Sin Radio Listen, don't just hear!
Το δεύτερο μέρος της «τριλογίας της υπαίθρου» του Λόρκα, Γέρμα, γράφτηκε το 1934, έναν χρόνο μετά τον ‘Ματωμένο Γάμο’, δύο χρόνια πριν ‘Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα’ και, όπως και τα άλλα δύο έργα, εστιάζει στην κοινωνική καταπίεση των γυναικών της ισπανικής επαρχίας, το πάθος, τον θάνατο, τον έρωτα και τις κρυμμένες επιθυμίες.
Το περιβάλλον που αναφέρεται το έργο, θυμίζει πολύ την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της περιόδου που ζει ο Λόρκα – της ταραγμένης εποχής πριν τον Ισπανικό Εμφύλιο και ένα καθεστώς γενικότερης τρομοκρατίας, που καταπιέζει οριζοντίως τα πάντα και έχει οδηγήσει σε πιο συντηρητικές φόρμες πολλές εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής των πολιτών.
Στην Ανδαλουσιανή ύπαιθρο, όπου διαδραματίζεται η υπόθεση, και συνολικά μακριά από τις μεγάλες πόλεις, υπάρχει ένα φεουδαρχικού τύπου σύστημα αξιών, όπου η κατοχή γης αποτελεί δείγμα πλούτου και οι κανόνες διαμορφώνονται από τους άνδρες, στο πλαίσιο σκληρών πατριαρχικών δομών και κανόνων. Σε αυτές τις συνθήκες, οι γυναίκες μπαίνουν σε προκαθορισμένους ρόλους, χωρίς να διατηρούν σχεδόν ποτέ κανένα δικαίωμα επιλογής συζύγου, με αποκλειστικές αποστολές τη φροντίδα του σπιτιού και την τεκνοποίηση.
Η Γέρμα, παρόλο που η φύση της δεν συμβιβάζεται εύκολα, αποδέχεται ως σύζυγο τον Χουάν, μια επιλογή του πατέρα της και, όπως λέει και η ίδια, μπαίνει σε αυτόν τον γάμο με χαρά και διάθεση να εκπληρώσει τα “καθήκοντά” της. Ο σύζυγός της, ένας φιλήσυχος γαιοκτήμονας, είναι περιχαρής που έχει στο πλευρό του μια νέα και όμορφη γυναίκα, όμως, καθώς ο καιρός περνάει και στο σπίτι δεν έρχεται ένα μωρό, οι ισορροπίες ανάμεσά τους διαταράσσονται, και όχι με δική του πρωτοβουλία.
Το νεαρό κορίτσι, όπως ομολογεί, δεν ήθελε ούτε πλούτη, ούτε μια παθιασμένη ερωτική σχέση, ούτε όσα μπορεί να επιθυμήσει κάποια στην ηλικία της, παρά μόνο παιδιά. Όσο δεν κυοφορεί και παράλληλα παρακολουθεί άλλες νύφες στο χωριό να γίνονται μητέρες, η επιθυμία της μεταλλάσσεται σε εμμονή και απελπισία, και η ίδια γίνεται ένα περιφερόμενο τραγικό πρόσωπο. Καταφεύγει σε γριές μάγισσες της υπαίθρου, όπου εξομολογείται τον πόνο της, περιμένοντας από αυτές κάποια συμβουλή ή μια λύση, και κυκλοφορεί στους δρόμους, σπάζοντας τον κανόνα που υπάρχει για τη συμπεριφορά των γυναικών, προκαλώντας την επίπληξη των άλλων ανδρών προς τον Χουάν, ο οποίος της υπενθυμίζει τη θέση της “Το καθετί στη θέση του, τα πρόβατα στο μαντρί και οι γυναίκες σπίτι”.
Η Γέρμα νιώθει πως όλο αυτό που της συμβαίνει ίσως είναι και μια νομοτελειακή τιμωρία γιατί όλη της η ζωή είναι προϊόν επιβολής και άγνοιας των δικών της επιθυμιών. Τα λόγια μιας γριάς, που διηγείται μια παραβολή για τα 4 στοιχεία που δημιουργούν τη ζωή, και μια ιστορία για την οικογένεια του Χουάν, καταρρακώνουν ακόμη περισσότερο την ψυχολογία της. Η γη χρειάζεται το νερό για να καρποφορήσει κι εκείνη διψά, αλλά δεν υπάρχει τίποτα να την ξεδιψάσει, καθώς της λείπουν όσα γεννούν το πάθος και την επιθυμία στη ζωή της. Ο αέρας μεταφέρει πολύτιμα στοιχεία για την ανάπτυξη των σπόρων, όμως στη δική της ζωή δεν υπάρχει κανένα τέτοιο φαινόμενο, αφού η ορμή του έρωτα λείπει, με τον άνδρα της να ασχολιέται με τα καθημερινά και τα υλικά, κάνοντάς τον ακόμη λιγότερο επιθυμητό.
Και η φωτιά, η ζέστη του ήλιου που βοηθάει στη δημιουργία, απουσιάζει κι αυτή, αφού μόνο εκείνη αισθάνεται πως φλέγεται για έρωτα και οικογένεια, και αυτό το ανεκπλήρωτο γίνεται μια εσωτερική πυρκαγιά που την κατακαίει, οδηγώντας τη σε μια κατάσταση μανίας, όπου οι λάθος αποφάσεις είναι θέμα χρόνου. Εγκλωβισμένη ανάμεσα στις επιταγές της κοινωνίας που ζει και καθημερινά τη δικάζει και τις προσωπικές της επιθυμίες που καταπιέζονται, οδηγείται σε μια προσωπική περιχαράκωση, που εκτοξεύει τα συναισθήματα και τα πάθη, κάνει τη ζωή να φαίνεται σαν έναν δρόμο σε κάποιον Γολγοθά που ποτέ δεν τελειώνει και μοιραία της οπλίζει τη θέληση για ένα αποτρόπαιο έγκλημα, που στη συνείδησή της μοιάζει ως η απόλυτη λογική λύση στα προβλήματά της.
Η Μαρία Πρωτόπαππα, που σκηνοθετεί και ανέλαβε η ίδια τον ρόλο της Γέρμα, διάβασε το έργο με τα “μάτια” του σήμερα και ανέδειξε, με την παράσταση που δημιούργησε, όλους τους χυμούς του κειμένου, μέσα από μια τολμηρή και εμπνευσμένη σκηνοθετική προσέγγιση. Αρχικά, “ανέστησε” τον Λόρκα, τοποθετώντας τον ως αφηγητή, σχολιαστή και συνομιλητή της ψυχής της ηρωίδας και εν συνεχεία επέλεξε να μεταφέρει όλο το έργο στο κλειστοφοβικό υπνοδωμάτιο του ζευγαριού, όπου δεσπόζει το συζυγικό κρεβάτι, σύμβολο γονιμότητας και ευτυχίας, το οποίο περνάει σταδιακά από τη φροντίδα στην απαξίωση και τη διάλυση, οπτικοποιώντας και την παρόμοια πορεία του γάμου της Γέρμα.
Ερμηνευτικά, μας έδωσε μια συγκλονιστική παρουσία, δημιουργώντας μια γυναίκα που, μπροστά μας, ματαιώνεται διαρκώς, συσσωρεύει απογοήτευση και οδύνη από την πορεία στο πουθενά του γάμου της. Είναι μια βαθιά δραματική ερμηνεία που διαθέτει δύναμη και ένταση, που αναπαράγονται από τον λόγο και την κίνηση, αλλά κυρίως από τη σιωπή της και, με τη νευρώδη αυτή συμπεριφορά, “παίρνει” μαζί της τον θεατή και τον κρατά σε εγρήγορση.
Ο Γιάννος Περλέγκας -που συμμετέχει και στη δραματουργική επεξεργασία- ως Lorca γίνεται επί σκηνής ο συγγραφέας και γράφει το έργο μπροστά μας, συνομιλεί με τα πρόσωπά του. Φέρνει πληροφορίες για τον ίδιο, την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της περιόδου, έχοντας μια επιβλητική παρουσία, όμως για το κοινό που δεν γνωρίζει λεπτομέρειες για το έργο και τη ζωή του, αρκετά σημεία μένουν απλώς αναφορές.
Ο Σίμος Κακάλας, στον ρόλο του Χουάν, παρουσιάζεται πιο υποτονικός ερμηνευτικά, ώστε να ταυτιστεί με τα χαρακτηριστικά του ήρωά του, με τα μικρά ξεσπάσματά του, όταν επιθυμούσε να υπενθυμίσει την ιδιοκτησιακή σχέση που πιστεύει πως έχει με τη Γέρμα, να μην διαταράσσουν την εικόνα, αφού στη συνέχεια επανερχόταν με φυσικότητα στην πρότερη κατάσταση. Ξεχωρίσαμε την εκφραστικότητα και τη σαφήνεια στο παίξιμο, όταν κάνει μια απόπειρα συνομιλίας με τη σύζυγό του, πριν την τελική τους “αναμέτρηση”.
Οι Ηλέκτρα Μπαρούτα και Νώντας Δαμόπουλος, στους ρόλους των Maria και Victor, όσο και στους πολλαπλούς ρόλους που τους ανατέθηκαν, δεν συμπληρώνουν απλά τη διανομή, αλλά προσωποποιούν συχνά όλα εκείνα που έχουν οι άλλοι και λείπουν και στοιχειώνουν τη Γέρμα, με αποκορύφωμα τον τελευταίο χορό τους, που πιθανότατα είναι η οπτικοποίηση μιας ερωτικής φαντασίωσης της κεντρικής ηρωίδας.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Μαγδαληνής Αυγερινού λειτούργησαν μέσα στο πνεύμα της σκηνοθεσίας, με το κρεβάτι να αποτελεί το κέντρο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας και το γραφείο του Lorca να ορίζεται ως τόπος δημιουργίας, και μικρές λεπτομέρειες (π.χ. αρχιτεκτονική παραθύρου) να μεταφέρουν την αίσθηση της Ανδαλουσιανής επαρχίας.
Η μουσική επιμέλεια του Γιάννου Περλέγκα, έδεσε υπέροχα με την παράσταση, αναδεικνύοντας σε κάθε περίσταση τα συναισθήματα των ηρώων.
Αν κάτι διαφοροποιεί την παράσταση από άλλα ανεβάσματα, είναι η απουσία της τρυφερότητας που προσεγγίζει ο Λόρκα τους χαρακτήρες – εδώ έχουμε προβολή των έντονων συναισθημάτων και των παθών, και μόνο στο τέλος, στον μονόλογο της Γέρμα, διαφαίνεται αυτό το στοιχείο, μεγιστοποιώντας την τραγικότητά της (πιθανολογώ πως αυτός είναι κι ο σκοπός που συμβαίνει αυτό).
Μετά το τέλος της παράστασης, ο θεατής, παρότι έχει παρακολουθήσει ένα έργο με πρωταγωνίστρια μία από τις πλέον τραγικές γυναίκες των θεατρικών κειμένων και έχει γίνει μάρτυρας μιας σκηνικής συνθήκης που γεννά έντονα συναισθήματα, αποχωρεί γοητευμένος από την αισθητική και τις ερμηνείες και με τη σκέψη στον πόνο που πρέπει να έκρυβε η διαρκής αναζήτηση της Γέρμα να ανακαλύψει τη ζωή όπου δεν γινόταν να υπάρξει…
Αυτό που κρατήσαμε από την παράσταση και το σκεφτόμαστε μέρες τώρα είναι το εξής – στον κόσμο υπάρχουν αντίθετες δυνάμεις, που η αναμέτρησή τους φέρνει αυτό που ορίζουμε ως ισορροπία. Από τις αποφάσεις μας κάθε φορά και την αντιμετώπιση των καταστάσεων, επιλέγοντας ανάμεσα στην αρμονία ή την ένταση, επιλέγουμε αν θα πορευτούμε με σύμμαχο τη δημιουργία ή την καταστροφή…
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρης Κ., Μάρτιος 2026
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv