play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Αξύριστα πηγούνια’ στο Από Μηχανής Θέατρο

today7 Ιανουαρίου, 2020

Φόντο
share close

Η ντισκομπάλα, μπαίνοντας στην αίθουσα, μου τραβάει την προσοχή.

– Να πάρουμε και στο στούντιο μία, θα ‘χει γούστο, λέω στο κορίτσι.

– Θέλετε, όμως, και προβολάκι να τη φωτίζει, μου απαντάει. 

– Ναι, αλλά θα είχε γούστο· ίσως το δούμε στο μέλλον.

Κλείνει το φως και, στα λαμπυρίσματα της ντισκομπάλας, αχνοφαίνεται μια γυναικεία φιγούρα. Στα ηχεία Sevdaliza και ‘Human’. Στο μυαλό έρχεται η σύντροφος του ξαδέλφου μου, που γνωρίστηκαν σε ένα αντίστοιχο μαγαζί, όταν εκείνος δούλευε εκεί ως DJ και εκείνη ως αισθησιακή χορεύτρια. Το νούμερο τελειώνει, το κορίτσι φεύγει πίσω από την κουρτίνα, η οποία ανοίγει και τότε…

…δεν βλέπω τα παρασκήνια του μαγαζιού, αλλά την αίθουσα υποδοχής ενός νεκροτομείου. Και σε ένα φορείο στο βάθος, το κορίτσι που πριν λίγο χόρευε μπροστά στην κουρτίνα! Τι έγινε, ρε παιδιά; Τι επεισόδιο χάσαμε; 

Στο γραφείο, ο υπεύθυνος του χώρου, κλασικός δημόσιος υπάλληλος, ψυχρός επαγγελματίας, συμπληρώνει ατάραχος τα χαρτιά για όσους έχουν έρθει μέχρι στιγμής. Λίγο πιο πέρα, ο υπεύθυνος για την ετοιμασία τους, για την ιατροδικαστική εξέταση, κοιτάει το φορείο με το γυμνό κορίτσι. Πρεπει να την πάρει και να την ετοιμάσει για το ψυγείο, αλλά δεν το κάνει. Ο προϊστάμενός του το ζητάει επιτακτικά – δε φτάνει που τον καλύπτει στις αργοπορίες του κάθε τρεις και λίγο, θα του πάει και κόντρα τώρα; Μια χαρά συνεργάζονται 15 χρόνια τώρα, δεν θα χαλάσει η σχέση τους απόψε. Η νεκρή θα πάει πίσω, θα ετοιμαστεί, θα συμπληρωθεί η αναφορά και τέλος. Αλλά τι είναι αυτό που εμποδίζει και αποσυντονίζει τον φροντιστή; Τι συμβαίνει με τη νεαρή γυμνή γυναίκα στο φορείο;

Ο διακομιστής του πάνω ορόφου – το νεκροτομείο βρίσκεται σε υπόγειο χώρο – φέρνει ένα ακόμη σώμα και ζητάει να αδειάζουν τα φορεία γιατί τα χρειάζονται πάνω. Είναι η σπίθα που χρειάζεται για να βγει μπροστά η κόντρα που υποβόσκει με τους δύο του νεκροτομείου. Είναι φανερό ότι κάτι συμβαίνει και υπάρχει ένταση – απαξία από τον νέο νοσοκόμο στους δύο φροντιστές των νεκρών. Για ποιο λόγο όμως; Πώς συνδέεται κι αυτός με το πτώμα της κοπέλας; Υπάρχει κάποιος δεσμός ανάμεσα στους τέσσερις;

Όταν τα πράγματα ηρεμήσουν, μαθαίνουμε πως, εκτός επαγγελματική-συναδελφική σχέση, οι δύο του υπογείου, διατηρούν και μια φιλική, με κοινές διακοπές και εξόδους και άλλα πολλά που συμβαίνουν μεταξύ φίλων. Ο προϊστάμενος φροντίζει τον νοσοκόμο, που πλένει και φροντίζει τα άψυχα σώματα, τόσο επαγγελματικά όσο και προσωπικά. Του παραστέκεται και τον βοηθάει όπου τον έχει ανάγκη, δίνοντάς μας μια εικόνα πολύ καλή για τον χαρακτήρα του. Ο φροντιστής, αντιθέτως, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, για να φέρει σε δύσκολη θέση τον προϊστάμενό του στα μάτια των ανωτέρων τους, δημιουργώντας στο στόμα μας κάτι που έχει τη γεύση της αχαριστίας… Οι επόμενοι έντονοι διάλογοί τους θα μας επιβεβαιώσουν ότι πρόκειται για ένα συγκλονιστικά ανεύθυνο άτομο, που δεν εκτιμάει τίποτα από όσα του προσφέρονται και που δεν είναι και το πλέον εύστροφο ον του πλανήτη, επιπλέον.

Κι ενώ είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι για τους ρόλους των δύο και τη μεταξύ τους σχέση, μια ακόμη παρέμβαση του νεότερου συναδέλφου τους στα όσα ισχυρίζεται ο προϊστάμενος – την ώρα που ο φροντιστής καθαρίζει το σώμα του κοριτσιού – με ντοκουμέντα και αποδείξεις, έρχεται και ανατρέπει όλα όσα είχαμε κατασκευάσει στο κεφάλι μας και βάζει νέα δεδομένα, αποκαλύπτοντας όλα τα μυστικά που βρίσκονται κρυμμένα πίσω από τα χτυπήματα στην πλάτη και τα δανεικά και την όμορφη σχέση αυτών των 15 ετών. Ο προϊστάμενος θεωρούσε ότι έχει λόγο και δικαιώματα σε οτιδήποτε περιελάμβανε η ζωή του “φίλου” του, στα αντικείμενα, μα περισσότερο στα έμψυχα… ειδικά σε αυτά που αρνούνταν να αναγνωρίσουν την “ανωτερότητά” του και να του ικανοποιήσουν τις διαθέσεις του… Αυτές οι πράξεις οδήγησαν αυτήν την ιστορία σε τούτη την κατάληξη. Ο αποκαθηλωμένος ήρωας συνεχίζει να υποδύεται τον υπερασπιστή στον “φίλο” του, εκμεταλλευόμενος την άγνοιά του για όσα ακούσαμε όλοι οι υπόλοιποι πριν και παρουσιάζοντας τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά πώς τον βολεύει. Το πνεύμα του νεαρού κοριτσιού, που παρουσιάζεται στον χώρο λίγο πριν το ξημέρωμα, έρχεται να επιβεβαιώσει τις αλήθειες που γνωρίζουμε εμείς και αγνοεί ο φροντιστής, μεγεθύνοντας όλα αυτά που νιώθουμε και πιστεύουμε για τους τρεις άνδρες που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνδέονται μαζί της, τώρα ως πτώμα και πριν ως ζωντανό οργανισμό…

Παρακμιακές καταστάσεις, σε έναν δύσκολο εργασιακό χώρο, με ανθρώπους που έγιναν σκληροί γιατί αυτό έπρεπε να γίνει· που παίρνουν θεόρατες διαστάσεις, όταν αποκαλύπτονται όλα και βλέπουμε ότι η υποκρισία και η βρωμιά φωλιάζουν εκεί που ίσως δεν το περιμένεις. Τρεις άνδρες που συνδέονται μεταξύ τους με έναν δεσμό που αγνοούν οι δύο, τουλάχιστον, εξ αυτών και ο τρίτος να μας προβληματίζει για τα κίνητρα και τις προθέσεις του. Γλώσσα σκληρή, μα και αληθινή ταυτόχρονα, γιατί πώς αλλιώς μπορεί να αποδωθεί η αλήθεια; Και στη συνείδηση του κοινού, μόλις ανοίξουν τα φώτα, δύσκολα θα βρεις δικαιολογίες και προσπάθεια υποστήριξης κάποιου… είναι όλοι τους ένοχοι… Μια διαδρομή μιας νύχτας, που το ξημέρωμά της είναι αλλιώτικο από τα προηγούμενα, καθώς όλα έχουν διαλυθεί και κανένας δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος…

Ένα καθαρόαιμο θρίλερ, ένα δράμα που σέβεται το κοινό του, χωρίς φανφάρες και εύκολες φόρμες εντυπωσιασμού, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Παλουμπής. Αιχμηρή, σε βαθμό που σε κόβει κάθετα και σε αναγκάζει να κοιτάξεις μεσα σου, να δεις τι, από όλη αυτή την σαπίλα, πιθανότατα σε ψήγματα να έχεις κάπου κρυμμένο. Αληθινή, γιατί δεν σου στρογγυλεύει τίποτα και σου πετάει στο πρόσωπο ματωμένες ερωτήσεις, που δε θέλεις ποτέ να απαντήσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι ποτέ δε σε ένοιαξε να μάθεις τι συμβαίνει σε ανθρώπους που ζουν δίπλα σου και επιβιώνουν σε πολύ σκληρές συνθήκες (έχεις έτοιμη και την καραμελίτσα ότι και καλά είναι “επιλογή” τους κι όποιος θέλει παλεύει να ξεφύγει) και στην τελική, καθένας είναι για την πάρτη του και επίσης ποιος μέχρι τώρα νοιάστηκε, πέρα από την οικογένειά σου, για σένα;

Με οδηγό το κείμενο του Γιάννη Τσίρου που, με κέντρο ένα κορίτσι, μετανάστρια από μια χώρα του πρώην ανατολικού μπλοκ, παρουσιάζει μια σειρά από θέματα, όπως μετανάστευση, σεξουαλική εκμετάλλευση, εμπόριο ανθρώπων, βία κατά των γυναικών, σε μια κοινωνία που τα δέχεται ως φυσιολογικά και ως επακόλουθα μιας εμπορικής κατάστασης, που ο πελάτης απαιτεί να υπάρξει το προϊόν εκείνο που θα του ικανοποιεί κάθε του όρεξη…

Εξαιρετικός ο σκηνικός χώρος του νεκροτομείου, με τις λάμπες φθορίου και το λευκό φως, τα λευκά πλακάκια, όλα που ταυτίζονται με το άσπρο των νεκρών, ψυχρός χώρος και απόκοσμος. Όλα δείχνουν τοσο αληθινά που έχεις την αίσθηση ότι δεν βλέπεις θέατρο, αλλά ότι είσαι όντως μπροστά σε έναν τέτοιο χώρο, σε κάποιο νοσοκομείο της πόλης. Σημαντική η συμβολή του φωτισμού, που έρχεται και αναδεικνύει όλο αυτό το περιβάλλον και, στο παιχνίδι με τις λάμπες που τρεμοσβήνουν, αβίαστοι οι συνειρμοί για το τέλος των πραγμάτων, όπως τα γνωρίζουν οι ήρωες, και τον πιθανό επιθανάτιο ρόγχο του μέρους αυτού καθαυτού. Τα κοστούμια της παράστασης, φροντισμένα στη λεπτομέρειά τους, και απόλυτα συμβατά με αυτό περιμέναμε να δούμε.

Ο Αντώνης Κρόμπας δίνει ρεσιτάλ ως προϊστάμενος με καθεστωτική νοοτροπία δημοσίου υπαλλήλου, είναι “άνετος”, έχει εξουσία, είναι “άνδρας” με όσα συνεπάγονται του ορισμού αυτού, δεν υπάρχει κανείς και τίποτα που θα του πει ‘ως εδώ’ και κλασικά έχει οχυρωθεί πίσω από την ψευτομαγκιά του και χρησιμοποιεί, ως μέσο προβολής της ανωτερότητάς του, την οικογένειά του που είναι το προσωπικό του αριστείο στη ζωή. Οι αδυναμίες και τα σκοτεινά σημεία της προσωπικότητάς του φωτίζονται αργά και σταθερά, δημιουργώντας ένα ανθρώπινο ράκος, που κάνει όλη τη διαδρομή με ρυθμό τρένου σε λούνα παρκ (από αργά μέχρι το ζενίθ που σε φέρνει σε κατάσταση να θες να ξεράσεις), την οποία μας παρουσίασε με μεγάλη πιστότητα! Κατάφερε να γίνει αντιπαθής σε όλους τους θεατές, πράγμα που το λες και επιτυχία.

Ο Ηλίας Βαλάσης είναι ένα άλλο “αρσενικό”, λιγότερο εξευγενισμένο από τον προϊστάμενο, με πιο αρχέγονα ένστικτα στο λογισμικό του, που έχει δεχτεί στωικά τη μοίρα του – θα είναι μια ζωή κατώτερος, αλκοολικός, φτωχομπινές, μίζερος, δεν θα τον αγαπήσει κανείς και θα χρειάζεται έναν προϊστάμενο-νταβατζή, για να τον κατευθύνει. Με όλα αυτά τα στοιχεία θα μπορούσε να γίνει συμπαθής, αλλά δεν τα καταφέρνει ούτε αυτός, αφού η αντιμετώπισή του στη γυναίκα που έχει δίπλα του και οι δρόμοι που την οδήγησε, όπως αποκαλύπτονται σταδιακά, τον κάνουν κι αυτόν ένοχο, αν και σε μια ενδεχόμενη κρίση, θα είχε ορισμένα απαλλακτικά, λόγω ελλειμματικής σκέψης. Ίσως η καλύτερη ερμηνεία της παράστασης, που αμφιταλαντεύτηκα πολύ μέχρι να καταλήξω, αν πρέπει να λυπηθώ τον ήρωά του ή να τον καταδικάσω κι εκείνον. Ένοχος.

Ο Στέλιος Δημόπουλος, στον ρόλο του νεαρού νοσοκόμου, που έχει μια ανθρώπινη πλευρά, κατά πως θέλει να καμώνεται, έχει έναν μικρότερο ρόλο, πλην όμως κομβικό. Είναι αυτός που γνωρίζει την αλήθεια, αλλά την κρατάει για τον εαυτό του. Μισεί και τους δύο της υπόγειας πτέρυγας για τον ίδιο λόγο, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες. Κατ’ ουσίαν τους φθονεί, γιατί μάλλον του στέρησαν κάτι που θα ήθελε για εκείνον. Εφευρίσκει μια “αλληλέγγυα” συμπεριφορά για να καμουφλάρει όσα πραγματικά σκέφτεται και ενώ έχει νωρίτερα την ευκαιρία να δώσει λύσεις, επιλέγει να συντρίψει, μόλις του δοθεί η ευκαιρία και τους δύο “εχθρούς” του. Αφού έχασε αυτός, να χάσουν όλοι… Πάρα πολύ καλός, στα γνωστά του υψηλά υποκριτικά μέτρα.

Η Μαρία – Νεφέλη Δούκα, στον μικρότερο ρόλο που την έχουμε δει μέχρι σήμερα, είναι εκείνο το κορίτσι που ανοίγει την παράσταση, χορεύοντας αισθησιακά προς τέρψιν των θαμώνων του μαγαζιού που εργάζεται. Έχει στο πρόσωπο όλη αυτήν την αηδία του ανθρώπου, που εξαναγκάζεται να κάνει κάτι για τα λεφτά. Μετά, γίνεται ένα άψυχο σώμα και τέλος ένα πνεύμα. Χαρακτηριστικό των μεταμορφώσεών της, η απορία που μου εξέφρασε η κυρία που καθόταν πίσω μου, μετά το τέλος της παράστασης:

-“Πού είναι η κοπελιά που χόρευε στην αρχή; Βγήκε;”

– “Η ίδια είναι με το κορίτσι με το φόρεμα, το πνεύμα.”

– “Μα είναι δυνατόν, πώς το έκανε αυτό;”

Αν φτιάξω μια λίστα, στο τέλος της χρονιάς, για τις σημαντικότερες παραστάσεις που είδα φέτος, τα ‘Αξύριστα Πηγούνια’ θα είναι σίγουρα ανάμεσα στο 2 και το 4 (το 1 το έχω κλείσει). Θέατρο αληθινό, με πολλά μηνύματα, που σου καρφώνονται στη συνείδηση, μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη παράσταση, που κάποια στιγμή, αν αφεθείς και ξεχάσεις πού βρίσκεσαι, θα πιστέψεις ότι βλέπεις στιγμιότυπο από την πραγματικότητα δίπλα σου. Μόνο που εδώ δεν έχεις όλα τα κερατιάτικα που σε κυνηγάνε κάθε μέρα και λειτουργούν σαν άλλοθι, και το ποτήρι με το κώνιο το πίνεις μέχρι τελικής σταγόνας. Δεν θα κάνει τον κόσμο καλύτερο, γιατί δεν είναι αυτή η αποστολή της ούτε καν ο σκοπός της, αλλά θα σου δείξει εύγλωττα ότι είσαι το ίδιο βουτηγμένος στα σκ@τ@ με τους φυσικούς αυτουργούς, γιατί γνωρίζεις και, με τον οποιοδήποτε τρόπο, γίνεσαι συμμέτοχος. Άλλωστε, οι ανάγκες και η ζήτηση διαμορφώνουν και τις παρεχόμενες υπηρεσίες και μάλλον στο μυαλό αρκετών, οι οποιες απώλειες, είναι δικαιολογημένες… όλα στο βωμό της δικής μας καλοπέρασης, της διασκεδασης, της μαγκιάς και του “εφέ” μας. Από τα έργα που τελειώνουν και απορείς, αν πρέπει να ντρέπεσαι για το ανθρώπινο είδος, για μερικούς λόγους επιπλέον, ή να φτύσεις στον καθρέφτη την υποκρισία σου, που ξορκίζεις, γράφοντας κείμενα για μια πολύ καλή παράσταση που είδες, με δυνατά μηνύματα για τη γυναίκα και την εκμετάλλευσή της και το σιχαμένο πρότυπο του κυρίαρχου αρσενικού…

Αν δεν την είδες μέχρι σήμερα και έχεις στομάχι που αντέχει, να πας! 

Περισσότερα εδώ.

Theodore a.k.a. Evil Chef, Ιανουάριος 2020

  

Συντάχθηκε από: Sin Radio