Sin Radio Listen, don't just hear!
Στα 40 μου χρόνια, δεν έχω ζήσει την κατάρα του εμφυλίου πολέμου, όμως έχω εικόνες από γιαγιάδες και προγιαγιάδες που, σαν διήγηση, τα καλοκαίρια μάς μιλούσαν γι’αυτά, όταν δίνονταν ευκαιρίες. Ως παιδί, δεν καταλάβαινα πολλά… Όταν πια μεγάλωσα και ρωτούσα, αντιλαμβανόμουν πως ήταν γεγονότα που χρωμάτισαν τις ζωές τους με ανεξίτηλα χρώματα…. μαύρα και μωβ.
“Κι ύστερα μπήκε στο σπίτι αυτός ο βλάχος ο λοχίας, κι άρπαξε τον αδερφό μου από το χέρι και τον έσυρε στην αυλή… και ξοπίσω του ούρλιαζε η μάνα μου: είναι δεκάεξι χρονώ παιδί, κι εγώ πιτσιρίκα τότε 7 χρονώνε έκλαιγα μπροστα στην σπασμένη πόρτα. Και έβγαλε ο άτιμος το πιστόλι από τη θήκη και φώναζε στο μικρό μας γιατί έδωσε στον αντάρτη τον ξαδερφό μας τυρί και ψωμί το βράδυ εκείνο, που κατέβηκε απο το βουνό στο χωριο…. κι όλα τα μαθαίνει αυτός, γιατί υπάρχουν πατριώτες στο χωριό και το έβριζε το παιδάκι… κι ο αδερφός μου τον έφτυσε. Κι αυτός φούντωσε και τον πυροβόλησε εκεί μες την αυλή μας και ούρλιαζε: ψόφα, σκύλε προδότη…. Αργότερα έμαθα πως τον περάσαν για τούτο από δίκη και τον διώξανε από το στρατό γιατί έγινε αυτό μεγάλο θέμα στα χωριά μας, αλλά εγώ τον έχασα τον αδερφό μου… και μέχρι να κλείσω τα μάτια μου, αυτό που είδα εγώ τότε μην το δώσει ούτε στους εχθρούς μου ο Θεός…” (αφήγηση της γιαγιάς Γλυκερίας, στο τρισάγιο του αδερφού της λίγους μήνες πριν τον συναντήσει πάλι)
“Και κατεβήκαν αυτοί από το βουνό, και ψάχναν τα σπίτια…. σε μας σαν ήρθαν βρήκαν τον Αχιλλάκο, τον προπάππο σου με το κουτσό ποδάρι μόνο…. τα παιδιά τα είχαμε κρυμμένα σε μια κουφάλα στο πίσω μέρος και μπροστά είχαμε στοιβάξει ξύλα. Δεν ήθελα ούτε το Θανασάκη, ούτε το Χριστινιώ μου να πάρουν μαζί τους…. πήραν άλλα παιδιά απο το μαχαλά…. κάποια από αυτά τα ξανάδαμε μεγάλα πια, 30 χρόνια μετά, όταν γυρίσαν από την Ουγγαρία και την Γιουγκοσλαβία, με τις οικογένειές τους, άλλα χαθήκαν…. όταν φύγαν οι αντάρτες πήραμε τα παιδιά και φορτώσαμε στο μουλάρι 2 πραματάκια και πήγαμε στο σπιτάκι του δικού μου χωριού, που ήταν ήσυχα…. πως θα έβλεπα ξανά την γειτόνισσα που της πήραν το κορίτσι ή την άλλη που είδε τον άνδρα της να φεύγει μαζί τους…. αυτά γινόταν τότε και σκοτωμοί και μεγάλο κακό κι ανάθεμά με αν ακόμη τώρα εχω καταλάβει γιατί γίνηκε τούτο το πράμα” (αφήγηση της προγιαγιάς Γιωργίας, που στο παρα ένα των 100, πάντα είχε μια ιστορία με το δικό της νόημα να πει)
Δύο αδέρφια πολλά χρόνια μετά τον εμφύλιο σε μια γειτονιά της πόλης – αυτός με τις δικές του τύψεις για αυτά που συνέβησαν τότε κι εκείνη με αναπάντητα ερώτηματα και δεκάδες γιατί. Τραγικές φιγούρες μιας εποχής, που την έζησαν ως παιδιά, όχι σαν τα συνηθισμένα παιδιά… Κι οι επιλογές των γονιών τους, πέρα απο την ορφάνια, τους χάρισαν κι ένα σκληρό μέλλον μέσα από τις προκαταλήψεις και τους “φακέλους”.
Δύο παιδιά που δεν κράτησαν κόκκινα αυγά το Πάσχα (αλλά μαύρα), δεν έπαιξαν με παιχνίδια, όπως τα υπόλοιπα, που, ως ενήλικες, προσπαθούν να νικήσουν τους δαίμονές τους, με τη βοήθεια φαρμάκων και γιατρών.
Μια παράσταση με ένα κείμενο απαράμιλλης ομορφιάς, που προσωπικά μου θύμισε πολλά που είχα ακούσει ως παιδί.
“Εμφύλιος γινότανε, σκότωνε ο ένας τον άλλο. Να μην ξαναγίνει τέτοιο κακό….” στα λόγια αυτά του πρωταγωνιστή κρύβεται όλη η ουσία αυτών που πρεσβεύει το έργο. Μια ματιά σε μια μαύρη σελίδα της ιστορίας μας, ως χώρα, μέσα από αφηγήσεις μικρών τότε παιδιών, και η διαπίστωση ότι αυτή η περιόδος άφησε πίσω της πολλούς ‘ζωντανούς νεκρούς’, που συνέχισαν, σέρνοντας το φόρτιο τους για πάντα.
Τοποθετημένη χρονικά στο σήμερα η παράσταση, μέσα από την αναμόχλευση των αναμνήσεων των ηρώων, διαπιστώνεις πόσο επίκαιρα φαίνονται όλα αυτά. Μπορεί να μην υπάρχουν οι αντίστοιχες συνθήκες, αλλά και τώρα στον πόλεμο που βιώνουμε καθημερινά όλοι μας, μήπως πάλι δεν βρίσκονται ευκαιρίες για να στραφούμε οι μισοί εναντίον των άλλων μισών; Πόσο έχουμε κατηχηθεί απο την ιστορία μας (αν φυσικά την έχουμε διδαχτεί σωστά…), έτσι ώστε να αποφεύγουμε τα λάθη;
Βγήκα απο το θέατρο απίστευτα ολοκληρωμένος και πολύ προβληματισμένος. Συνάμα όμως απόλαυσα δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς, τον Αντώνη Αντωνίου και τη Νατάσα Ασίκη, να παραδίδουν ρεσιταλ ερμηνειών. Χωρίς φανφάρες και υπερβολικούς λυρισμούς, αισθάνθηκα πως από την μπαλκονόπορτα του σπιτιού μου, έβλεπα και άκουγα την ιστορία δύο καθημερινών ανθρώπων – γειτόνων, εντελώς συμπτωματικά. Ξέχασα πως παρακολουθούσα θεατρική παράσταση κι αυτό για μένα είναι το μεγαλύτερο κέρδος.
Περισσότερα για την παράσταση εδώ.
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv