play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Η Θάλασσα και ο Γέρος’ στο Βεάκειο

today3 Ιουλίου, 2024

Φόντο
share close

Το καλοκαίρι του 1988, βρέθηκα για 20 μέρες μόνος στο σπίτι της γιαγιάς μου στο νησί. Από τα πρώτα πράγματα που ζήτησα ήταν 2 κάρτες μελών για τη δανειστική βιβλιοθήκη του δήμου, για να μην ξεφύγω από τις “Αθηναϊκές” μου ρουτίνες. Η χαρά μου, στην πρώτη επίσκεψή μου, ήταν τεράστια, καθώς η υπεύθυνη εκεί με αντιμετώπιζε ως έναν νεαρό αναγνώστη και όχι σαν ένα παιδί. Το πρώτο βιβλίο που μου έδωσε ήταν “Το ταξίδι με τον έσπερο” του Αγγελου Τερζάκη και το δεύτερο “Ο γέρος και η θάλασσα” του Έρνεστ Χέμινγουεϊ.

Ομολογώ ότι το δεύτερο βιβλίο δεν το αντιλήφθηκα πλήρως στα 13 μου, αλλά πολύ μεγαλύτερος, όταν το ξαναδιάβασα, και ο συγγραφέας του είναι από τους πολύ αγαπημένους μου.

Το καλοκαίρι του 2024, η Μαρλέν Καμίνσκι διασκευάζει το κλασικό αυτό διήγημα και το φέρνει στη σύγχρονη εποχή (γράφτηκε το 1952), αντιστρέφοντας τον τίτλο του και δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στη θάλασσα και τους συμβολισμούς της.

Οι ήρωες έχουν διατηρηθεί, όπως και το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου – οι όποιες παρεμβάσεις αφορούν τα λόγια που λέει η θάλασσα, που, για τις ανάγκες της παράστασης, αποκτά ανθρώπινη μορφή επί σκηνής.

Η ιστορία ξεκινάει με τον νεαρό Μανολίνο, να επισκέφτεται τον φίλο του, γέρο-ψαρά Σαντιάγο, πριν αυτός αναχωρήσει για μια ακόμη νύχτα ψαρέματος. Ο πατέρας του νεαρού δεν του επιτρέπει να τον συνοδεύει στις θαλάσσιες εξορμήσεις του και γι’αυτό σημαντικό ρόλο έχουν παίξει και όσα λέγονται για τον γέρο στο χωριό. Ο Σαντιάγο, καθώς έχει να πιάσει 84 μέρες κάποιο ψάρι, χαρακτηρίζεται ως ”salao” (κακότυχος, γκαντέμης) και πιστεύεται πως κάτι μεταφυσικό συμβαίνει για να δέχεται τέτοια τιμωρία, οπότε και οι συγχωριανοί τον αποφεύγουν σαν κάτι μιαρό.

Ο ίδιος δεν χάνει την πίστη του και αισιοδοξεί πως έχει φτάσει ο καιρός που θα πιάσει εκείνο τον μεγάλο ξιφία, που έχει δει τόσες φορές στα ανοιχτά.

Και τα γεγονότα τον δικαιώνουν, καθώς το ψάρι τσιμπάει το δόλωμά του.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, αρχίζει μια νέα περιπέτεια για τον ψαρά, καθώς το μεγάλο ψάρι δεν έχει διάθεση να παραδοθεί και σέρνει τη βάρκα του, τραβώντας τη, από την πετονιά που έχει καταπιεί, για 3 μέρες και νύχτες. Σε αυτό το διάστημα, ο Σαντιάγο θα δοκιμαστεί πολύ και διάφορες σκέψεις θα περάσουν από το μυαλό του – να συνεχίσει μέχρι να κουραστεί το ψάρι και να βγει στον αφρό για να το αποτελειώσει ή να κόψει το σχοινί, δεχόμενος ότι είναι ένας πολύ δυνατός αντίπαλος, που ο ίδιος δεν αντέχει να τον αντιμετωπίσει. Επιλέγει να παλέψει και να νικήσει εντέλει. Επιστρέφοντας στο χωριό, θα δέσει στο πλάι της βάρκας το τεράστιο ψάρι, για να το μεταφέρει, αλλά το αίμα του θα προσελκύσει καρχαρίες, που αργά και σταθερά θα κατασπαράξουν το περισσότερο, αφού ο Σαντιάγο δεν έχει κανέναν απολύτως τρόπο να τους διώξει.

Με το εναπομείναν ψάρι δεμένο στη βάρκα, μπαίνει στο λιμάνι, όπου θα δεχτεί τους επαίνους για το κατόρθωμά του και παράλληλα θα επανακτήσει το όνομά του. Την επομενη μέρα ο νεαρός και ο γέρος θα βρεθούν για μια τελευταία φορά στην παραλία, για να μιλήσουν για τις επόμενες εξορμήσεις και για να κάνουν σχέδια. Εκεί, ο ψαράς θα αποκοιμηθεί, βλέποντας ένα όνειρο με λιοντάρια να παίζουν δίπλα του στην παραλία, προτού παραδώσει ό,τι του ανήκει στο νεαρό αγόρι…

Το διήγημα καθαυτό δεν έχει πολλά στοιχεία θεατρικότητας, αλλά πολλά στοιχεία μιας κοσμοθεωρίας του γέρου, που αναδεικνύονται μέσα από τις σκέψεις και τους μονολόγους του κι αυτό το καθιστά δύσκολο, ως προς την αναπαράστασή του.

Αυτο λύθηκε, εν μέρει, με την επιλογή του Τάσου Νούσια, για τον ρόλο του Σαντιάγο, ενός ηθοποιού που έχει το ταλέντο και την ικανότητα να ενσαρκώσει ιδανικά έναν τέτοιο ήρωα και να αναδείξει όλη την προσωπικότητά του. Ο χαρακτήρας που έπλασε ο Χέμινγουεϊ, με όλα τα χαρίσματα και την προσωπική του κοσμοθεωρία για τον κόσμο, τη ζωή, τη θάλασσα και τα πλάσματά της, και την πεποίθηση για τον σεβασμό που οφείλουμε να δείχνουμε προς όλα, καθώς δεν είμαστε μόνοι, αλλά κομμάτι μιας μεγάλης αλυσίδας, παρουσιάστηκε επί σκηνής και σε εμάς που γνωρίζουμε το βιβλίο και σε όσους δεν το έχουν διαβάσει ακόμα.

Η απόπειρα να “παρουσιαστεί” με μια πιο συμβατική μορφή η θάλασσα, αυτή της χορεύτριας-ηθοποιού Φαίδρας Σούτου, ήταν έξυπνη ιδέα, όπως και το να ακούμε τη “φωνή” της, ενώ χόρευε (προηχογραφημένη στα ηχεία). Όμως, ο χρόνος που αφιερώθηκε σε αυτές τις παρουσίες, κάπως έσπασε τη ροή της παράστασης και μάλλον κούρασε το κοινό, καθώς οι επαναλήψεις δεν πρόσθεταν κάτι στην εξέλιξη, αλλά αναπαρήγαγαν όσα είχαν ειπωθεί νωρίτερα με άλλα λόγια.

Τέλος, ο νεαρός Βασίλης Μηλιώνης, τα πήγε αρκετά καλά ως Μανολίνο, αφού κατάφερε να κερδίσει και το άγχος της πρεμιέρας, που κάποιες φορές ήταν παραπάνω από εμφανές.

Σκηνοθετικά, η προσέγγιση της Μαρλέν Καμίνσκι ήταν δημιουργική. Έχοντας αντίληψη για την αντικειμενική δυσκολία να αναδειχθεί το σύνολο των μηνυμάτων του έργου, έφτιαξε ένα σύγχρονο οικολογικό παραμύθι, στο οποίο τοποθέτησε και τα νοήματα του βιβλίου για τη δύναμη και την πνευματικότητα που πρέπει να αναπτύξει όποιος βάζει ένα στόχο που μοιάζει εκ πρώτης αδύνατον να επιτευχθεί, σε συνάρτηση με την εν γένει ευγένεια και τον σεβασμό σε όλη την έμβυα, και μη, φύση, κάτι που ο Χέμινγουεϊ διέβλεπε ότι δεν γινόταν, αλλά αντιθέτως ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε την όποια είδους δύναμη μπορούσε, για να πετύχει, αδιαφορώντας για το τι άφηνε πίσω του. Αυτό, θεωρητικά, νομίζω πως θα ήθελε να δείξει η παράσταση, δηλαδή το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών και την επιστροφή σε μια μορφή συμπεριφοράς αντίστοιχης με αυτής του γέρου ψαρά, ως πρώτου βήματος για ένα καλύτερο μέλλον, όμως στους μη γνώστες της νουβέλας, αυτό δεν έγινε απόλυτα κατανοητό.

Ξεχώρισε ο καταπληκτικός σκηνικός χώρος, δια χειρός Γιάννη Ντουσιόπουλου, που χρησιμοποίησε την τεχνολογία του 3D Animation, για να προβάλλει, στο επικλινές δάπεδο, όλα τα στοιχεία που αναφέρονταν στο κείμενο (νερό, έμβυα όντα της θάλασσας, παραλία), που ενθουσίασε το κοινό με την πρωτοτυπία και τη ρεαλιστικότητά του.

Αν θελήσουμε, συνοψίζοντας, να πούμε μια λέξη για την παράσταση, αυτή είναι: αξιοπρεπέστατη. Δεδομένου της πρεμιέρας, με όσα συνεπάγεται, και της ζέστης που δεν βοήθησε (δίπλα στη θάλασσα και δε φύσηξε καθόλου), το εγχείρημα να παρουσιαστεί σκηνικά αυτή η νουβέλα είχε αρκετές καλές στιγμές και όσα υποψιαζόμασταν, πριν τη θέασή της, ως αδυναμίες. Προσωπικά, πιστεύω πως η παράσταση, αν ανέβαινε χειμώνα σε έναν κλειστό χώρο, που προσφέρει περισσότερες “ευκολίες”, θα είχε μεγαλύτερη δυναμική. Είναι μια καλοδουλεμένη προσπάθεια, που περνάει εύγλωττα τα μηνύματά της, ευτυχεί να έχει έναν καταπληκτικό πρωταγωνιστή και μια σκηνοθετική ματιά που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα και προτείνει κάτι διαφορετικό – βλέπεται ευχάριστα, χωρίς να κουράζει και ευχόμαστε να είναι η αφορμή να γνωρίσουν, μέσω αυτής, και όσοι δεν έχουν διαβάσει μέχρι σήμερα κάτι από τον υπέροχο Έρνεστ Χέμινγουεϊ.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιούλιος 2024

Written by: Sin Radio

Sin Radio
0%