play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση “Αρίστος” στο Δημοτικό Θέατρο Κορυδαλλού “Θανάσης Βέγγος”

today21 Σεπτεμβρίου, 2021

Φόντο
share close

Το ευτυχές έτος 2008, έγινα μέλος σε μια διαδικτυακή κοινότητα, που ήταν πολύ δραστήρια με εκδηλώσεις, διοργανώσεις εκδρομών, τουρνουά ποδοσφαίρου 5Χ5 και άλλα ωραία. Το ενδιαφέρον σε τέτοιες συναθροίσεις είναι πως συναντάς ανθρώπους από διάφορα μέρη και σίγουρα διαφορετικής κουλτούρας και ηλικίας από τη δική σου – εγώ είχα τη χαρά να συναντήσω τον Νίκο (έναν άνθρωπο 20 χρόνια μεγαλύτερό μου, 33 εγώ, 54 εκείνος), που υπέγραφε με το ψευδώνυμο Peacemaker και ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Σε μια εκδρομή μιας παρέας από την Αθήνα, συναντηθήκαμε κι από κοντά και αναπτύξαμε μια πολύ ζωντανή σχέση, πέρα από τις οθόνες και τα πληκτρολόγια. Στις συζητήσεις μας, ο Νίκος μού έλεγε συχνά για τη “σκοτεινή” και “δυσώδη” ιστορία, παλιότερων ετών της πόλης, που ο ίδιος, ως νεαρό αγόρι, έζησε και δεν μπορεί να ξεχάσει…

Ένα από τα αφηγήματά του, ήταν ο “Δράκος του Σέιχ Σου” και το πώς δημιούργησαν τότε έναν βολικό ένοχο, που χρησίμευσε και ως προπέτασμα για να φύγει η προσοχή των πολλών από ένα ακόμη έγκλημα, τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Στα χρόνια που ακολούθησαν, όποτε μου δόθηκε η ευκαιρία, είτε μέσω αρθρογραφίας είτε μέσω εκπομπών, παρακολουθούσα οτιδήποτε σχετικό με την υπόθεση του Αριστείδη Παγκρατίδη. Όταν μάλιστα έγινε θεατρικό έργο, το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη “Ο γύρος του θανάτου”, είπα “θα προγραμματίσω να το δω”. 

Κάτι τα ανάποδα προγράμματά μου, κάτι η πανδημία, η παράσταση έμενε σημειωμένη στο μπλοκάκι, για το δεύτερο μισό της φετινής σεζόν, που θα επαναληφθεί στο θέατρο Πορεία. Δοθείσης, όμως, ευκαιρίας, αποφασίσαμε να τη δούμε στο όμορφο ανοιχτό θέατρο στον Κορυδαλλό. Κόσμος αρκετός, ετερόκλητος (θεατρόφατσες, αλλά κι εκείνοι που μάθανε τηλεοπτικά τους πρωταγωνιστές, συν αυτούς που είχαν ακούσει κάτι, κτλ.). Βγαίνουν οι ηθοποιοί να ετοιμάσουν κάποιες λεπτομέρειες, πριν ξεκινήσουν, και πέφτει σιγή. “Μπορείτε να μιλάτε, δεν ξεκινήσαμε ακόμη”, μας ενημέρωσε με χαμόγελο ο Γιάννης Λεάκος! Αλλά δεν τον άκουσε κανεις (εξαιρείται το άτομο, δύο σειρές πίσω μας, που μασούλαγε πατατάκια, ακόμη και 5 λεπτά μετά που ξεκίνησε η παράσταση…).

Τρεις ηθοποιοί επί σκηνής, ένα τραπέζι με τους κλασικούς φακέλους που συναντάς στις δημόσιες υπηρεσίες (αυτούς τους μπλε με τα κορδονάκια), αριστερά δύο μουσικοί και ένα πάγκος με μια σκάφη, δεξιά ένας χαμηλός πάγκος με διάφορα μικροαντικείμενα. Μόνο αυτό, τίποτα περισσότερο. Εννιά πρόσωπα, που συσχετίζονταν με τον “Αρίστο”, πέρασαν μπροστά από τα μάτια μας, μαζί με τον ίδιο, και μοιράστηκαν όσα πίστευαν και σκιαγράφησαν τη Θεσσαλονίκη των δεκαετιών ’50 και ’60. 

Ήταν η ίδια πόλη που κάποτε μου είχε περιγράψει ο Νίκος… από τη μία οι δοσίλογοι και τα τσιράκια των κατακτητών, μαζί με όσους είχε “επιστρατεύσει” η κεντρική εξουσία, ως συνεργάτες της χωροφυλακής (φτωχοί οι περισσότεροι, που αποδέχτηκαν τον ρόλο του χαφιέ ή της βοηθητικής χείρας του παρακράτους, με αντάλλαγμα μια άδεια περιπτέρου, λόγω αναπηρίας πολέμου, ή μια άλλη για τρίκυκλο, για την εκτέλεση παντός είδους μεταφορών) και οι αστοί, που είχαν την οικονομική άνεση. Απέναντι σε όλους αυτούς υπήρχαν οι φτωχοδιάβολοι, που ζουν σε παράγκες, που δούλευαν στις πιο “ταπεινές” δουλειές για ένα κομμάτι ψωμί και το “λούμπεν” στοιχείο της πόλης, λιμενεργάτες, χασικλίδες, ομοφυλόφιλοι, τραβεστί, αρσενικοί που ψώνιζαν μικρά αγόρια και άλλα τέτοια στοιχεία.

Ο Αρίστος είχε τη δυστυχία να γεννηθεί σε μια οικογένεια, που είδε τον πατέρα να δολοφονείται εν μέσω εμφυλίου, μέσα στο σπίτι του, και τον φονιά να κυκλοφορεί σαν να μην έγινε τίποτα… είχε μια μάνα πλύστρα, που δεν είχε χρόνο να φροντίσει τα τρία παιδιά της κι έτσι έδιωξε τα δύο πιο μεγάλα στην Αθήνα, στους συγγενείς της, και κράτησε κοντά το μικρότερο… αυτό το παιδί που, όπως μας διηγήθηκε ο φίλος του, δεν “έπαιρνε” τα γράμματα, το έσκαγε από το σχολείο και σύχναζε με τα άλλα χαμίνια στο Σέιχ Σου και ονειρεύοταν με ένα ποδήλατο να ξεφύγει από την πόλη αυτή και να βρεθεί στην Αθήνα. Ήταν αυτό το παιδί που η ίδια του η μάνα ζήτησε να το κλείσουν στο αναμορφωτήριο της Κέρκυρας, ως τελευταία ελπίδα, μπας και το σώσει…

Ο μικρός της ιστορίας μεγάλωσε στους δρόμους, έμαθε να κλέβει για να φάει κάτι που λαχταρούσε, αλλά δεν είχε λεφτά να αγοράσει, έδινε αίμα για να αγοράσει μια τυρόπιτα και, στην τρυφερή ηλικία των δέκα ετών, ο Μαμουνάς, γνωστός παιδόφιλος, τον έβαλε στα δίχτυα της αντρικής πορνείας. Ακολούθησε η “εμπειρία” με τα ναρκωτικά και το πέρασμα από κάθε δουλειά του ποδαριού. Πέρα από όλα αυτά, οι περισσότεροι πίστευαν πως ήταν ένα καλό παιδί, που πήρε τον στραβό δρόμο και αποφάσισε να τον βαδίσει, πιστεύοντας πως δεν έχει εναλλακτική, και που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να σκοτώσει ούτε μύγα.

Η αντιπαραβολή αυτών, οι ψευδομάρτυρες στη δίκη, τα στοιχεία που ποτέ δεν ελέγχθηκαν, η προειλημμένη απόφαση και οι “στημένοι” δικαστές, οι ρουφιάνοι και οι “καθωσπρέπει” πολίτες, που η παρουσία αυτών των στοιχείων λέρωνε την αισθητική τους… και φτωχός και αμόρφωτος και σαν “έτοιμος από καιρό”, ο Αρίστος ήρθε σαν θείο δώρο στα χέρια αυτών που έψαχναν να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη.

Ο Γιάννης Λεάκος ερμηνεύει στην παράσταση τον παιδικό φίλο του Αρίστου, τον χαφιέ – περιπτερά, Παγουρά, τον συμβολαιογράφο – γείτονα με την αρχαΐζουσα ομιλία (ο τυπικός νοικοκυραίος), τον Χαλεπλή – ιδιοκτήτη του “Γύρου του θανάτου” (εκεί που δούλευε ένα φεγγάρι ο Αρίστος) και τέλος τον ίδιο τον ήρωα, όταν δίνει απάντηση στο ερώτημα “τι είπε ο Αρίστος;”. Εξαιρετικός και βαθύτατα εκφραστικός, άλλαζε με χαρακτηριστική ευκολία τις περσόνες, πετυχαίνοντας, αναλόγως του ρόλου, να μας δημιουργήσει πληθώρα συναισθημάτων.

Ο Ιωάννης Αθανασόπουλος ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Συνολικά πιο αέρινος σε σχέση με τον Γιάννη Λεάκο, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε, να δώσει δύο ερμηνείες σε καθεστωτικούς ήρωες, τον χωροφύλακα με τις δημοκρατικές απόψεις, που μας εισάγει στον κόσμο του παρακράτους, και τον εκμαυλιστή Μαμουνά. Είναι, όμως, και η τραβεστί Λολό, θαμώνας της “Πεθεράς” (κοσμική ταβέρνα της εποχής, που ήταν στέκι των ομοφυλόφιλων και όσων έκαναν “διπλή ζωή”), που για λίγο καιρό έκανε παρέα με τον Αρίστο, μια σχέση που έβρισκαν παρηγορία δύο πολύ πληγωμένοι άνθρωποι. Με τα καλλιαρντά της (πόσα χρόνια είχα να ακουσω και πόσο το χάρηκα – τα μεταφράζει η Φιλαρέτη Κομνηνού, για να καταλαβαίνουν όλοι τι λέγεται) και απόλυτα κοινωνικοποιημένη, ξεσκεπάζει όλη την υποκρισία της κοινωνίας και, με τον χαρακτήρα της, δείχνει ότι πίσω από την εικόνα υπάρχει κι αυτό που λέμε ψυχή! Ίσως από τους καλύτερους ρόλους που έχω δει επί σκηνής τα τελευταία χρόνια!

Η Φιλαρέτη Κομνηνού ενσαρκώνει δύο γυναίκες της ζωής του Αρίστου. Τη μάνα του, που είναι ο πλέον συντετριμμένος άνθρωπος στον κόσμο, αφού συνεχώς τη βασανίζει το ερώτημα, για το τι έκανε η ίδια λάθος και πέθανε με αυτόν τον τρόπο το παιδί. Ο πόνος και η γνώση της ευθύνης αποτυπώνονται με γλώσσα και εκφράσεις, που μεγεθύνουν την τραγικότητα αυτής της γυναίκας… “Δεν το πρόσεξα το παιδί”, μονολογεί, και κάτι σε χαράζει εκείνη την ώρα μέσα σου. Είναι και η Σύλβα, τραγουδίστρια στα “δεύτερα” μαγαζιά της πόλης. Έξω καρδιά τύπος, “δεν έκανα παιδιά, γι’αυτό μου αρέσουν οι μικροί”, θα μας εξομολογηθεί, θα μπλέξει σε ένα μικρό ειδύλλιο με τον Αρίστο, ένα άμοιρο από την γέννησή του πλάσμα, όπως τον χαρακτηρίζει. Ξέρει τον κόσμο απέξω κι ανακατωτά, πρωταγωνίστρια της ζωής, με όπλο τη θηλυκότητα και το μπρίο της, κρύβει πίσω από αυτά τον δικό της πόνο για όλους αυτούς που γνώρισε κατά καιρούς και χάθηκαν άδοξα, υπακούοντας σε μια σκληρή μοίρα… Απλά συγκλονιστική και στις δύο εκδοχές, γέμιζε με την παρουσία και τον λόγο της τη σκηνή.

Η διασκευή της Θεοδώρας Καπράλου και του Γιώργου Παπαγεωργίου (που έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία) είναι πραγματικά άξια θαυμασμού, γιατί πήραν ένα βιβλίο και το μετέτρεψαν σε θεατρικό κείμενο και όταν το δει κάποιος που το έχει διαβάσει, προσπαθεί να συνειδητοποιήσει πώς κατάφεραν, σε σχεδόν 80 λεπτα δραματουργίας, να δώσουν την αίσθηση ότι δεν λείπει τίποτα. Σε αυτό βοηθάει πολύ η σκηνοθετική γραμμή, που αποφεύγει τεχνηέντως να δώσει καλούς ή κακούς ήρωες, αλλά παρουσιάζει την αλήθεια του καθενός, αφήνοντας το κοινό να είναι ο τελικός κριτής (αν συμφωνεί πως ήταν μια άδικη απόφαση ή ορθώς ο Παγκρατίδης καταδικάστηκε). Η επιλογή να μην υπάρχουν κορώνες συναισθηματισμού ή υπερβολικές φωνές, αλλά όλα τα συναισθήματα να αποδίδονται μέσα από τον λόγο, την κίνηση και την έκφραση, μας άρεσε πάρα πολύ, όπως επίσης και η “υπόγεια” αντιπαραβολή αλήθειας-ψέματος, που υπάρχει αρκετά στην παράσταση.

Υπέροχο το λιτό και λειτουργικό σκηνικό της Κατερίνας Αριανούτσου, που επιμελήθηκε και τα ρούχα των ηθοποιών (μία από τις ελάχιστες φορές που δεν ενόχλησε το απόλυτο μαύρο, τουναντίον το βρήκα πολύ έξυπνο), ωραίοι οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου και πολύ ταιριαστή η μουσική επένδυση από τον Γιώργο Δούσο, που ήταν και επί σκηνής (συνεπικουρούμενος εκείνη τη βραδιά από το σκηνοθέτη, Γιώργο Παπαγεωργίου).

Έχω ιδίαν άποψη για τα γεγονότα που περιγράφει η παράσταση, που έχει προκύψει από όσα έχω διαβάσει και δει σε προηγούμενο χρόνο. Όσα είδα, μου ζωντανέψαν αυτά που είχα ακούσει από τον φίλο μου και είχα διαβάσει σε άλλες πηγές και αισθάνομαι πολύ ολοκληρωμένος, καθώς, μετά από αυτήν την παράσταση, έχει σφραγίσει μέσα μου η αλήθεια για το τι πραγματικά συνέβη… Από τις πιο ολοκληρωμένες θεατρικές παραστάσεις που είχα την τιμή να παρακολουθήσω, σίγουρα θα προγραμματίσω, αν μου δοθεί η δυνατότητα, να τη δω και σε κλειστό χώρο, που όλη η ατμόσφαιρά της δεν θα έχει να αντιμετωπίσει όσα συμβαίνουν σε ένα ανοιχτό θέατρο. 

Υ.Γ. Καλώς ή κακώς, η άνθηση της δραματουργίας, στην ελληνική τηλεόραση, γνώρισε σε αρκετό κόσμο ηθοποιούς που ίσως δεν γνώριζαν και γι’αυτό τον λόγο σπεύδουν να τους δουν και στο θέατρο. Ας κατανοήσουν ορισμένοι εξ αυτών, πως το θέατρο δεν είναι το σαλόνι του σπιτιού τους, πως δεν θα παρακολουθήσουν απαραίτητα τον χαρακτήρα που βλέπουν στην τηλεόραση κι ας διαβάζουν (εφόσον γνωρίζουν ανάγνωση) τι είναι αυτο που θα δούνε, ώστε να ξέρουν που έρχονται….

Υ.Γ. 2. Πολλά μπράβο στους υπεύθυνους του δημοτικού θεάτρου στον Κορυδαλλό, που δεν επιτρέπουν μέσα στον χώρο το κάπνισμα (έχουμε υποφέρει φέτος αρκετά απο διάφορους θεριακλήδες, σε όλα τα υπόλοιπα καλοκαιρινά θέατρα)!

Περισσότερα εδώ.

Theodore a.k.a. Evil Chef, Σεπτέμβριος 2021

Συντάχθηκε από: Sin Radio