Sin Radio Listen, don't just hear!
Μπαίνοντας στο γραφείο για να συστηθούμε, την ημέρα της πρόσληψής μου, ο Χρήστος είπε αυθόρμητα: “Είσαι αυτός που με είδε να ψάxνω για θέση και μου έκανε σήμα πως φεύγει προχθές, σωστά;” Του χαμογέλασα και κούνησα καταφατικά το κεφάλι, ενώ εκείνος φάνηκε να απολαμβάνει το γεγονός, πως ο νέος συνάδελφος ήταν κάποιος που είχε ξαναδεί.
– “Πώς βρέθηκε ένας straight στο Blue Train; Σε έχω δει ακόμα καναδυό φορές, με εκείνο το ξανθό αγόρι, δεν ήθελα να το πω μπροστά στον αλλο”, με ρώτησε, βγαίνοντας.
– “Συνοδεύει τον gay κολλητό – αδερφικό φίλο του, τις μέρες που εκείνος δεν έχει όρεξη για πεσίματα ή γκομενιλίκια. Άλλωστε, είναι πολύ όμορφο μαγαζί, παίζει καλή μουσικούλα και σερβίρει ωραίο καφε και καθαρά ποτά. Είσαι οκ με αυτό;”
Γελάσαμε κι οι δύο και για τα επόμενα 4 χρόνια που δουλεύαμε μαζί, σε διαλείμματα κι όχι μόνο, άκουσα απίστευτες ιστορίες για το gay village στο Γκάζι και για το πώς αισθανόταν ο Χρήστος, που είχε ένα τοπόσημο αναφοράς μες την πόλη και εγώ μοιράστηκα μαζί του όλες τις δικές μου εμπειρίες, ως “ξένος στο χωριό της αγάπης”, από τις βραδιές που συνόδευα τον Μπίλλυ.
Με τον Χρήστο βρεθήκαμε ξανα μετά από χρόνια, εντελώς τυχαία. Τα είπαμε ένθερμα και δεν κρατήθηκα να μην τον ρωτήσω για εκείνη τη θλίψη που διέκρινα στο βλέμμα του…
“Άσε αδερφέ μου, χάθηκαν όλα. Και τα στέκια μας έκλεισαν κι άλλαξαν, κι εμείς αλλάξαμε, μα το χειρότερο όλων είναι πως χάθηκε όλο αυτό που τόσες φορές μιλούσαμε και οι άνθρωποι που το δημιουργούσαμε, και δεν έχω καταλάβει πού πήγε και το γιατί; Λες να γεράσαμε και μας φαίνονται όλα ξένα ή όντως έχουν χαλάσει τόσο πολύ τα πάντα;”
Τον ένιωσα απόλυτα, καθώς κι εγώ έχω για άλλα θέματα τέτοιες απορίες και επιπρόσθετα θύμωσα γιατί δεν θυμήθηκα να του πω, για εκείνη τη μέρα, πριν κάποια χρόνια, που ανέβαινα την Κωνσταντινούπολεως με το αυτοκίνητο και, όπως είχα κολλήσει στην κίνηση, παρατήρησα πως το Blue Train ήταν κλειστό και εγκαταλελειμμένο και το μόνο που σκέφτηκα στιγμιαία ήταν γιατί ρε γαμώτο…
Όταν είδα την αναγγελία της παράστασης “Blue Train”, υπέθεσα πως θα ήταν μια αναφορά σε εκείνη την εποχή. Δεν έπεσα πολύ έξω, καθώς σε μια συνέντευξη του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, διάβασα πως το εν λόγω μαγαζί και οι συμβολισμοί του, ήταν το έναυσμα για να γραφτεί το έργο, που μιλάει για έναν άνθρωπο που έχει πολλά ζητήματα να τον απασχολούν, θέματα που αγγίζουν όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Την περσινή χρονιά στάθηκε αδύνατο να βρούμε θέσεις σε μέρα που εξυπηρετούσε, όμως αυτό έγινε πριν λίγες μέρες στην πρώτη διαθέσιμη, για εμάς, Δευτέρα.
Ο Μιχάλης είναι ένα αγόρι, λίγο πριν τα 45. Εργάζεται πολύ, σε μια δουλειά, που, όταν πρωτοπήγε, σκέφτηκε “αν αντέξω, το πολύ μια εβδομάδα…”, έχει (;) το σπίτι των ονείρων του – ένα στούντιο loft στο Γκάζι και αυτή είναι μια συνηθισμένη Κυριακή. Έχει hangover απ’ όσα ήπιε το προηγούμενο βράδυ και έναν ξαναμμένο 20χρονο, που γνώρισε στο στέκι του, να τον βομβαρδίζει με μηνύματα. Όμως, αυτή δεν πρόκειται να είναι μια Κυριακή σαν τις προηγούμενες…
Ούτε που άκουσε το κουδούνι και ξαφνιάστηκε όταν είδε μπροστά του τη Σοφία, τη μάνα του. Γιατί κατέβηκε Κυριακάτικα από το Παγκράτι; Κι ο άνδρας που μένει μαζί της, το γνωρίζει ότι βρίσκεται εκεί; Η τυπική Ελληνιδα μαμά, που αρνείται να δεχτεί ότι τα παιδιά της είναι ενήλικα, πως έχουν κάνει τις επιλογές τους και που προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες στις σχέσεις παιδιών-πατέρα. Και η ίδια δεν θέλει να αποδεχτεί την αλήθεια του γιου της και επιμένει εμμονικά να αναπαράγει τις ίδιες κουβέντες κάθε φορά και πάντα να κομπιάζει λίγο πριν της βγει μια κουβέντα συμπαράστασης και αποδοχής. Εγκλωβισμένη ανάμεσα στην αγάπη για το παιδί της και τις συμβάσεις, τις διχόνιες και τους αποχωρισμούς που έχει αποδεχτεί στο όνομα της “οικογένειας” και της έξωθεν “καλής” μαρτυρίας. Πιστεύει πως ακόμη μπορεί να ξαναπάρει τον έλεγχο των καταστάσεων και να αλλάξει τα πράγματα, αλλά ενδόμυχα γνωρίζει πως αυτό είναι σχεδόν αδύνατον… δεν θα σταματήσει ποτέ να ελπίζει…
Αργότερα, η κολλητή του τα τελευταία σχεδόν 25 χρόνια, θα τον επισκεφθεί. Το κορίτσι-καθρέφτης του Μιχάλη, που έχει το θάρρος να μιλάει για όσα την απασχολούν φωναχτά, με μια κόρη (βαφτιστήρα του Μιχάλη) κοντά στην ενηλικίωση, που δεν ξέρει πώς να τη χειριστεί πλέον και τη συνειδητοποίηση πως η ζωή μάλλον έχει αρχίσει και την ξεπερνάει… Προσπαθεί, αναπολώντας τα μεγάλα όνειρα και τα ματαιωμένα σχέδια, να βρει κάτι να πιαστεί παρέα με τον φίλο της – καταλήγει ξανά στις ίδιες αναζητήσεις (προσωπικές και επαγγελματικές) και την ίδια θεραπεία – ένα καλό γκομενάκι, να πάνε τα φαρμάκια κάτω!
Ο Γιάννης, πρώην και μεγαλύτερη σχέση του Μιχάλη μέχρι σήμερα, έρχεται να του πει κάτι σημαντικό για τον ίδιο. Θα δεχτεί την έδρα του καθηγητή στην Κύπρο και θα υπογράψει σύμφωνο συμβίωσης με τον σύντροφό του. Ο Μιχάλης θα συγκρουστεί μαζί του, προσπαθώντας να του θυμίσει στιγμές από το κοινό τους παρελθόν, ψέγοντάς τον για το γεγονός πως έγινε κάτι σαν αυτό που κάποτε κορόιδευαν. Ο Γιάννης θα αντιπαραβάλλει, στην επίθεσή του, το επιχείρημα ότι όλοι αλλάζουν και αντιμετωπίζουν τις νέες συνθήκες με άλλες σκέψεις και με διαφορετικά δεδομένα, διαβεβαιώντάς τον πως έχει (ο Μιχάλης) μια ξεχωριστή θέση στην ψυχή του και για οτιδήποτε τον χρειαστεί, οποτεδήποτε κι αν είναι αυτό, θα βρίσκεται (κι αυτός) ένα τηλεφώνημα μακριά…
Μετά από αυτήν τη συνάντηση, η άφιξη του νεαρού Πάνου, που έχει καθαρά σεξουαλικό σκοπό, στον φουλ ξενερωμένο Μιχάλη, μετά απ’ ό,τι του έχει συμβεί τις προηγούμενες ώρες, δεν πηγαίνει όπως την είχε προγραμματίσει. Ο νεαρός, με την ορμή της ηλικίας και την προφανή άγνοια κινδύνου, μπαίνει σε μια συζήτηση με τον μεγαλύτερό του άνδρα, γεμάτη καυστική ειλικρίνεια χωρίς “στρογγυλέματα” και φίλτρα, εκμεταλλευόμενος, επίσης, το γεγονός πως δεν έχουν καμιά συναισθηματική ενεργή σχέση και θα του πει: “αν δε σου αρέσει αυτό που συμβαίνει, άλλαξέ το, μη μένεις παγιδευμένος σε κάτι που δε γουστάρεις, έχεις τη δύναμη να το κάνεις”, εκφράζοντας την κινησιουργό δύναμη της νέας γενιάς.
Ο Μιχάλης αισθάνεται πως πήρε ένα πολύτιμο μάθημα από εκείνον και φροντίζει να φτάσει στο σπίτι του με ασφάλεια – ίσως στον Πάνο βλέπει μια βελτιωμένη εκδοχή του νεότερου εαυτού του και θέλει να την υποστηρίξει. Στο τέλος της μέρας, όταν έχει κατασταλάξει κάπου μέσα του, επιλέγει να καλέσει τον αριθμό που…
Κάποτε μου είχαν πει πως ο άνθρωπος κουβαλάει μέσα του όλες τις σχέσεις που θα εμπλακεί στη ζωή του – από την πρώιμη με τους γονείς, το σχολείο, τη δουλειά, τους έρωτες και ερείσματα, μικρά ή άσχετα, που δεν θυμάσαι, από διάφορα περιστατικά που ήσουν εκεί παρών. Μεγαλώνοντας, στα 50 μου πλέον, γνωρίζω πως μεταφέρω ακόμα και ζητήματα ματαιώσεων, διαψεύσεων, προσδοκιών από και για εμένα, υπαρξιακά. Στο πρόσωπο του Μιχάλη θυμήθηκα όλα εκείνα τα ομοφυλόφιλα αγόρια που συναστράφηκα και σκέφτηκα ότι τα ίδια ακριβώς θέματα αφορούσαν και αυτούς, με το επιπρόσθετο φορτίο συχνά της αυτοαποδοχής, αλλά και της ετεροαποδοχής. Μου ήρθε στο μυαλό μια πολύ προσωπική συζήτηση με τον Χρήστο, σε ένα καφέ, μετά από μια εξαντλητική βάρδια, όπου με παράπονο μου ομολογούσε ότι αισθανόταν πως όλοι όσοι γνωρίζει και αποτελούν το περιβάλλον του, έχουν και μια επιθυμία που θα ήθελαν να ικανοποιήσει, αλλά κανείς του ποτέ δεν τον ρώτησε, αν εκείνοι μπορούν να κάνουν το ίδιο, για κάτι που θέλει αυτός… Δεν του είχα πει απολύτως τίποτα, γιατί δεν γνώριζα, μιας κι εγώ συχνά αισθανόμουν το ίδιο, αν όχι μεγαλύτερο, βάρος στους ώμους μου.
Στην παράσταση, στο Θέατρο Άλμα, ο Μιχάλης δυσκολεύεται να δεθεί πραγματικά με τους άλλους ανθρώπους. Τρομάζει στην ιδέα να μεγαλώσει, να προχωρήσει, να κάνει αυτό που θέλει η καρδιά του και επιλέγει να συμπεριφέρεται σαν 20χρονος, μέχρι τη στιγμή που ένας τέτοιος θα του δώσει το μεγαλύτερο μάθημα ζωής. Αυτό που πραγματικά όμως φοβάται είναι ο πόνος της αποδοχής – τρέμει στην σκέψη για τα “αγκάθια” που πρέπει να πατήσει και να τον τρυπήσουν, αλλά και να διαλύσει, ώστε, στο τέλος της διαδρομής, να βρεθεί εκεί που πραγματικά επιθυμεί. Πιστεύει, χωρίς να έχει δοκιμάσει, πως αυτός ο δρόμος είναι μοναχικός, όμως χρειάζεται και αυτούς που βρίσκονται γύρω του, καθως η ολοκλήρωση, μετά από τον ίδιο, περνάει κι από αυτούς. Δεν είναι κακό να ενηλικιώνεσαι· αντιθέτως, το να μεγαλώνεις και να ζεις την εξέλιξη των καταστάσεων μέσα από τις εμπειρίες που κουβαλάς, χωρίς να απαρνείσαι τη μοναδικότητά σου είναι κάτι όμορφο.
Ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης, με μια υποκριτική ησυχία, φτιάχνει έναν ήρωα που θα μπορούσε να είναι ένας από εμάς. Γίνεται ένας καθρέφτης πολλών, αντίστοιχης ηλικίας, ανθρώπων, που βρίσκονται χαμένοι σε παρόμοια αδιέξοδα, για τους δικούς τους λόγους και με διαφορετικές, πιθανόν, αφετηρίες. Είναι ένας αντικατοπτρισμός που δείχνει σκληρός, γιατί είναι αληθινός. Ευάλωτος, με ανοιχτές πληγές που στάζουν αίμα (που κάνει ότι δεν υπάρχουν) σε μια μόνιμη αναζήτηση μιας αγάπης, που δεν μπορει να προσδιορίσει ή να σχηματοποιήσει, χαμένος σε σκέψεις και συναισθήματα. Εξαιρετικός στο όλον του, κάθε φορά που τον παρακολουθούμε, τον βρίσκουμε και καλύτερο!
Η Μαρία Αλιφέρη απέδωσε ρεαλιστικότατα την κλασική Ελληνίδα μάνα. Με τα ταπεράκια της, που έρχεται απρόσκλητη και χωρίς να ρωτήσει, με καλή διάθεση πάντα και άγχος. Ήταν αληθινή, καθημερινή και μας έδωσε μια γυναίκα που ακροβατεί ανάμεσα στην αγάπη και την αγωνία για το παιδί της. Θέλει να το βάλει, ξανά, κάτω από τα “φτερά” της, ενώ γνωρίζει πως η τωρινή συνθήκη είναι ιδανική για όλους… μου φάνηκε πως στη σκηνή ήταν η δική μου μητέρα — ίδιες κινήσεις, ίδια λογια, ίδια παράπονα, ίδια αγαπη που, ενώ της λες “κρατήσου λίγο, με πνίγεις”, αυτή θα επιμείνει, γιατί αυτός είναι ο τρόπος της να σε “σώσει”.
Η Μαριλού Κατσαφάδου είναι η τρελή κολλητή που ξέρει τον Μιχάλη “από την καλή και από την ανάποδη”. Τον μαλώνει και τον δικαιολογεί στην ίδια πρόταση. Φέρνει στη ζωή του μια νεανική ανεμελιά και ένα χαμόγελο, και είναι ουσιαστικά το alter ego του, αφού ως γυναίκα βιώνει και η ίδια, κάθε μέρα, τη σύγκρουση ανάμεσα στον παλιό συντηρητισμό και τη νέα συνθήκη, που επιτάσσει σεβασμό και αναγνώριση, σε κάθε στιγμή της ζωής της, κάτι που ισχύει και για τους gay ανδρες. Με φυσικότητα και ενέργεια, δείχνει πως δεν χρειάζεται να προσπαθήσει και γεμίζει την παράσταση με νότες εξωστρέφειας, αυθορμητισμού και χαράς.
Ο Λάμπρος Κωνσταντέας, στον ρόλο του πρώην, Γιάννη, κατεβάζει τα γράδα και με τη μετρημένα αυστηρή ερμηνεία του δίνει μια δραματικότητα στο έργο. Μας παρουσιάζει μια μετάλλαξη σε πιο συμβατικές φόρμες, που του προσφέρουν “ασφάλεια” και συντροφικότητα, για την οποία δεν είναι και τόσο σίγουρος, καθώς συναισθηματικά δεν έχει πάψει ποτέ να νοιάζεται για τον Μιχάλη. Είναι η πιο δυνατή σκηνή του έργου, καθώς αποκαλύπτεται επί σκηνής, μια μεγάλη αλήθεια – πάντα ο άνθρωπος νιώθει πως του λείπει κάτι που το έχει ο άλλος κι αυτό μεγαλοποιεί την αίσθηση του ανολοκλήρωτου…
Ο Γιάννης Τσουμαράκης φέρνει με ορμή στην σκηνή τον Πάνο, που ψάχνει την αγάπη, την αποδοχή, την επιβεβαίωση. Αναδεικνύει το κενό που νιώθει, αναζητώντας έναν εναλλακτικό “Daddy” για να του δώσει μια αγκαλιά, υποστήριξη και κατανόηση. Τσαλακώνεται, πίνει, χορεύει και μετά “σπάει” – φτιάχνει έναν χαρακτήρα απλό και αληθινό, και, μέσα από αυτόν, θέτει στον Μιχάλη την πιο σπουδαία ερώτηση: “Ποιος είναι ο προορισμός για το “Blue train”, που στολίζει τον τοίχο σου;”. Εκπληκτικός απλά, δεν σου φεύγει από το μυαλό, μέρες μετά!
Ο Γιώργος Σουλεϊμάν έστησε μια υπέροχη παράσταση, με απλότητα και ειλικρίνεια για την ίδια τη ζωή, για τις εσωτερικές αγωνίες που ενισχύονται, καθώς μεγαλώνουμε και ψάχνουμε τους νέους ρόλους μας. Η σκηνοθετική του προσέγγιση έμεινε πιστή στο κείμενο, με μια ποπ αισθητική, χωρίς προσωπική παρέμβαση, και ανέδειξε όλες τις αρετές του κειμένου, μέσα από μια ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας (και όχι μια προσέγγιση) με αρκετές, όμως, πινελιές νοσταλγίας, με ήρωες που είναι κανονικοί άνθρωποι και όχι μέσα μετάδοσης ιδεολογημάτων ή οτιδήποτε άλλου προσφέρει το κείμενο.
Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος έγραψε ένα κείμενο που δεν επιδιώκει να καταχωρηθεί στα μεγάλα “έργα” του παγκόσμιου θεάτρου, αλλά να μιλήσει ανοιχτά για όσα απασχολούν τη γενιά των 40+, που δοκιμάζει να βρει την ισορροπία ανάμεσα στην αθωότητα και εκείνα που φέρνει το πέρασμα του χρόνου. Ο ήρωάς του είναι ενας gay άνδρας, αλλά όλα όσα τον απασχολούν και αναδεικνύονται είναι ζητήματα καθολικά και το κοινό μπορεί ανιχνεύσει στοιχεία από τη ζωή του, μέσα από ένα αρκετά ψυχαγωγικό ταξίδι, με πολύ χρώμα και ωραίες μουσικές. Πολλά συγχαρητήρια στην Ηλένια Δουλαδίρη που επιμελήθηκε το loft- σπίτι του Μιχάλη και στη Ζωή Μολυβδά Φαμέλη που το φώτισε. Μας ταξίδεψαν στην εφηβεία μας, οι μουσικές επιλογές που έντυσαν την παράσταση.
Το “Blue Train”, στο Θέατρο Άλμα, είναι μια αξιόλογη και ενδιαφέρουσα παράσταση, που καταφέρνει να αγγίξει σύγχρονες ευαισθησίες με τρυφερότητα και ειλικρίνεια. Ανήκει στην κατηγορία των έργων που γουστάρουμε να παρακολουθούμε, γιατί απουσιάζει πλήρως ο διδακτισμός, αλλά σου αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα και σε βασανίζει γλυκά σε κάθε σενάριο που κάνεις, με αυτήν την γλυκιά αμηχανία, όταν σκέφτεσαι εκείνο το “και αν…”
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2025
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2025 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv