play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση «Μια χώρα δύο αιώνες μετά» στο Δημοτικό Κηποθέατρο Παπάγου

today5 Σεπτεμβρίου, 2021

Φόντο
share close

Αν, λεω αν, δεν μας είχε χτυπήσει κατακούτελα η πανδημία και τα 200 χρόνια από την επάνασταση, ως χώρα τα γιορτάζαμε, όπως είχε σχεδιαστεί και κατά πως είχαν προϊδεάσει διάφοροι φορείς καλλιτεχνικοί και μη, το μόνο δεδομένο είναι, πως από την κακογουστιά που θα έβλεπαν τα ματάκια του κόσμου σε αρκετές περιπτώσεις, οι θεατρικοί συγγραφείς που γράφουν κωμωδίες θα είχαν μαζέψει υλικό για τα επόμενα 5 τουλάχιστον χρόνια. Δυστυχώς για το συμπαθή κλάδο των συγγραφέων και ευτυχώς για τη δική μας ψυχική υγεία, οι εκδηλώσεις για την επέτειο του 1821, όσες τελικά πραγματοποιήθηκαν, ήταν και αξιολογότατες και τόσες όσες χρειαζόταν, στις συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα.

Κάπου εδώ πιάνει το νήμα, το νέο έργο του Ανδρέα Φλουράκη, «Μια χώρα δύο αιώνες μετά» και, με αφετηρία αυτά που έγιναν και εκείνα που δεν είδαμε ποτέ, λόγω κορωναϊού, στήνει μια μικρή γιορτή των καθημερινών ανθρώπων. Αυτών, που μετά τη σχεδόν δεκαετή κρίση και το τέλος της, όταν είδαν (ή όταν έτσι μας είπαν), ότι κάτι πάει να γίνει προς τη βελτίωση της ζωής μας, ενεμφανίσθη μια πανδημία που μας μαντρωσε μέσα, μας έκοψε τις παρέες, τις εξόδους, τις αγκαλιές, την ανθρωπινη επικοινωνία, μας άλλαξε τον τρόπο που δουλεύουμε ή μας έμαθε να ζούμε σε “αναστολή” με εισόδημα ένα επίδομα, πληρωτέο στις 10 του επόμενου μήνα…

Σε μια εκδήλωση για τα 200 χρόνια από την επανάσταση, κάποιο απρόοπτο γεγονός, αναγκάζει τους διοργανωτές να την αναβάλλουν στο πάρα ένα και ορίζουν έναν απλο φύλακα του χώρου να διώξει τον κόσμο και, αφού κλειδώσει, να γυρίσει σπιτάκι του. Αυτό δεν καλοκάθεται σε 5 θεατές της παρολίγο “γιορτής”, που διαμαρτυρόμενοι στον “φτωχό” υπάλληλο για το γεγονός, αποφασίζουν να καταλάβουν τον χώρο και για 60 λεπτά να στήσουν μια αυτοσχέδια γιορτή, με ό,τι υλικά έχουν μαζί τους ο καθένας· σε αυτό το εγχείρημα παρασύρουν και τον δημοτικό υπάλληλο. 

Δεν είναι επαγγελματίες, οπότε δεν το έχουν ξανακάνει και ψάχνουν πώς θα μπορούσαν να κάνουν κάτι, που θα αντιπροσωπεύει, εκτός από τους ίδιους, και όσους ακόμη έμειναν εκεί μαζί τους. Αφού ξεπερνάνε τις όποιες διαφωνίες και τις δυσκολίες που προκύπτουν, λόγω διαφορετικών χαρακτήρων, βρίσκουν, μέσα από αυτήν τη συνάντηση, την ευκαιρία να μιλήσουν για τα προσωπικά τους προβλήματα, που μοιραία μεγάλωσαν, λόγω πανδημίας, αυτά που ονειρεύονταν για τη χώρα στην επέτειο των 200 ετών και να παίξουν σαν μικρά παιδιά, ξεφεύγοντας από τη μιζέρια των ημερών, διάφορα παιχνίδια που θα τους βάλουν στο κλίμα της ακυρωθείσας γιορτής. Αφού τα πουν όλα και το τερματίσουν, πολλές φορές, σε γραφικότητα και κακογουστιά, γεμάτοι πλέον από “εθνική” υπερηφάνεια και ξαλαφρωμένοι από κάποια βάρη, αποχωρούν και επιστρέφουν στην “κανονικότητά” τους….

Ως μια ματιά στο μωσαϊκό αυτού που ονομάζουμε επιγραμματικά “απλός κόσμος”, μπορώ να κρίνω αυτήν την ελεύθερη σκηνική σύνθεση που είδα. Έξι εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι, με μόνο κοινό τόπο την αγάπη για την πατρίδα, επιχειρούν, βάζοντας ο καθένας την πινελιά του, να παρουσιάσουν κάτι γι’ αυτό που αγαπάνε. Όμως, δεν καταφέρνουν να φτιάξουν κάτι δημιουργικό, καθώς οι προσωπικοί εγωισμοί και η αίσθηση ότι έχουν πάντα δικιο, τους υποχρεώνουν στον συμβιβασμό του “ας δώσουμε χώρο στον κάθενα να πει δημοκρατικά αυτό που θέλει για να είμαστε όλοι ικανοποιημένοι”. Μόνο στη δημοκρατια, ο διάλογος και ο συγκερασμός απόψεων είναι βασικό στοιχείο και όχι οι μεμονωμένοι διάλογοι…

Οι 6 ήρωές μας επιχειρούν να ταιριάξουν ή μαλλον να επιβάλλουν τα θέλω τους ο ένας στον άλλο, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν σε μια συμβιβαστική λύση, ενός ελληνοπρεπούς γλεντιού, το οποίο ολοκληρώνεται μέσα σε μια απορία και μια αμηχανία, γιατί δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν, στο τι μπορεί να είναι αυτό που, ως αφήγημα, θα ενώσει ξανά τον λαό και θα του δώσει μια όποια ελπίδα. Καλά τα γλέντια κι οι γιορτές, αλλά οταν κλείνουν τα φώτα, τι έρχεται μετά;

Οι Ράνια Σχίζα, Θανάσης Κουρλαμπάς, Μαρία Χάνου, Ιωσήφ Ιωσηφίδης, Αμαλία Νίνου, Άρης Μπαταγιάννης, που ανέλαβαν, υπό την σκηνοθετική επιμέλεια της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη, να ζωντανέψουν το κείμενο, πέτυχαν κατ’ εμε να αποδώσουν στον απόλυτο βαθμό, αυτό που πιθανόν ήθελε να αναδείξει και ο συγγραφέας. Το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια και, με επιστέγασμα την πανδημία, ως κάτοικοι αυτού του τόπου, έχουμε ψιλοχάσει τη μπάλα, έχουμε περιχαρακωθεί στον εαυτό μας και δεν μας ανησυχεί καθόλου τι θα συμβεί στο σύνολο του τόπου και, το χειρότερο όλων, δεν έχουμε και διαθέση να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Αρκούμαστε στο να προσπαθούμε να επιβάλλουμε την αποψάρα μας, για να κατακτήσουμε, όπου μας παίρνει, κάποια μικρή νίκη και να αναλωνόμαστε σε στερεοτυπικά και τετριμμένα για αυτόν που φταίει και να θεωρούμε ότι οι μικρές μας “επαναστάσεις” είναι μείζονος σημασίας, που για κάποιο περίεργο λόγο, μέχρι τώρα, κανείς δεν εκτίμησε….

Το τέλος της παράστασης μου άφησε ένα κενό…. το τι είμαστε και πως μοιάζουμε αδέσποτοι, στους δρόμους των καιρών, το ψιλογνωρίζουμε. Μου έλειψε μια πρόταση…. μου έλειψε αυτό το παραμύθι, που έψαχναν να βρουν και δεν μπόρεσαν να το συμφωνήσουν οι πρωταγωνιστές… γιατί ρε γμτ δεν κατάφεραν να φτιάξουν αυτό το παραμύθι…;

Περισσότερα εδώ.

Τheodore a.k.a. Evil Chef, Σεπτέμβριος 2021

Συντάχθηκε από: Sin Radio