιος, παρά μόνο για ελάχιστα…. δε το λες και μεγάλο κέρδος αυτό… .από αιχμάλωτος των πιάτων, αιχμάλωτος σε συγγενή πρώτου βαθμού…
Ο Κώστας Λιάσκος είναι ο ηλικιωμένος “αρχαίος” της ιστορίας, μια πολύ συμπαθής φιγούρα στο κοινό, αφού η στάση του και οι κινήσεις του δείχνουν εκτός του χώρου που κυκλοφορεί, προκαλώντας μας τη συμπάθεια, η οποία μεγαλώνει, όταν πληροφορούμαστε το πρόβλημα υγείας του, την προσωπική του διαδρομή (μια ζωή πλένει, αυτοκίνητα-τζάμια-πιάτα) και την αγριότητα που του συμπεριφέται η εργοδοσία. Υπέροχος σε όλα του!
Ο Αλέξανδρος Μανωλίδης έχει τον μικρό ρόλο του τελευταίου λαντζέρη, που προσέρχεται στη νέα του δουλειά, πολύ ευτυχής και χωρίς ιδιαίτερα όνειρα και προαπαιτούμενα. Δείχνει πιο συμβιβασμένος με όσα βλέπει και σίγουρα δεν προδιαθέτει για διεκδίκηση οποιασδήποτε βελτίωσης των συνθηκών – σαν τα παιδάκια του σήμερα, που δουλεύουν σε εξαντλητικά ωράρια για 400 ευρώ και δηλώνουν ευτυχισμένα (είναι ή αυτό δηλώνουν γιατί έτσι πρέπει….;).
Πολύ λειτουργικοί οι φωτισμοί της παράστασης· μου άρεσε αυτό το ημίφως και η εναλλαγή των ημερών με την απόλυτη συσκότιση στον χώρο της λάντζας. Σκηνικό-λατρεία, που παραπέμπει όντως σε αντίστοιχο χώρο εστιατορίου. Βρύσες, πιεστικά, ασανσεράκι, πλυντήριο, τσουβάλια με πατάτες και στοίβες πιάτα… πολλά πιάτα! Μουσικές που θυμίζουν μηχανές σε λειτουργία και επιτείνουν την αίσθηση ότι παρακολουθείς μια διαδικασία έργου, που κινούν γρανάζια που δεν έχουν καλολαδωθεί προσφάτως.
Αυτό το τελευταίο είναι και η πιο ωραία σκηνοθετημένη στιγμή του έργου – οι επαναλαμβανόμενες σε βαθμό ρουτίνας σκηνές της διαδικασίας του πλυσίματος δείχνουν την έννοια της μηχανής που ξεπλένει τις “ακαθαρσίες” των επάνω και την πλήρη απώλεια κάθε ανθρώπινου χαρακτηριστικού από τους τρεις εργαζόμενους. Είναι αναλώσιμοι και μηδαμινής αξίας, δεν λογίζονται καν ως έμψυχα όντα… Ωραία σκηνοθετική γραμμή από την Ελένη Σκότη, που κράτησε τον ρεαλισμό του κειμένου και την υποδόροια σκληρότητά του και καθοδήγησε υποδειγματικά τους ηθοποιούς της.
Πρόκειται για μια παράσταση που κρύβει πολλά μηνύματα, με κυριότερο αυτό που εκφράζεται με την ερώτηση: “Aξίζουμε αυτό που υποδηλώνει η δουλειά μας ή είμαστε κάτι άλλο;”. Σου φυτεύει τον προβληματισμό, για το αν έχεις τη δυνατότητα να “τρυπήσεις” το ταβάνι σου (αν αυτό υφίσταται φυσικά), για το ποιος καθορίζει το πάνω και το κάτω, τις ευκαιρίες που έρχονται ή νομίζουμε ότι έρχονται. Μια παράσταση για τους συμβιβασμούς, τα όχι και τα ναι που επιλέγουμε ή “επιλέγουμε”, μια ματιά και μια κριτική στον επιβληθέντα τρόπο σκέψης και ανοχής “στα αρμόζοντα και τα αρκετά”, στο σκύψιμο του κεφαλιού και στην έμμεση παραδοχή μιας ήττας σε μια μάχη που δε ξεκινάμε ποτέ, έχοντας κατά νου την έκβασή της…
Υπέροχη δουλειά, με πολύ ωραίες ερμηνείες και νοήματα, που μιλάει για καταστάσεις μέσα και δίπλα μας, προτείνεται ανεπιφύλακτα στους φίλους του καλού θεάτρου.
Περισσότερα εδώ.
Theodore a.k.a. Evil Chef, Νοέμβριος 2019
* Φράση του έργου, που με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο!
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv