Sin Radio Listen, don't just hear!
Θα ρωτήσει κάποιος κακοπροαίρετος: “Τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει για έναν Αθηναίο, εν έτει 2024, μια παράσταση με θεματολογία μια κυρία, που προσπαθεί να δημιουργήσει ζευγάρια στη Νέα Υόρκη του 19ου αιώνα, αφού πλέον όσα πραγματεύεται η υπόθεση του έργου δεν έχουν καμία σχέση με το τώρα”;
Θα μπορούσα αυθαίρετα να του απαντήσω (αφού προφανώς δεν είναι θεατρόφιλος) το εξής: “Και η ‘Θεία από το Σικάγο’ ειναι μια αντίστοιχη ‘ελληνική’ κινηματογραφική ιστορία, που την έχεις δει 200 φορές και, όποτε την παίζει, την απολαμβάνεις…”.
Ο Thornton Wilder, στους περισσότερους, είναι γνωστός από το ‘Το τέλος της μικρής μας πόλης’ και δεν γνωρίζουν πως είναι ο μόνος συγγραφέας που βραβεύτηκε με τρία βραβεία Πούλιτζερ. ‘Η Προξενήτρα’ είναι ένα έργο που έχει αγαπηθεί πολύ από το κοινό (στο πρώτο ανέβασμα, το 1955, έκανε 500 sold out παραστάσεις στο Λονδίνο) και έχει γνωρίσει διάφορες διασκευές τόσο θεατρικές, αλλά και κινηματογραφικές. Είναι πολύ ευχάριστη η ιστορία μια γυναίκας, που προσπαθεί να φτιάξει τις ζωές ανθρώπων που είναι μόνοι ή ερωτευμένοι και βρίσκουν εμπόδια στο διάβα τους. Και το σίγουρο είναι πως, πέρα από τη φροντίδα των τρίτων, έχει στο μυαλό της και τη δική της εξασφάλιση!
O στριμμένος και φιλάργυρος έμπορος, Οράτιος Βαντεργκέλντερ, ζει και δραστηριοποιείται σε ένα προάστιο της Νέας Υόρκης, μαζί με την ανηψιά του. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του, τον κάνει αντιπαθή σε όλον σχεδόν τον κόσμο, αφού η παρομοιώδης φιλαργυρία, που συνοδεύεται από την αντίληψη πως μονάχα τα λεφτά φερνουν την ευτυχία, δεν του επιτρέπει να συμπεριφερθεί όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι.
Ο κουρέας, οι υπάλληλοι στο μαγαζί, ακόμη κι η ανηψιά του, δεν τον αντέχουν και αισιοδοξούν πως όλο αυτό ίσως και να αλλάξει, τώρα που πήρε την απόφαση να δοκιμάσει να ξαναπαντρευτεί, μετά από χρόνια χηρίας. Αυτό, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, δεν είναι και τόσο απλό, αφού η φήμη του δεν τον κάνει και τον πλέον περιζήτητο γαμπρό! Γι’αυτόν τον λόγο, επιστρατεύει την παλιά του γνωστή, την κυρία Ντόλυ Λεβί, που, στη μεγάλη πόλη, έχει ως αγαπημένη ασχολία να βρίσκει ταίρι για μοναχικές ψυχές σαν εκείνον.
Η Ντόλυ, που δεν περνάει και η ίδια τις καλύτερες μέρες της, λόγω χρεών που συσσωρεύτηκαν μετά τον θάνατο του αριστοκράτη συζύγου της, τον ενημερώνει για μια πολύ καλή περίπτωση που θα αποτελέσει την ιδανική σύζυγο. Παράλληλα με αυτό, ο Οράτιος κατεργάζεται ένα σχέδιο για το πώς θα απομακρύνει την ανηψιά του από τον αγαπημένο της νεαρό ζωγράφο, που ο ίδιος κρίνει πως είναι ακατάλληλος για να την παντρευτεί. Το νεαρό ζευγάρι, όμως, θα ζητήσει τη βοήθειά της και αυτή θα υποσχεθεί πως θα το κάνει, αφού κι αυτό θα τη βοηθήσει στο σχέδιό της που δεν είναι άλλο από το να γίνει η επόμενη κυρία Βαντεργκέλντερ!
Στις περιπέτειες του εμπόρου στη Νέα Υόρκη, όπου πηγαίνει για να συναντήσει την υποτιθέμενη νύφη, θα εμπλακούν και οι υπάλληλοι του καταστήματός του, που θα βρουν μια ωραία ευκαιρία για μια εκδρομή, και κάποιες φίλες της Ντόλυ και διάφοροι άλλοι που θα βρεθούν στο διάβα των ηρώων και, θέλοντας και μη, θα γίνουν μέρος της ιστορίας!
Το έργο είναι μια καθαρόαιμη φαρσοκωμωδία, που μέσα της κρύβει μια ανελέητη κριτική, από τον συγγραφέα, για την κοινωνία και τη συμπεριφορά της – αποδεικνύεται πολύ διορατικό ως κείμενο, αφού αρκετά από τα όσα θίγει, σχεδόν 70 χρόνια πριν, έχουν κυρίαρχη θέση στη σύγχρονη καθημερινότητα (θέση της γυναίκας, πατριαρχία, αξίες ζωής, κατανάλωση και πλουτισμός σε βάρος τρίτων, κ.τ.λ.). Το κοινό του Μπρόντγουαιη έβλεπε έναν καθρέφτη της ζωής του και γελούσανε, αδυνάτωντας να αντιληφθεί πως οι ήρωες επί σκηνής είναι ουσιαστικά οι ίδιοι με εκείνους…
Τα στοιχεία που διακρίνουν το είδος – παρεξηγήσεις, μεταμφιέσεις, χαμένα πορτοφόλια, ραδιουργίες και άλλα – βρίσκονται όλα εδώ, σε εναρμονισμένες δόσεις και συμβάλλουν τα μέγιστα στη διακωμώδηση όλων όσων έχει αποφασίσει ο συγγραφέας.
Η παράσταση στο Εθνικό θέατρο διατηρεί τα κοστούμια, την υπόθεση και τον τόπο των γεγονότων ως έχουν, όμως ο Θωμάς Μοσχόπουλος προτείνει μια άλλη, μια σύγχρονη και διασκεδαστική πρόσεγγιση – προτού σβήσουν τα φώτα, εμφανίζεται επί σκηνής ο Άλκης Μπακογιάννης (Αμβρόσιος στο έργο, αγαπημένος της ανηψιάς) και μας εξηγεί τι θα δούμε. Ενημερώνει για την ιστορία του έργου και τη σύνδεση με τη “Μικρή μας πόλη”, λύνει την απορία γιατί τόσες καρέκλες επί σκηνής και μας αποδομεί ουσιαστικά την “τυπική” θεατρική σύμβαση, ειρωνευόμενος παράλληλα νεωτερισμούς που βλέπουμε συχνά χωρίς προφανή λόγο σε παραστάσεις, αλλά που στη δική τους παράσταση, θα προσπαθήσουν να τους βρουν κάποιον! Στην ουσία, ανανεώνει τη συλλογιστική του Thornton Wilder, που προσέγγιζε επιφανειακά τις καταστάσεις, αποδομώντας και ξανασυστήνοντάς τις σε όλο το μέγεθος της αστειότητάς τους.
Αποδεικνύει, ακόμη μια φορά, πως δικαίως είναι από τους αγαπημένους σκηνοθέτες του θεατρόφιλου κοινού της πόλης, αφού πάντα στις παραστάσεις του καινοτομεί και δεν ακολουθεί σίγουρες και δοκιμασμένες “συνταγές”.
Και σε αυτήν την παράσταση, έχει πάρει ό,τι καλύτερο από όλον το θίασο των ηθοποιών, προεξέχοντως του βασικού πρωταγωνιστικού διδύμου. Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη (δεύτερη φορά που την παρακολουθούμε σε παραγωγή του Εθνικού, μετά την καλοκαιρινή Μήδεια του Γιάννη Καλαμβριανου, το 2022) στον ρόλο της Ντόλυ Λεβί, είναι απολαυστική! Η κίνηση, η φωνή και η εκφορά του λόγου της, φτιάχνουν μια περσόνα που δεν μπορείς παρά να την αγαπήσεις, αποδεικνύοντας πόσο σπουδαία ηθόποιός είναι, ξανά. Δίπλα της, σε κωμικό ρόλο, αυτόν του Οράτιου Βαντεργκέλντερ, ο Σίμος Κακάλας δίνει με χαρακτηριστική άνεση έναν υπέροχο στριμμένο, γκρινιάρη και τσιφούταρο ήρωα και κερδίζει κι αυτός επάξια το χειροκρότημά μας.
Οι Πάνος Παπαδόπουλος και Φώτης Στρατηγός δένουν φανταστικά και αλληλοσυμπληρώνονται στους ρόλους των δύο υπαλλήλων του καταστήματος του Οράτιου. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη είναι αέρινη στον ρόλο-προφητεία της Άιλιν Μολόι (ριζοσπαστικό για την εποχή του γράφτηκε το έργο, μια γυναίκα να είναι επιχειρηματίας, οικονομικά ανεξάρτητη και να μπορεί να κυκλοφορεί με άνεση σε μέρη που συχνάζαν μόνο εύποροι κύριοι) και ο Θανάσης Δήμου προσφέρει στιγμές αυθεντικού γέλιου, μέσα απο την ερμηνεία του ως Μαλαχίας Στακ, ενός πραγματικά απίθανου τύπου. Οι Μελίνα Βαμπούλα, Ιωάννης Μυστακίδης, Ράνια Οικονομίδου, Θανάσης Ραφτόπουλος, Γιάννης Σαμψαλάκης και Βιβή Φωτοπούλου συμπληρώνουν τη διανομή και συμβάλλουν με τη συμμετοχή τους τα μέγιστα στην επιτυχία της παράστασης.
Τέλος, υπέροχος ο Γιάννης Μαραμαθάς, που στο πιάνο παίζει ζωντανά τη μουσική.
Κοστούμια πολύ όμορφα και καλαίσθητα από την Κλαιρ Μπρέισγουελ, πανέξυπνο και πολυχρηστικό το σκηνικό της Ευαγγελίας Θεριανού – ένας τεράστιος κύβος με κατακόκκινο εσωτερικό, που προσαρμόζεται, κάθε φορά, στον χώρο του σεναρίου και, πίσω από μια τρύπα, να βλέπουμε ένα τεράστιο καταπράσινο δολάριο (με σαφή υπονοούμενα για το χρήμα και τον τρόπο που επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων, όπως πραγματεύεται και το έργο).
Συνοπτικά, η παράσταση έχει πολλές καλές στιγμές· ίσως κάποια κομμάτια μονολόγων, αν παραλείπονταν, να μην το καταλάβαινε κανείς και θα λειτουργούσε ευεργετικά, ως προς τη διάρκεια, για τον ρυθμό. Πολύ καλή ερμηνευτικά όλη η ομάδα των ηθοποιών, σκηνοθετικά δεν σε κουράζει, αλλά με το τέλος της μένει ένα ανεκπλήρωτο, γιατί, λόγω αυτών που προανέφερα, συχνά σου δίνεται η αίσθηση πως ένα “αόρατο” μαχαίρι, σου κόβει την αναμενόμενη κορύφωση της σκηνής. Παρόλα αυτά, βλέπεται πολύ ευχάριστα, δεν κουράζει, παρόλη τη διάρκειά της, και αξίζει να τη δει κάποιος για έναν επιπλέον λόγο – είναι η τελευταία παραγωγή που θα παιχτεί στο Ρεξ, καθώς, με το τέλος των παραστάσεων, θα κλείσει και θα γίνει (επιτέλους) μια ανακαίνιση στο κτήριο και τους χώρους του, για να υποδεχτεί, με νέα και ακόμη πιο φιλική μορφή, ξανά κόσμο.
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2024
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv