play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Leopold ή κόβοντας τα δάχτυλα του κοινού’ στο Faust

today22 Ιανουαρίου, 2020

Φόντο
share close

Να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή για τους αθώους που κατέσφαξε ο Λεοπόλδος ο Δεύτερος στο Κονγκό, προτρέπει η Μαρία από σκηνής. Ρωτάει αν έχει κανείς αντίρρηση… ενστικτωδώς, σηκώνω το χέρι και περιμένω και τον δεύτερο…. Τι έγινε ρε παιδιά, φοβάστε ή σας αρέσουν όλες αυτές οι “τιμητικές” στιγμές; Στην πορεία, θα πάρω μια μικρή νίκη, καθώς θα διαπιστώσω πως την ίδια αποστροφή ουσιαστικά έχει και το κείμενο καθαυτό. 

Όταν είδε η Έλενα πέρσι την παράσταση στο Άβατον (κείμενό της εδώ), μου είπε πως, στην περίπτωση που ξαναπαιζόταν, να το δω οπωσδήποτε. Έδωσε, λοιπόν, η μοίρα μου να δω αρχές φθινοπώρου το HIV(κείμενο μας εδώ), το Football (κείμενο του Λουκά εδώ – συνέντευξη συντελεστών εδώ) τη δεύτερη μέρα του έτους και μια βδομάδα αργότερα να κλείσω την τριλογία του Θανάση Τριαρίδη, που γράφτηκε μετά το ταξίδι του πριν λίγα χρόνια στην Αιθιοπία. 

Τι είναι το ‘Leopold’ λοιπόν; Είναι ένα βιωματικό έργο που φέρνει το κοινό αντιμέτωπο με κομμάτια της ιστορίας που αγνοεί; Είναι μια διαπίστωση για την αγριότητα που φέρθηκε ο “ανεπτυγμένος” κόσμος στους λαούς των αποικιών; Είναι ένα ‘κατηγορώ’ για τον κοιμώμενο πολίτη παγκοσμίως, που δεν ενδιαφέρεται για το κακό που συμβαίνει εκεί που πέρασαν κάποιοι που δημιούργησαν την πρόοδο που αυτός απολαμβάνει; Τι ακριβώς είναι;

Είναι όλα τα παραπάνω και ακόμη περισσότερα και είναι μια εμπειρία θεατρική, που, αν αφεθείς και σε παρασύρει, θα δυσκολευτείς, ακόμη και μετά το τέλος της, να πιστέψεις πως κάποια από όσα έζησες ήταν σκηνοθετημένα και μέρος του όλου. Δεν σε αφήνει να εκλογικεύσεις τίποτα, γιατί κάνει διάλογο μαζί σου, αλλά και με αυτόν που κάθεται δίπλα σου και πιάσατε και κουβεντούλα, πριν αρχίσει η παράσταση, και είπες τι φοβερό τυπάκι είναι αυτό. 

Ο Λεοπόλδος σε μια στροφή του χρόνου, παράλληλα με την εξουσία του ως βασιλιάς του Βελγίου, αποκτά ένα ιδιόκτητο κράτος στην Αφρική. Συγγνώμη τι ρωτήσατε; Αν μπορεί κάποιος να αποκτήσει μια χώρα; Τώρα, τυπικά όχι, τότε που οι συνθήκες ήταν πιο ξεδιάντροπα χύμα και οι ισχυροί δε κρατάγανε κανένα πρόσχημα, όλα γίνονταν… Μην κοιτάτε σήμερα που είμαστε πιο politically correct και έχουμε αυτοδιάθεση της κάθε χώρας (να γελάσω τώρα ή πιο μετά;). Το Κονγκό και οι φυσικοί του πόροι γίνονται προσωπική υπόθεση ενός ανθρώπου. Δηλαδή, τώρα εσύ με πίστεψες ότι ενας άνθρωπος μονάχος του, είχε εξουσία στα πάντα όλα που βρίσκόνταν στον τόπο αυτό; Όχι φυσικά, ο κύριος αυτός ήταν η βιτρίνα μιας μεγάλης συμμορίας, που βρήκε τον κατάλληλο άνθρωπο για να “δώσει πρόοδο” στην πολιτισμένη Ευρώπη και βασικά για να ληστέψει έναν τόπο και να κονομήσουν όλοι. Απλά, ο Λεοπόλδος βγήκε μπροστά και πήρε τον ρόλο του κακού, για να φάει από τις επόμενες, πιο ευγενείς και φιλάνθρωπες, γενιές, με τις υπόγειες προτροπές των απογόνων αυτών που τον υποστήριξαν τότε, όλο το σιχτίριασμα και το ανάθεμα για το κακό που έκανε…Έτσι παίζεται το παιχνίδι, όλοι θα βγάλουμε και θα βρούμε και κάποιον να γίνει ο σκάρτος του παραμυθιού… και έξτρα τροφή για σκέψη: όλες τις εντολές τις έδινε ένας κυριούλης, κάπου στην κεντρική Ευρώπη, που τότε δεν είχε τεχνολογία, ώστε να μεταφέρονται άμεσα οι θελήσεις του, άρα τι ακριβώς έλεγε, δεν το γνωρίζουμε, ούτε ποιος το μετέφερε στα τσιράκια που έκαναν τη βρωμοδουλειά, το γνωριζουμε επακριβώς – οπότε να πώς φτιάχνεις, με απλά υλικά, ένα υπέρτατα κακό λύκο! Α, και τώρα που το θυμήθηκα, τι εθνικότητες αποτελούσαν παρακαλώ τις ομάδες κρούσης; Μήπως υπάρχουν και Κογκολέζοι που έγλυψαν λίγο από το βάζο με το γλυκό ή μόνο πολιτισμένοι Ευρωπαίοι; (γιατί σε διάφορες δικές μας ιστορικές στιγμές, οι κακοί “ξένοι” είχαν και πρωτοπαλίκαρα, πατριωτάκια μας, που, με το αζημιώτο, προσέφεραν υπηρεσίες…).

Με τον κακό λύκο Λεοπόλδο, ασχολιέται το έργο και τις φρικαλεότητές του στο Κονγκό. Κι όλα αυτά, για να μαζευτεί το καουτσούκ από τη ζούγκλα και να έρθει στην Ευρώπη. Με λόγο άμεσο και απαιτώντας την ειλικρίνειά μας, η Μαρία μάς διηγείται τα ιστορικά γεγονότα, δημιουργώντας στους περισσότερους ένα σφίξιμο στο στομάχι, γιατί οι σκλάβοι εκεί ήταν πράγματα, αναλώσιμο υλικό -με πιάνεις- και όταν δεν κάνανε καλά τη δουλειά τους έπεφτε, πέρα απο ξύλο και ακρωτηριασμός χεριών και δολοφονίες για παραδειγματισμούς, χώρια τα “συνήθη” σεξουαλικά εγκλήματα, βιασμοί, σοδομισμοί και ό,τι άλλο άρρωστο έβαζε το μυαλό των εκεί “αφεντάδων” και των παραστρατιωτικών υπηρετών τους – λογικό δεν είναι, 20 εκατομμύρια κόσμος σχεδόν θανατώθηκε, βασανίστηκε, πέρασε τα πάνδεινα, στο όνομα της ανάπτυξης, δε σου καλοκάθεται, δεν είσαι τόσο αναίσθητος, ειδικά όταν στα δείχνουν και σε φωτογραφίες της εποχής… Στην πορεία, όμως, ξεφεύγοντας από τη ρότα της ιστορίας, μπαίνει στην προσωπική μας διαδρομή και συνδέει κομμάτια του οικογενειακού μας δέντρου με πράγματα που αφορούν την ιστορική πραγματικότητα. Αυθαίρετα βέβαια, γιατί δεν μπορεί κανείς να εγγυηθεί πως τα γεγονότα έγιναν έτσι, επειδή συνέβησαν κάποια άλλα παράλληλα. Ισχυρίζεται, ούτε λίγο ούτε πολύ, κάνοντας ένα άλμα λογικής, πως όλοι εμείς σήμερα υπάρχουμε γιατί στις αρχές του 19ου αιώνα εφευρέθηκε η ρόδα απο λάστιχο…. Κάπου εδώ χτυπάει το καμπανάκι ότι η κοπελιά κάπου το έχει χάσει μέσα στο κεφάλι της.

Περνώντας η ώρα, κορυφώνεται η εμπλοκή των συνεπειών των γεγονότων του τότε με το σήμερα και τον κόσμο στην αίθουσα, που είναι απόγονος των τότε ανθρώπων, οπότε προσπαθεί να μας κατηχήσει τις πεποιθήσεις της, περί ευθύνης μας για τα γεγονότα, ως συνέπεια της ιστορικής εξέλιξης (προσομοιάζει με το γνωστό παράδοξο με το μπουζούκι και τον αστυνομικό), ότι ο Λεοπόλδος και οι συν αυτώ είναι, κατά κάποιον τρόπο, “πατερούληδές” μας, γιατί, χάρη στην πρόοδο που έφεραν, μπόρεσε το γενεαλογικό μας δέντρο να μεγαλώσει, για να καταλήξει στην υποχρέωσή μας να κάνουμε κάτι για να δείξουμε έναν καποιο σφυγμό αντίδρασης και πως ουσιαστικά παίρνουμε θέση απέναντι σε όλον αυτόν τον πόνο και τη δυστυχία των αθώων θυμάτων στο Κονγκό. Να κόψουμε όλοι το μικρό μας δάχτυλο στο χέρι, είναι η πρότασή της και την υποστηρίζει με ενα κρεσέντο μονολόγου, που καταλήγει… δεν θα σου πούμε πώς τελειώνει ούτε τα ενδιάμεσα!

Το ‘Leopold’ ευτύχησε να το αναλάβει η ομάδα ex.anima και να μας το παρουσιάσει. Το καταπληκτικότερο όλων είναι ότι τη σκηνοθεσία και τον πρώτο ρόλο έχουν τρία νεαρά κορίτσια, που αξίζουν τον απόλυτο σεβασμό μας, γιατί πήραν ένα κείμενο σκληρό, με πολλές ακραίες καταστάσεις, και το επιμελήθηκαν με τέτοιο τρόπο, που έγινε μια τρελά γοητευτική εμπειρία για διεστραμένους, όπως εγώ, και ενοχλητική για εκείνους που θέλουν ροζ συννεφάκια, κουφέτα και αγάπη μόνο… Η Μαρία Ξένου, ειδικά, κάνει μια διαδρομή απίστευτη στα 90 λεπτά του έργου, από τη μειλίχια κυρία της έναρξης στην τρελαμένη ακτιβίστρια του τέλους και, όταν τη δεις μετά την παράσταση, βλέπεις μια κοπέλιτσα πολύ σεμνή και μικροκαμωμένη και λες “πού κρύψατε, ρε παίδες, εκείνη την γιγάντισσα που βλέπαμε πριν;”. Πραγματικά, τέτοια μεταμόρφωση και τόση μεταδοτικότητα είχα πολλά χρόνια να δω από ηθοποιό τόσο νεαρής ηλικίας! 

Σκηνοθετικά, η παράσταση σε βάζει στο τρενάκι του σπιτιού του τρόμου, χωρίς να το καταλάβεις, και αυτό είναι η επιτυχία της, γιατί, την ώρα που αρχίζει να σου αρέσει αυτό που γίνεται (σου βγαίνουν όλα τα άλλοθι και κάνεις τη μικρή σου επανάσταση, καθιστός πάλι, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε…), ο διακόπτης γυρνάει και αισθάνεσαι ότι το παιχνίδι έχει πάει κάπου αλλού και ψιλοσφίγγεσαι, γιατί καλή η θεατρική σύμβαση, αλλά τι μπορεί να μας δείξουν τώρα; Το γεγονός ότι, για το μεγαλύτερο μέρος της, πιστεύεις ότι όλα όσα συμβαίνουν γύρω σου είναι απολύτως φυσιολογικά, δείχνει ότι η δουλειά των δύο σκηνοθετριών έπιασε τόπο! 

Τεχνικά, δεν εντόπισα κάτι που να με ξενίσει ή να μου χαλάσει την αισθητική· προσεγμένα όλα στη λεπτομέρειά τους και καλοκουρδισμένα. Ευφυής και λιτός ο σκηνικός χώρος, και τα αντικείμενα που χρησιμοποιήθηκαν είχαν ευθείες αναφορές στη θεματολογία της παράστασης. Μια παρατήρηση μόνο θα έκανα κι αυτή θα ήταν για τα ρούχα της πρωταγωνίστριας – πολύ ωραίο το κοστούμι, αλλά, αν της βάζατε μια ζωνούλα να της κρατάει το πουκάμισο, θα ήταν καλύτερο, γιατί η κοπέλα συνεχώς το έφτιαχνε (στην πρεμιέρα που το είδα εγώ, το έφτιαξε 4 φορές. Ελπίζω, στις επόμενες μετά, να το φτιάξανε).

Η Έλενα, πέρσι, ήθελε να πλακώσει στο ξύλο την πρωταγωνίστρια· αυτό της βγήκε από την υπερένταση ! Εγώ πάλι, φέτος, ήθελα να τη συγχαρώ και να της πω και λίγα μας είπες… μάλλον είμαι πιο αναίσθητος. 12 μέρες μετά την παράσταση, αν μου ζητήσεις μια μόνο άποψη για το έργο, θα δυσκολευτώ να απαντήσω. Δεδομένα το καταχάρηκα και το προτείνω σε όσους αντέχει η καρδούλα τους και έχουν γνώση από Θανάση Τριαρίδη. Απλά, δεν έχω ξεκαθαρίσει μέσα μου τον χαρακτήρα του έργου. Είναι αυτό που βλέπουν οι περισσότεροι, μια αυθάδικη υπενθύμιση της αλήθειας ότι ο πολιτισμός και η πρόοδος δεν επιτυγχάνθηκαν με τόσο ευγενή μέσα και πως, ως απόγονοι όλων αυτών, επιμεριζόμαστε κάτι από την ευθύνη; Ή μήπως είναι ένα κλείσιμο του ματιού στην απάλευτη υποκρισία μας και την φαρισαϊκη μας στεναχώρια για όλα αυτά που έπαθαν οι απανταχού κακόμοιροι αυτόχθονες,  από τους παλιανθρώπους αποίκους-προγόνους όλων των πολιτισμένων επί της γης, γιατί εμείς οι “ενάρετοι” υποστηρίζουμε πως δεν ζητήσαμε ποτέ πρόοδο με τη βία που την “πάντρεψαν” όλοι εκείνοι και πως, στο δικό μας μυαλό, υπάρχει δικαιοσύνη και ευγενείς τρόποι συνεκμετάλλευσης του πλούτου. 

Το ζήτημα, όπως και να το δει κανείς, είναι το εξής – καλά τα κηρύγματα και οι ιστορικές αναδρομές και οι αποδόσεις ευθυνών, με εμάς τι γίνεται; Θα κρατάμε λεπτά σιγής σε κάθε κακό που θυμόμαστε ή μας έρχεται, αφήνοντάς τα όλα στην τύχη; Μάλλον ναι, γιατί έτσι μας εξυπηρετεί καλύτερα και, όσο το κακό δεν μας αφορά ατομικά, ας κόψουν το λαιμό τους οι άλλοι που τους βρήκε, πώς θα το παλέψουν… Εμείς να είμαστε καλά, να βλέπουμε κανένα κοινωνικό εργάκι που και που να κουνιούνται λίγο τα μέσα μας, έτσι για να ξεχνάμε ότι έχουμε και άλλα συναίσθηματα, και για τα λοιπά ας αποφασίσουν εκείνοι που πάντα έπαιρναν τις αποφάσεις – μήπως υπάρχει καμία περίπτωση να μας βάλουν κι από κουβέντα; 

Υ.Γ. Αν κάθε φορά που κλαίγαμε για το κακό που διαπιστώσαμε ότι συνέβη κάπου – κάποτε, είχαμε τη συλλογικότητα όλη αυτήν την ενέργεια να την μετατρέπαμε σε κάτι που τρομοκράτουσε και θα έλεγχε παράλληλα εκείνους που το προκάλεσαν, μάλλον ο κόσμος θα ήταν κατιτίς καλύτερος. Έχουμε ακέραια την ευθύνη, που τους κάνουμε, αιώνες τώρα, το χατήρι και είμαστε διαιρεμένοι σε ομάδες, θρησκείες, παρατάξεις και  σε ό,τι άλλο ευφάνταστο έχουν φτιάξει για να μας κάνουν αντιπάλους μεταξύ μας…

Περισσότερα εδώ.

Theodore a.k.a Evil Chef, Ιανουάριος 2020

 

Συντάχθηκε από: Sin Radio