play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Linda’ στο Θέατρο Επί Κολωνώ

today4 Φεβρουαρίου, 2026

Φόντο
share close

Η μητέρα μου συχνά, όταν στριμώχνεται από τα δύο παιδιά της, για τυχόν αστοχίες στη συμπεριφορά ή στα λεγόμενά της, χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το γεγονός πως δεν εργάστηκε ποτέ σε συνθήκες καριέρας και αυτό είχε ως επακόλουθο να μην αποκτήσει κάποιες “κοινωνικές” δεξιότητες, όπως τις χαρακτηρίζει. Επίσης, λέει πως είχε να υπερβεί ένα πολύ χαμηλό εμπόδιο ως πρότυπο, αυτό της δικής της μητέρας, και κάπως έτσι, αφού ό,τι και να έκανε, συγκριτικά θα ήταν καλύτερη, επαναπαύτηκε.

Η αλήθεια είναι πως δεν την ενδιέφερε ποτέ το ενδεχόμενο να κάνει μια “σοβαρή” επαγγελματική διαδρομή και αρκούνταν στο τόσο – όσο, βλέποντας συναδέλφους της να κυνηγάνε τρένα ευκαιριών και συχνά να επιβιβάζονται και είναι κάτι που το υπερηφανεύεται πολλές φορές, δηλώνοντας πως δεν θυσίασε την οικογένεια για τη δουλειά…

Το ακριβώς ανάποδο συμβαίνει με τη Λίντα!

Στα 55 της, πλέον, απολαμβάνει την επιτυχία της στον επαγγελματικό στίβο της άκρως ανταγωνιστικής αγοράς των καλλυντικών προϊόντων που απευθύνονται σε γυναίκες. Ξεκίνησε από πολύ χαμηλά στην ιεραρχία και, χάρη στην οξυδέρκειά της, βρέθηκε στο καλύτερο γραφείο με θέα όλη την πόλη. Ήταν η πρώτη γυναίκα που κέρδισε ποτέ βραβείο για τη δουλειά της και την επιτυχία που έφερε στην εταιρεία. Είναι μια γυναίκα που είναι ο “άνδρας” της ζωής της, μιας και κάνει πολλά που άλλες συνομήλικες, μα και νεότερες, ούτε πλησιάζουν και δεν λερώνουν καν τα χέρια τους (που δεν πιάνουν έτσι κι αλλιώς). Πιστεύει πως έχει την τέλεια ζωή, αφού συνδυάζει την ευτυχία σε επαγγελματικό και οικογενειακό περιβάλλον.

Η αλήθεια όμως απέχει παρασάγγας από αυτό που νομίζει… οι δυο κόρες της την αμφισβητούν ανοιχτά ως μητέρα και ως άτομο – η μεγαλύτερη εξ αυτών έχει μια ιδιάζουσα συμπεριφορά από ένα τραυματικό γεγονός που της συνέβη στα σχολικά της χρόνια και η Λίντα δεν το αντιμετώπισε όπως χρειαζόταν. Ταυτόχρονα, ο σύζυγός της, καθηγητής μουσικής και μουσικός σε μια μπάντα, είναι αρκετά αδιάφορος απέναντί της, αποτέλεσμα μιας δικής της παλιότερης αντίστοιχης συμπεριφοράς και την απατά με μια νεότερή της τραγουδίστρια. Και στη δουλειά, η εταιρεία στοχεύει σε μια αλλαγή στην εταιρική ταυτότητα και τα αγοραστικά κοινά που απευθύνεται, οπότε προσλαμβάνει μια νέα και φιλόδοξη μάνατζερ, για να πετύχει τον στόχο της, αδιαφορώντας για τις προτάσεις που υποβάλλει και τοποθετώντας την στην υπηρεσία των νέων στοχοθεσιών.

Η επαγγελματική πίεση και το “χαλάκι” που αισθάνεται να της τραβάνε βίαια κάτω από τα πόδια της, αποσυντονίζουν πλήρως τη Λίντα, που, χωρίς να σκέφτεται καθαρά, προχωράει από τη μία σπασμωδική κίνηση στην άλλη. Ακόμη κι όταν η κόρη της, που εργάζεται δοκιμαστικά στην εταιρεία, την ενημερώνει πως η νεότερη ανταγωνίστριά της είναι το ίδιο πρόσωπο που πρωτοστάτησε στην καταστροφή της σχολικής της ζωής, η Λίντα δεν ακούει τίποτα, όντας αποσυντονισμένη από την πραγματικότητα και πιασμένη στον ιστό που της έχει μπλέξει για την παγιδεύσει η φέρελπις αντικαταστάτριά της. Όταν θα αντιληφθεί πως όλα ήταν μια μηχανορραφία και ότι κατέστρεψε τα πάντα με την έλλειψη ψυχραιμίας και καθαρού μυαλού, έχοντας στα χέρια της ένα κουτί με τα προσωπικά της αντικείμενα από το παλιό της πια γραφείο, ακολουθεί τον ίδιο δρόμο που όλον αυτόν τον καιρό κατηγορούσε τη δική της μήτερα πως πήρε.

Το έργο, παρότι έχει γραφτεί πριν 10+ χρόνια, αντικατοπτρίζει πολλές από τις παθογένειες της σύγχρονης κοινωνίας στον χώρο των εταιρειών και της “μεγάλης” καριέρας. Όλοι έχουν ημερομηνία λήξης, που βρίσκεται χρονικά, όταν ξεπερνάνε κάποιο ηλικιακό όριο – “άφησε τον πλανήτη στους νεότερους” θα της προτείνει ο CEO της εταιρείας, μαζί με μια τιμητική θέση στο οργανόγραμμα, αλλά χωρίς την ευθύνη λήψης αποφάσεων και χάραξη στρατηγικής.

Θα μπορούσε να αποδεχτεί την πρότασή του η ηρωίδα μας;

Φυσικά, αλλά τότε δεν θα είχαμε αυτήν την παράσταση… η Λίντα, που βαθιά μέσα της γνωρίζει πως η μεγαλύτερή της επιτυχία είναι η βράβευσή της τότε και ότι χάθηκε μέσα σε αυτή την συνθήκη, παραμελώντας την υπόλοιπη ζωή της, αισθάνεται ευνουχισμένη στην ιδέα να αλλάξει το επαγγελματικό status της. Δεν μπορεί να γίνει ακόλουθος, γιατί θέλει αυτή πάντα να ηγείται και να έχει πάντα δίκιο. Όταν διαπιστώνει τα αδιέξοδα που δημιούργησε με τη στάση της και πως ευθύνεται η ίδια για όσα έψεγε με ευκολία τους γύρω της, δεν έχει την ψυχολογική συγκρότηση να σταθεί απέναντι στο πρόβλημα και να το λύσει, αλλά επιλέγει τη φυγή – καλύτερα να απουσιάζει, παρά να αντιμετωπίσει τις καταστάσεις και να αποκαθηλωθεί από το βάθρο που νόμιζε ότι στεκόταν και επόπτευε τον κόσμο.

Το κείμενο καθαυτό διαθέτει γρήγορους και σπινθηροβόλους διαλόγους, με μια κινηματογραφική αίσθηση νευρικού μοντάζ, που κρατάνε τον θεατή. Το γεγονός ότι βρίθει από κλισέ και κοινοτυπίες, δεν παραβλέπεται, αλλά δικαιολογείται με βάση τον σκοπό του έργου. Δεν προσφέρει κάποια εμβάθυνση στους χαρακτήρες, αλλά δίνει την απαραίτητη για την εξέλιξη πληροφορία, αφήνοντας το κοινό να φτιάξει τις δικές του ιστορίες για το πώς εφτασαν ως εκεί τα πράγματα για κάθε μικρή ιστορία. Στόχος του είναι να δείξει ότι το δόγμα που μιλάει για την επιτυχία που απελευθερώνει και ανοίγει νέα μονοπάτια, επί της ουσίας προσφέρει έναν εγκλεισμό σε ένα μικροπεριβάλλον, που μόνο τα κέρδη έχουν αξία και όσοι δεν δουν εγκαίρως τη φάκα πίσω από το τυράκι, δεν θα πιαστούν απλά στην παγίδα, αλλα μπορεί να πάθουν και χειρότερα.

Με αυτά τα δεδομένα, η Ελένη Σκότη, που υπογράφει τη σκηνοθεσία της παράστασης, επέλεξε να φωτίσει τις ερμηνείες των ηθοποιών, σε μια απλή, φαινομενικά, σκηνοθετική γραμμή. Ακολουθεί χωρίς να επεμβαίνει στο ύφος και τη ροή του κειμένου για χτίσει την ιστορία της, με τη σημαντική αρωγή του Γιώργου Χατζηνικολάου, που έχει κάνει τη μετάφραση, και ταυτόχρονα δημιούργησε τον υπέροχο σκηνικό χώρο της δράσης, με το αυστηρό εργασιακό περιβάλλον και το σπίτι της ηρωίδας να συνυπάρχουν και να αλλάζουν με πολύ μικρές παρεμβάσεις, φωτισμένα εξαιρετικά αμφότερα από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο.

Ερμηνευτικά, η Μυρτώ Αλικάκη ξεχωρίζει ως Λίντα, αποτυπώνοντας όλον τον ψυχισμό της ηρωίδας και τις αλλαγές της, από την απόλυτη αυτοπεποίθηση και το αίσθημα παντοδυναμίας, μέχρι την κατάρρευσή της. Ο Άλκης Κούρκουλος (επί της οθόνης), δίνει ρέστα ως απρόσωπος και άτεγκτος επιχειρηματίας, παρουσιάζοντας εύγλωττα το αληθινό πρόσωπο των επιχειρήσεων, όπου το συναίσθημα είναι άγνωστη λέξη, κατά βάση. Η Ηρώ Πεκτέση, ως ανταγωνίστρια και δολοπλόκος συνάδελφος, μας έκανε να τη σιχαθούμε κυριολεκτικά! Η Χριστίνα Μαριάνου, στον ρόλο της μεγαλύτερης κόρης, απέδωσε πολύ καλά την “τραυματισμένη” ηρωίδα της, το ίδιο και η Μαριέλα Δουμπού ως μικρή αδερφή, που βλέπει πως κάτι δεν πάει καλά στην οικογένεια και αυτό την επηρεάζει συνολικά, και συνδυαστικά αποτύπωσαν το μέγεθος του χάσματος μεταξύ μητέρας και παιδιών και το πώς η εν γένει απουσία της διαμόρφωσε τις προσωπικότητές τους. Τέλος, οι Μιχάλης Μαρκάτης, στον ρόλο του συζύγου, και Γιώργος Σαββίδης, ως συνεργός της ανταγωνίστριας, υπηρέτησαν με μέτρο τους χαρακτήρες που είχαν.

Η Λίντα δεν είναι απλά ένα σύγχρονο ψυχολογικό δράμα – είναι μια ιστορία για το πώς λειτουργούν τα πράγματα πλέον, σε ένα σύστημα που δεν επιτρέπεται η φθορά ή η αποτυχία, που προβάλλει ευθαρσώς το πολύ σοβαρό πρόβλημα του ηλικιακού ρατσισμού στους χώρους εργασίας, που καταρρίπτει τον μύθο της διαρκούς εξέλιξης ως προσωπικής ευθύνης, αφού κάτι τέτοιο επουδενί ωφελεί επί της ουσίας το άτομο, αλλά τον φορέα που εργάζεται, και βάζει το σκεπτόμενο κοινό σε μια διαδικασία να επαναξιολογήσει όσα έχει στους ταμιευτήρες του ως βεβαιότητες, αφήνοντας την υπόνοια της εναλλακτικής εξόδου διαφυγής και της επανεκτίμησης προτεραιοτήτων και όσων έχουν πραγματική αξία…

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Φεβρουάριος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio