play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Φιλοκτήτης’ του Σοφοκλή στην καλοκαιρινή της περιοδεία

today17 Ιουλίου, 2025

Φόντο
share close

Στον δέκατο χρόνο της εκστρατείας στην Τροία, οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές έχουν πολλές απώλειες και βρίσκονται σε μια οριακή κατάσταση, ως προς την έκβαση του πολέμου. Οι μεν Τρώες βλέπουν ότι η αντίστασή τους καλά κρατεί και οι Έλληνες δεν νοούνται να φύγουν χωρίς να είναι νικητές.

Μέσα στους χρησμούς που λαμβάνουν στο στρατόπεδο των Αχαιών ξεχωρίζουν εκείνον που δίνει ο Έλενος, γιος του Πρίαμου και ονομαστός μάντης της περιοχής, πως μόνο με τη συνδρομή του Φιλοκτήτη, που έχει στην κατοχή του το τόξο του Ηρακλή, θα κατακτηθεί η Τροία. Στο άκουσμά του, οι αρχηγοί του στρατού θυμούνται πως γι’αυτόν τον λόγο τον είχαν καλέσει να τους συνδράμει στην αρχή του πολέμου, όμως εξαιτίας κάποιου δαγκώματος από ένα φίδι, σε μια στάση κατά τη διάρκεια του ταξιδιού προς την Τροία, αποφάσισαν να τον εγκαταλείψουν στην έρημη πλευρά της Λήμνου, καθώς ήταν ενοχλητική η παρουσία του για όλους, εξαιτίας της μη θεραπείας της πληγής του.

Αποφασίζουν να στείλουν μια μικρή ομάδα να ανακτήσει το τόξο και τον Φιλοκτήτη, αν φυσικά είναι ακόμη ζωντανός, και τοποθετούν επικεφαλής τον Οδυσσέα, ενώ την ευθύνη για τα υπόλοιπα τη δίνουν στον νεαρο γιο του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμο, που έχει φτάσει στην Τροία για να αναλάβει αρχηγός στον στρατό του πατέρα του.

Εκ των πραγμάτων, η αποστολή είναι δύσκολη, καθώς ο Οδυσσέας γνωρίζει πως ο Φιλοκτήτης δεν θέλει να τον δει στα μάτια του, πόσο μάλλον να τον ακολουθήσει στην Τροία. Ο Νεοπτόλεμος, που έχει στερηθεί μια πατρική φιγούρα, καθώς έχει μεγαλώσει μόνο με τη μητέρα του, βρίσκει στο πρόσωπο του Οδυσσέα έναν μέντορα και κάπως έτσι δέχεται τις συμβουλές του και εφαρμόζει το σχέδιό του, που δεν είναι άλλο από το να γίνει συμπαθής στον Φιλοκτήτη και με δόλο να τον φέρει πίσω στον πόλεμο.

Αλλά οι αμφιβολίες που τον βασανίζουν από την αρχή, τον οδηγούν σε μια αλλαγή στάσης και στην απόπειρα να πείσει τον Φιλοκτήτη να έρθει μαζί του με τη θέλησή του και να δοξαστούν και οι δύο σαν πορθητές την πόλης. Για να επανέλθει στην αρχική του στάση, επηρεασμένος από μια παρέμβαση του Οδυσσέα, που παρακολουθεί τα δρώμενα.

Και σε όλο αυτό πού βρίσκεται ο Φιλοκτήτης;

“Μισώ την εποχή που ζω. Σκοτεινά χρόνια. Δεν θέλω τη ζωή µου έτσι”, μονολογεί σε ένα ξέσπασμά του, καθώς αισθάνεται αηδιασμένος από τη συνεχή προδοσία των άλλοτε συντρόφων του, που δεν τον υπολογίζουν ως ανθρώπινο ον, αλλά ως το μέσο για να πετύχουν τους σκοπούς τους, αδιαφορώντας τότε και τώρα για όσα του συμβαίνουν. Από αυτό δεν ξεφεύγει και ο νεαρός Νεοπτόλεμος, που θεωρητικά εκφράζει το νέο και το αμόλυντο, αλλά αποδεικνύεται πως είναι φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με τους γηραιότερους…

Ο Φιλοκτήτης, στη δεκαετή “ταλαιπωρημένη”, και χωρίς άλλη ανθρώπινη παρουσία, διαμονή του στην “εξορία”, έχοντας φτάσει στα όρια της εξαθλίωσης, βρήκε τον χρόνο να κάνει μια βαθιά ενδοσκόπηση και να επαναπροσδιορίσει τα όρια της αξιοπρέπειας και όχι μόνο για τον ίδιο. Με αποκρυσταλλωμένη άποψη για το τι πρέπει να κάνει, παρουσιάζεται αμετακίνητος και φωνή λογικής και ηθικής, απέναντι σε όσους μετράνε με το κέρδος κάθε τους ενέργεια, και γι’αυτό αρνείται να γίνει μέρος του παιχνιδιού.

Τη λύση στο προφανές αδιεξόδο, όπως διαφαίνεται στο έργο, δίνει το όραμα του Ηρακλή, που ζητάει από τον Φιλοκτήτη, να υπακούσει τη θεϊκή βούληση και να συνδράμει σε αυτό που του ζητάνε, παραβλέποντας για λίγο όσα τον εμποδίζουν να το κάνει.

Αυτή είναι η ιστορία του έργου, που είναι καθαρά κοινωνικοπολιτικό και θίγει πολύ σοβαρά θεματα, όπως φιλία, συνεργασία, δικαιοσύνη, αλλά και τη θεραπεία, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που έρχεται μέσα από τη συμπόρευση, μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο, κάτι που ο Φιλοκτήτης έμαθε καλά, όταν το στερήθηκε με την απόφαση τρίτων…

Το έργο αποτελεί μια έμμεση καταγγελία για τη διαφθορά της εξουσίας, που για τον πολλαπλασιασμό όσων δύναται να κερδίσει, δεν υπολογίζει στο ελάχιστο την ανθρώπινη ζωή – την περίοδο που ο Σοφοκλής το γράφει, μαίνεται ο εμφύλιος μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, που έχει φέρει πολλά καταστροφικά αποτελέσματα σε αμφότερους και τους συμμάχους τους, και οι άνθρωποι στις δύο πόλεις υποφέρουν τα πάνδεινα από τις συνέπειές του, αλλά πολεμοχαρείς και κερδοσκόποι ηγέτες και στις δυο παρατάξεις, επιθυμούν τη συνέχισή του, αδιαφορώντας για το μέλλον μετά το τέλος του.

Στην παράσταση που είδαμε, ο Γιώργος Κιμούλης, που έχει κάνει την απόδοση του κειμένου, τη σκηνοθεσία και κρατά τον κεντρικό ρόλο, ενστερνίζεται την αγωνία του Σοφοκλή και τη μεταφέρει με έναν “μαγικό” τρόπο στο σήμερα. Παραλείπει κάθε αναφορά περί “δίκαιου” πολέμου και φωτίζει τη φρίκη του, μέσα από την περιπέτεια του Φιλοκτήτη, αλλά και την εμφατική αναφορά όλων εκείνων που έχουν σκοτωθεί στα 10 χρόνια μαχών και τους γνώριζε προσωπικά, εκφράζοντας την οδύνη του για το χαμό τους. Τοποθετεί τους ήρωες μέσα έναν μικρόκοσμο, που δεν έχει παρά μόνο μία έξοδο, αυτή που έχουν ορίσει οι “εγκέφαλοι” της εκστρατείας και μοιρολατρικά όλοι οφείλουν να την “ψάχνουν”. Σε αυτή τη συνθήκη της βίας και του θανάτου, ο ίδιος παρουσιάζεται ως καταλύτης των εξελίξεων, μόνο που δεν έχει διάθεση να αποδεχτεί αυτό που του προτείνουν, καθώς έχει αντίληψη για τη ματαιότητα όλων αυτών και αυτό το κατάλαβε μέσα από τη ζωή του ως εξόριστος, πως τα υλικά δεν έχουν τελικά απολύτως καμία αξία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά δίνουν επίπλαστη ευτυχία. Στον ρόλο του Φιλοκτήτη είναι συγκλονιστικός! Ειδικά στις σκηνές που εξιστορεί το μαρτύριό του, έρπωντας κυριολεκτικά επί σκηνής, και σε εκείνη που ζητάει μια τελευταία ευκαιρία να ξαναπατήσει το χώμα της πατρίδας του και να επισκεφθεί τον τάφο του νεκρού του, πλέον, πατέρα του. Είναι η προσωποποίηση μιας εποχής που τελειώνει – οι θεατές της εποχής και οι πιο σύγχρονοι, γνωρίζουν τι συμβαίνει μετά το τέλος του έργου και τι κατάληξη είχαν σχεδόν οι περισσότεροι των εμπλεκομένων. Θα εμπλακεί σε μια κατάσταση που δεν επιθυμεί, για να αποκτήσει ξανά το δικαίωμα να είναι κομμάτι ενός συνόλου, γνωρίζοντας υποσυνείδητα πως όλο αυτό το λάθος κάπως όλοι θα το πληρώσουν, αλλά δεν μπορεί να μην υπακούσει στη θεία βούληση…

Ο Θοδωρής Κατσαφάδος, ως Οδυσσέας, καταφέρνει να κερδίσει όλη την αντιπάθεια του κοινού, αφού προσωποποιεί το απόλυτο κακό, τον άνθρωπο που δεν διστάζει να λερώσει τα χέρια του για επιτύχει τους σκοπούς του και για όλα αυτά έχει έτοιμη και την κατάλληλη ιστορία για να δικαιολογήσει όσα έπραξε.

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, στον ρόλο του Νεοπτόλεμου, είναι πειστικός ως ο ήρωας που ταλαντεύεται ανάμεσα στο σωστό και αυτό που πρέπει να γίνει για έρθει σε πέρας η “δουλειά”. Νιώσαμε την αγωνία του να διαλέξει πλευρά και απορήσαμε για το αν πραγματικά πιστεύει πως αυτή η υπόθεση τον αφορά λόγω κληρονομικότητας ή τον ενθουσιάζει η ιδέα να γράψει το όνομά του δίπλα σε εκείνων που θα κατακτήσουν την Τροία (προσωπικά πιστεύω πως κλείνει προς το δεύτερο ενδεχόμενο, απλά δεν μπορεί να το παραδεχτεί).

Ο χορός των ναυτών του καραβιού του (Παναγιώτης Κατσίκης, Μανώλης Κλωνάρης, Κώστας Κοράκης, Θεοφίλης Πασχάλης, Βασίλης Πουλάκος, Μάριος Τζόγκανος, Γιώργος Τσουρουνάκης), ήταν λιτός και ενδεδυμένος με στολές που προσομοίαζαν σε σύγχρονα ειδικά τμήματα καταστολής και είχε χαρακτηριστικά απλού ανθρώπου, όπως προστατευτικότητα, συμπόνια και πολλές φορές ακουγόταν σαν την φωνή της λογικής στο παράλογο που διαδραματιζόταν μπροστά τους.

Δεν πρέπει να παραλείψουμε την εξαιρετική απόδοση του κειμένου και την εκφορά του λόγου από όλους τους ηθοποιούς, που είχε ως αποτέλεσμα οι θεατές να ακούνε καθαρά όλο το κείμενο της τραγωδίας και τα κομμάτια των χορικών. Το σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου (μια σπηλιά μέσα σε έναν τεράστιο βράχο και γύρω ένας χέρσος τόπος) είναι δημιουργικό και λειτουργικό, τα κοστούμια τα φρόντισαν οι Σοφία Νικολαΐδη και Ήλιας Στριγγάρης, οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου δημιουργούν μια ατμόσφαιρα απόκοσμη, στην κόψη μεταξύ εφιάλτη και πραγματικότητας και η μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη, για μια ακόμη φορά, απόλυτα ταιριαστή και υπέροχη!

Ο Φιλοκτήτης, που περιοδεύει μέχρι και τις 8 Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα, είναι μια παράσταση που το κοινό θα αισθανθεί ότι μιλάει για αυτό που ζούμε σήμερα. Στο τέλος της, θα πάρεις θέση και θα ομολογήσεις το άδικο που βασανίζει τον κεντρικό ήρωα, αλλά και την εμμονή μέχρις εσχάτων σε αυτό που θα φέρει δόξα και κέρδος σε λίγους, χωρίς να συνυπολογίζει κανείς απώλειες και άλλες συνέπειες. Είναι μια καλοδουλεμένη παράσταση, που σίγουρα δεν θα ξεχάσεις για πολύ καιρό!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Ιούλιος 2025

Συντάχθηκε από: Sin Radio