Sin Radio Listen, don't just hear!
Τα ‘Ορφανά’, του Dennis Kelly, είναι μια παράσταση που θυμάμαι πολύ έντονα για την ατμόσφαιρά της και για τις αλλαγές των ηρώων που σε ξάφνιαζαν – περιμένω να δω το εκ Θεσσαλονίκης ερχόμενο ‘Girls & Boys’ προς το τέλος του μήνα και στο μεσοδιάστημα βρήκαμε χρόνο να επισκεφθούμε την 7Γ σκηνή του ΠΛΥΦΑ και να παρακολουθήσουμε το ‘Μετά το τέλος’.
Ο Μαρκ, ένας nerd (σπασίκλας, ελληνιστί) προγραμματιστής, έχει αγοράσει ένα σπίτι που διαθέτει ένα καταφύγιο από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και το οποίο φροντίζει να είναι εξοπλισμένο με ό,τι θα χρειαστεί σε περίπτωση ανάγκης. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με το ντύσιμό του, την εν γένει ντροπαλότητά του και τις θεωρίες συνωμοσίας που, σε κάθε συνάντηση με συναδέλφους, αραδιάζει, τον έχουν κάνει κάτι σαν τη μασκότ της εταιρείας, τον τύπο που όλοι γουστάρουν να έρθει στις συγκεντρώσεις για να σπάσουν πλάκα μαζί του… Αυτό όλο λειτουργεί συσσωρευτικά στην εύθραυστή του ψυχολογία, επιβαρύνοντάς τη, και του δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα και στις σχέσεις με το άλλο φύλο. Ειδικά με τη Λουίζ, που είναι κρυφά ερωτευμένος και αναγνωρίζει πως δύσκολα θα θα έχει κάποια τύχη μαζί της.
Όλα αυτά ανατρέπονται, όταν, εξαιτίας μιας τρομοκρατικής επίθεσης κοντά στο κτήριο της εταιρείας που εργάζονται, δημιουργείται ένα χάος με πολλούς νεκρούς και απίστευτες υλικές καταστροφές και ο Μαρκ, τραυματισμένος ελαφρά, αποφασίζει να περάσει λίγο καιρό στο ‘αχρείαστο’ καταφύγιό του και μαζί του παίρνει και τη νεαρή συνάδελφό του, που έχει μείνει αναίσθητη από το ωστικό κύμα.
Όταν η Λουίζ συνέρχεται, βρίσκεται σε ένα υγρό και κρύο υπόγειο, μαζί με τον Μαρκ, που της εξηγεί τι έχει συμβει και βρέθηκαν εκεί. Σοκαρισμένη από το γεγονός και αναλογιζόμενη πόσοι δικοί της άνθρωποι που βρίσκονταν κοντά στο σημείο της επίθεσης, δεν ζουν πλέον, νιώθει μια ευγνωμοσύνη για τον ‘σωτήρα’ της, χωρίς να σκεφτεί γιατί επέλεξε να βοηθήσει, απ’ όλο το τυχόν επιζών προσωπικό, μόνο εκείνη… Μοναδική τους επαφή με τον έξω κόσμο είναι ένα ραδιοφωνάκι, που δεν λαμβάνει ακόμη κάποιο ραδιοσήμα, ενδεικτικό, κατά τον Μαρκ, του μεγέθους της καταστροφής που έχουν πάθει οι υποδομές. Να επιχειρήσουν να ανοίξουν την καταπακτή του καταφύγιου ούτε λόγος, αφού δεν γνωρίζουν με τι τυχόν δηλητήρια έχει μολυνθεί η ατμόσφαιρα.
Έτσι ξεκινούν μια ‘αναγκαστική’ συμβίωση, μέχρι να υπάρξει κάποιο καλό νέο από τον ‘επάνω’ κόσμο. Ο Μαρκ, ως οικοδεσπότης, επιβάλλει τους δικούς κανόνες στη διαβίωσή τους, κάτι που δεν δέχεται καθόλου καλά η Λουιζ και ως επακόλουθο έχει, ο νεαρός άνδρας να βγάλει ένα αυταρχικό προφίλ, λαμβάνοντας ‘μέτρα’ που σκοπό έχουν να πειθαρχήσει η φιλοξενούμενή του.
Όλο αυτό το ‘παιχνίδι’ εξουσίας έχει τα αντίθετα αποτελέσματα, αφού η Λουίζ δεν μπορεί με τίποτα να συμβιβαστεί, κάτι που ξυπνάει στον Μαρκ το κτήνος που φώλιαζε στο μυαλό του και τον οδηγεί σε ακραία κακοποιητικές συμπεριφορές. Αυτό διαλύει στον υπέρτατο βαθμό την ήδη εύθραυστη ψυχολογία της και, όταν θα της δοθεί η ευκαιρία, θα πληρώσει τον Μαρκ με το ίδιο νόμισμα, ρίχνοντας νερό στον μύλο ενός ατέρμονου κύκλου βίας. Προς το τέλος της περιπέτειάς τους, και πριν ξαναβγούν στο φως, είναι δυο όντα που έχουν γίνει ανήμερα θηρία και το μόνο που θυμίζει ότι είναι άνθρωποι είναι η εξωτερική εμφάνισή τους.
Καλογραμμένο έργο με ένα τέλος που μου επιβεβαίωσε κάποιες υποψίες που γεννήθηκαν κατά την παρακολούθηση της παράστασης, το ‘Μετά το τέλος’.
Η Άννα Μιχελή επέλεξε να το μεταφράσει, να το σκηνοθετήσει και να μας το συστήσει, σε μια περίοδο που οι μνήμες από τον υποχρεωτικό εγκλεισμό όλων είναι ακόμη νωπές και οι παρενέργειες από τις πληγές που άνοιξε στους ανθρώπους, απασχολούν τακτικά τα δελτία ειδήσεων. Παρότι είναι γραμμένο πριν 20 χρόνια, αποδεικνύεται διαχρονικό και προφητικό συνάμα, καθώς οι αφορισμοί του τότε, του στυλ ‘αυτά είναι αδύνατον να συμβούν’, έχουν καταρριφθεί μεγαλοπρεπώς. Πέραν αυτών, υπάρχουν αναφορές σε αρκετά ζητήματα ακόμη, όπως η ιδρυματοποίηση στους εργασιακούς χώρους, οι έμφυλες διαφορές και τα επακόλουθά τους στις διαπροσωπικές σχέσεις, η προσαρμογή του ανθρώπου σε μια νέα υπερψηφιακή εποχή, που προχωράει αλματωδώς και δεν μπορούμε συχνά να την (παρ)ακολουθήσουμε. Όλα αυτά βρίσκονται στη σκηνοθεσία της, που φέρνει τον θεατή αντιμέτωπο με ένα βασανιστήριο που ξεφεύγει από τα όρια (αν υπάρχουν ποτέ όρια σε κάτι τέτοιο…) και με πράξεις που δοκιμάζουν το θυμικό του, λειτουργώντας καθαρτικά (όπως και στις αρχαίες τραγωδίες), αλλά αφήνοντας και πολλά ερωτήματα για σκέψη και, στους πιο “ανήσυχους”, το σαράκι μήπως κάτι απ’ όλα όσα είδαν, τα έχουν (απο)δεχτεί ή είναι φορείς τους ασυναίσθητα (όχι με αυτήν την ένταση, προφανώς).
Το δίδυμο των πρωταγωνιστών, Κατερίνα Σπύρου και Φοίβος Παπακώστας, δεν ερμηνεύουν απλά – καταθέτουν μια άκρως ρεαλιστική συνθήκη, που σε παίρνει ως θεατή μαζί της και ξεχνάς ότι παρακολουθείς ένα δραματοποιημένο κείμενο. Χτίζουν κάθε λεπτό την ατμόσφαιρα, που παραπέμπει σε ταινία τρόμου, στα πρόσωπα και στις κινήσεις διαβάζεις την αγωνία τους, όχι μόνο για την κατάσταση που βρίσκονται, αλλά και για όλη τη μέχρι τώρα ζωή τους και την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας. Όσο παλεύουν μέσα και έξω από το καταφύγιο για να βρουν το φως που θα τους δείξει τον δρόμο, βυθίζονται περισσότερο στα σκοτάδια τους, με την κατάληξή τους να μοιάζει δραματικά αναπόφευκτη.
Η Κατερίνα Σπύρου αποδίδει σκηνικά μια ευαίσθητη και σε αποδρομή ηρωίδα, που προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατήσει κάτι από την ανθρωπιά της, ενώ οι αξίες της, που της υπαγορεύουν αντίσταση στον παραλογισμό του Μαρκ και τα όσα περνάει στα χέρια του, την καθιστούν απόλυτα αγαπητή στον θεατή, παρά το γεγονός ότι σπάει και μεταμορφώνεται σε λύκαινα, προσωρινά.
Ο Φοίβος Παπακώστας, από το πρώτο λεπτό, κατάφερε να με πείσει ότι ο φλώρος κουμπιουτεράς ήρωάς του κάτι κρύβει. Το βλέμμα του, ο τρόπος που μιλούσε, όλα μαρτυρούσαν ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά και ομολογώ ότι ήταν ιδιαίτερα ανατριχιαστικό αυτό (καθώς ήμασταν και πρώτη σειρά και τον βλέπαμε στα 2 μέτρα!). Η μετάβασή του από το χαμόγελο στην παράνοια και ο τρόπος που πετούσε τις μάσκες του, ήταν υπέροχα δοσμένα σκηνικά.
Επίσης, μου άρεσε το στήσιμο και οι ερμηνείες της τελικής σκηνής, καθώς, όπως παρουσιάστηκε, μας άφησε πολλά ενδεχόμενα ανοιχτά και ισάριθμες αφορμές για συζήτηση.
Η λιτή και στο πνεύμα του έργου σκηνογραφία της Γεωργίας Νικολογιάννη, αναδείχτηκε από την εκπληκτική δουλειά στους φωτισμούς από την Ιωάννα Αθανασίου, που συνέβαλε στη δημιουργία του κλειστοφοβικού κλίματος του καταφυγίου, όπου το σκοτάδι υπάρχει ακόμη κι όταν όλα τα φώτα είναι αναμμένα…
Το ‘Μετά το τέλος’ δικαίωσε τις προσδοκίες μας, ότι θα ήταν μια αξιολογότατη παράσταση· τις ξεπέρασε κατά πολύ μάλιστα!
Δεν είναι επουδενί ένα ευχάριστο έργο, δεν απευθύνεται σε όλα τα κοινά και τις ηλικίες, μιλάει για τη σύγχρονη συγκεκαλυμμένη βαρβαρότητα που υπάρχει παντού, παρά τα περί του αντιθέτου κηρύγματα, το πόσο αλλοιώνει αργά και σταθερά τους ανθρώπους, και έχει το εφιαλτικό μήνυμα πως στο τέλος το κακό θα καταφέρει να νικήσει, δηλητηριάζοντας και τους καλούς της ιστορίας. Αυτό το τελευταίο, πιστεύω πως είναι και το δυνατότερο καμπανάκι που χτυπάει η παράσταση, καθώς μας υπαγορεύει να κοιτάξουμε στον καθρέφτη μας για να δούμε το λάθος και να επιχειρήσουμε να το διορθώσουμε, γιατί τα χειρότερα, δυστυχώς, αν δεν ενεργήσουμε, δεν τα έχουμε δει ακόμη…
Υ.Γ.
Το σύνδρομο της Στοκχόλμης είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο, κατά το οποίο όμηροι εκφράζουν συμπάθεια και συμπόνοια και έχουν θετικά συναισθήματα προς τους απαγωγείς τους, μερικές φορές σε σημείο που να υπερασπίζονται και ταυτίζονται με τους απαγωγείς. Αυτά τα συναισθήματα γενικά θεωρούνται παράλογα μέσα από το πρίσμα του κινδύνου ή του ρίσκου που υπέστησαν τα θύματα, τα οποία θεωρούν ουσιαστικά την έλλειψη κακοποίησης από τους απαγωγείς ως μια πράξη καλοσύνης. (από τη wikipedia)
Eίχα εμπειρία με τέτοιες σκηνές σε κινηματογραφικά φιλμ, όμως όταν το παρακολουθούσα ζωντανά μπροστά μου, ήταν ασύγκριτα πιο έντονο, γιατί, παρόλο που υπήρχε υπερβολική κακοποίηση, αισθάνθηκα ότι η Λουίζ βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς την κατάσταση και οι πράξεις της μου προκάλεσαν τεράστια αμηχανία και φόρτιση, επειδή δεν μπορούσα να κατανοήσω, με τίποτα όμως, τον μηχανισμό που την οδήγησε εκεί.
Συγχαρήτηρια σε όλους όσοι δούλεψαν για να αποδοθεί με αυτόν τον τρόπο αυτή η στιγμή!
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Απρίλιος 2025
Written by: Sin Radio
©2025 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv