Sin Radio Listen, don't just hear!
– Παρακολουθείτε με πολύ ενδιαφέρον, μου είπε το νεαρό κορίτσι από τη διπλανή θέση.
– Μέχρι στιγμής την βρίσκω εξαιρετική ως παράσταση, εσείς;
– Εμείς, δηλαδή εγώ και η παρέα μου, νομίζαμε ότι θα ήταν σαν την ταινία…
– Εννοείτε το φιλμ του 1992 με τον Πατσίνο προφανώς, όμως υπάρχει μια ιταλική ταινία του 1974, που βασίστηκε στο ίδιο βιβλίο, που έχουν διασκευάσει κι εδώ, του 1969 είναι νομίζω – πολύ καλό βιβλίο και παίζει ο Βιτόριο Γκάσμαν, οποίος πήρε σε πολλά φεστιβαλ της εποχής, βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου και είναι υπέροχη – να την ψάξετε να τη δείτε, αξίζει με τα χίλια. Α, και το φιλμ του 1992, είναι ελεύθερη διασκευή στο ίδιο βιβλίο!
Ψάχνει με το κινητό, στο διαδίκτυο, τον Βιτόριο Γκάσμαν και μου δείχνει μια εικόνα του.
– Αυτός είναι ο ηθοποιός που λέτε; Δεν τον έχουμε ξανακούσει ποτέ, τόσο καλός ήταν;
– Ναι, αυτός ήταν, φοβερός ηθοποιός κι αν σας αρέσει το παλιό σινεμά, θα βρείτε πολύ καλές ταινίες που έχει παίξει, ιταλικές κατά βάση.
Ένα από τα καλά που σου συμβαίνει, όταν αγαπάς τα βιβλία και συναντήσεις ανθρώπους που τα αγαπούν το ίδιο, είναι ότι μπορείς να γνωρίσεις νέες εμπειρίες, που δεν τις είχες φανταστεί ποτέ.
Ο βιβλιοθηκάριος, στη δημοτική βιβλιοθήκη στο νησί, το καλοκαίρι του 1992, με αφορμή την προβολή της ταινίας “Αρωμα γυναίκας”, στον θερινό κινηματογράφο, μου μίλησε για το ιταλικό βιβλίο που διασκεύασαν οι Αμερικάνοι και με ρώτησε αν γνωρίζω ιταλικά, ώστε να το δανειστώ για να το διαβάσω. Ναι, η βιβλιοθήκη στο νησί είχε πολλά ιταλικά βιβλία, αλλά εγώ δυστυχώς δεν γνώριζα τη γλώσσα, οπότε δανειζόμουν μονάχα ελληνικά, άντε και κανένα αγγλικό. Προσφέρθηκε, όταν θα είχα χρόνο, να μου διαβάσει κάποια αποσπάσματα, καθώς ήταν από τα πολύ αγαπημένα του και μου σύστησε να δω την ιταλική ταινία του ’74. Την ταινία την είδα, 3 χρόνια αργότερα, την ανάγνωση όμως δεν καταφέραμε να τη συντονίσουμε… δεν ξέρω αν κυκλοφόρησε ποτέ στη γλώσσα μας, να το αναζητήσω.
Έτσι λοιπόν, όταν πρωτάκουσα πως η θεατρική διασκευή του εν λόγω βιβλίου θα παρουσιαζόταν τη φετινή θεατρική περίοδο, σημείωσα ένα μεγάλο οπωσδήποτε στην ατζέντα μου. Η ιστορία του έργου έχει να κάνει με τη σχέση που δημιουργείται ανάμεσα σε έναν απόστρατο αξιωματικό, που έχει μείνει τυφλός από κάποιο ατύχημα, και την ορντινάτσα του, έναν νεαρό στρατιώτη που παίρνει εντολή από τον διοικήτη του, να συνοδεύσει, σε ένα ταξίδι από το Τορίνο στη Νάπολη, τον απόστρατο αξιωματικό.
Ο Τζιοβάνι είναι ένας σεμνός νεαρός, που θέλει να σπουδάσει οικονομικά, μόλις τελειώσει το στρατιωτικό του. Παίρνει την εντολή να φύγει από το στρατόπεδο και να γίνει για λίγες μέρες βοηθός σε έναν συνταξιούχο αξιωματικό και συγκεκριμένα να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι. Ερχόμενος στο σπίτι του, θα συναντήσει την ηλικιωμένη θεία του, η οποία θα θελήσει να τον προϊδεάσει για τον ανηψιό της και τις τυχόν δυσκολίες που θα έχει η συναστροφή μαζί του. Βρίσκει κάπως υπερβολικά όσα ακούει, μέχρι που συναντα για πρώτη φορά τον Φάουστο. Είναι τελείως αντίθετος από τον ίδιο – εξωστρεφής, φωνακλάς, με τεράστια αυτοπεποίθηση και του γνωστοποιεί πως, για όσο θα είναι μαζί, το νέο του όνομα είναι Τσίτσο!
Οι δυο τους θα ξεκίνησουν ένα ταξίδι με το τρένο στην ιταλική ενδοχώρα, με ενδιάμεσες στάσεις μέχρι τον τελικό προοροσισμό, τη Νάπολη. Στο ξεκίνημά του, ο νεαρός Τζιοβάνι θα δυσκολευτεί αρκετά, αλλά δεν θα το βάλει στα πόδια, όταν το προτείνει ο Φαούστο· θα μείνει δίπλα του και σταδιακά θα τον γνωρίσει καλύτερα, θα γοητευτεί από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τη ζωή και την αδυναμία του να δει, μέχρι που θα φτάσουν στον προορισμό τους. Εκεί, θα δει ένα άλλο πρόσωπο του ανθρώπου που συνοδεύει, πιο ανθρώπινο και λιγότερο κυνικό, και θα γίνει μάρτυρας σε αυτό που ήταν εξαρχής ο σκοπός του ταξιδιού, αντιλαμβανόμενος ακόμα καλύτερα τι είδους άνθρωπος είναι ο τυφλός αξιωματικός που πέρασε τόσον καιρό μαζί του. Και ο Φαούστο, όμως, που έχει εκτιμήσει την ακεραιότητα και τον χαρακτήρα του νεαρού, αλλάζοντας σταδιακά τη συμπεριφορά του απέναντί του, θα νιώσει πως στο πρόσωπό του έχει αποκτήσει έναν πραγματικό νέο φίλο.
Είναι μια γλυκόπικρη ιστορία, δύο ανθρώπων που ξεκινούν μια κοινή διαδρομή ως ξένοι και καταλήγουν δεμένοι με κάτι ουσιαστικό και βαθύ. Στην εξέλιξη της ιστορίας, το δίπολο φως – σκοτάδι αλλάζει τακτικά ως προς τα πρόσωπα που το αντιπροσωπεύουν. Στην αρχή, διαπιστώνουμε πως ο βιολογικά τυφλός Φαούστο, βλέπει, γεύεται, μυρίζει με τον τρόπο του, δηλαδή λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός, σε αντίθεση με τον οργανικά λειτουργικό Τζιοβάνι, που βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι σε αρκετά θέματα περί ζωής. Στην συνέχεια, όμως, αλλάζουν οι ρόλοι και ο νεαρός στρατιώτης βλέπει αυτό που πεισματικά ο μεγαλύτερός του αξιωματικός αρνείται να αποδεχτεί, ότι μπορεί κάποιος να αγαπήσει κάποιον, όπως ακριβώς είναι, χωρίς να αισθάνεται πως κάνει αγγαρεία ή πως η πράξη του είναι μια μορφή ελεημοσύνης…
Ο Άκης Σακελλαρίου, στον ρόλο του Φάουστο, είναι υπέροχος! Σε μια από τις πλέον ολοκληρωμένες ερμηνείες του, παρουσιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα του ήρωά του με άνεση – συστήνεται ως γυναικάς, αυθάδης, δύστροπος, οξύθυμος και ξερόλας, για να παρουσιάσει μετά μια έμφυτη ευγένεια και καλοσύνη, όσο γνωρίζει καλύτερα τον συνοδό του, και να καταλήξει να παραδεχτεί τη μοναχικότητά του, διαπιστώνοντας εν τέλει πως ίσως ήρθε η στιγμή να αποχωριστεί την “πανοπλία” του και να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό, που τόσον καιρό απέφευγε, γιατί πιθανόν το φοβόταν.
Ο Προκόπης Αγαθοκλέους ερμηνεύει τον Τζιοβάνι, με αφετηρία έναν άτολμο και συνεσταλμένο νεαρό άνδρα, που, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, συλλέγει εμπειρίες και μεταμορφώνεται σε έναν συνειδητοποιημένο ενήλικα, που αφήνει την ιδιότητα του παρατηρητή και επιλέγει να εμπλέκεται και να επηρεάζει τις καταστάσεις. Παράλληλα, είναι ο αφηγητής της ιστορίας και το κάνει τόσο μοναδικά, που μου θύμισε τους “μεγάλους” που μου αφηγούνταν παραμύθια, όταν ήμουν μικρός.
Η Μαριάννα Πουρέγκα, ως Σάρα, δίνει μια ερμηνεία γεμάτη ευαισθησία και ευθραυστότητα. Είναι ο άνθρωπος που βλέπει την ψυχή του Φάουστο πίσω από τη “βιτρίνα” και δεν σταματά ποτέ να προσπαθεί να τον πείσει πως δεν πρόκειται να της γίνει βάρος, λόγω της τυφλότητάς του, αφού η ίδια το γνωρίζει καλά και έχει κάνει τη συνειδητή επιλογή της.
Η Ξένια Καλογεροπούλου, στον ρόλο της θείας του Φάουστο, φέρνει στη σκηνή φυσικότητα και συγκίνηση.
Τους πρωταγωνιστές πλαισιώνει μια ομάδα ηθοποιών, αποτελούμενη από τους Δημήτρη Διακοσάββα, Γιώργο Τζαβάρα, Θησέα Παναγιώτου, Γεωργία Σωτηριανάκου, Σταύρια Νικολάου, Μαρία Καραγκιοζίδου και Ριχάρδο Αρώνη, που αναλαμάνουν να ενσαρκώσουν όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα της ιστορίας, με ιδιαίτερη επιτυχία.
Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης επέλεξε, στην πρώτη παρουσίαση του έργου στη χώρα μας, μια κινηματογραφικής λογικής σκηνοθεσία, εστιάζοντας στην εσωτερικότητα των χαρακτήρων, παρά στη δράση, παρουσιάζοντας εύγλωττα τα μηνύματα του βιβλίου – έναν ύμνο στη ζωή, τη φιλία, τον έρωτα και πρωτευόντως στην ανάγκη να επιλέγουμε εμείς τον τρόπο που θα γίνουν τα πράγματα, καθοδηγούμενοι από την καρδιά και όχι τη λογική.
Τα πολυμορφικά – λειτουργικά σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή, εξυπηρετούν το πλήθος των αλλαγών της παράστασης, ως προς τα πεδία δράσης, τα ρομαντικά κοστούμια της Ελίνας Δράκου ενισχύουν το ιταλικό “άρωμα”, η μουσική από τον Γιώργο Χριστιανάκη, οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα, μαζί με τις χορογραφίες από τη Δήμητρα Μερτζάνη, ολοκληρώνουν την αισθητική πληρότητα που αφήνει πλήρως ικανοποιημένο τον θεατή.
Το «Άρωμα γυναίκας» στο Θέατρο Βρετάνια είναι μια παράσταση που εύκολα κάποιος χαρακτηρίζει ως μια στιγμή καλού θεάτρου. Πετυχαίνει να μας ταξιδέψει στην ιταλική ενδοχώρα, να γνωρίσουμε δύο ξεχωριστούς ανθρώπους, που η μοίρα τους έδεσε με μια αληθινή φιλία και να μας υπενθυμίσει πως η ομορφιά δεν βρίσκεται πάντα σε ό,τι βλέπουμε, αλλά σε ό,τι αφήνουμε να μας αγγίξει…
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2025
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv