play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Αγάπη’ στο Θέατρο Τέχνης

today14 Μαρτίου, 2024

Φόντο
share close

Δεν συνηθίζουμε να μιλάμε για τον χρόνο που φεύγει και περνάει από πάνω μας, λες κι όλοι μας είμαστε αθάνατοι…

Η λεγόμενη τρίτη ηλικία πολύ συχνά μετατρέπει τους ανθρώπους σε “αόρατα” όντα για τον περίγυρό τους, σαν τα γερασμένα άλογα που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στον αγρό ή τον ιππόδρομο και τα εγκαταλείπουν να πεθάνουν (αν, ακόμη χειρότερα, δεν τα σκοτώσουν για να πουλήσουν το κρέας τους…).

Ευτυχώς, ακόμα εδώ στην Ελλάδα μας, τέτοια φαινόμενα δεν αποτελούν συχνό φαινόμενο και η φροντίδα των ηλικιωμένων από τους νεότερους, σε διάφορες μορφές (είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτων), είναι κάτι που όλοι μας έχουμε γνώση ή μέσα στις οικογένειές μας.

Συχνά, όμως, και οι ίδιοι οι μεγαλύτεροι δεν επιθυμούν να γίνουν “βάρος” ή “εμπόδιο” στις ζωές των νέων ανθρώπων και επιλέγουν, για όσο έχουν αντοχές, να αυτοεξυπηρετούνται. Το ζήτημα που προκύπτει, όταν αυτό βιολογικά δεν είναι εφικτό, συχνά γίνεται δύσκολο σταυρόλεξο για τους νεότερους, που καλούνται να διαχειριστούν μια εκ των πραγμάτων δύσκολη συνθήκη και πολλές φορές χωρίς τη βοήθεια κάποιων ειδικών, καθώς η υπερηφάνεια και το δέσιμο που έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους και με τον χώρο που είναι το σπίτι τους είναι ισχυρά…

Στο Υπόγειο του Θέατρου Τέχνης, παρακολουθήσαμε την παράσταση ‘Αγάπη’, που έγραψαν δύο νέες γυναίκες, η Σοφία Ευτυχιάδου και η Ελένη Ευθυμίου (που σκηνοθετεί το έργο), ορμώμενες από προσωπικές οικογενειακές ιστορίες.

Ένα ζευγάρι συνταξιούχων περνάει χαρούμενο τις μέρες του, φροντίζοντας τον κήπο του, οργανώνοντας συναντήσεις με φίλους και επισκέψεις σε χώρους πολιτισμού, ενώ από την καθημερινότητά τους δεν λείπουν νότες χαράς, που συνδυάζονται με ακούσματα της εποχής, πριν 50 σχεδόν χρόνια, όταν και πρωτοσυναντήθηκαν.

Είναι δύο ευτυχισμένοι άνθρωποι, που το όλον που ζουν, πολλαπλασιάζεται από την ύπαρξη της κόρης τους, που ζει στο εξωτερικό, όντας επιτυχημένη στον κλάδο της και της εγγονής τους, που υπεραγαπούν.

Τους βλέπουμε μέσα στο σπίτι τους, στα καθημερινά τους, στις συζητήσεις τους και σε όλα αυτά που κάνει ένα ζευγάρι που μοιράζεται έναν κοινό χώρο – έχουν γούστο, γιατί ο χρόνος που πέρασε δεν τους άλλαξε καθόλου τη διάθεση ούτε το πώς αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλο… με αγνή αγάπη.

Και ξαφνικά, στη διάρκεια της επίσκεψης της κόρης τους, ο διακόπτης γυρνάει… μια αλλαγή στην συμπεριφορά της μητέρας της, την προβληματίζει και έντρομη ζητάει μια εξήγηση από τον πατέρα της, φοβούμενη ότι αυτό που συνεβη είναι οιωνός κακών μαντάτων.

Και εκείνος, κινούμενος από το αίσθημα προστασίας για τη σύντροφό του, δεν αποκαλύπτει τίποτα για την κλιμακούμενη κατάστασή της και αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν, δικαιολογώντας τα πως είναι μια φυσιολογική κατάσταση, λόγω ηλικίας. Η διάγνωση είναι η χειρότερη δυνατή, άνοια.

Από εκείνη τη στιγμή, θα ξεκινήσει το δεύτερο μέρος του έργου, της ζωής ενός ζευγαριού, που ο ένας από τους δυο χρειάζεται πολύ φροντίδα και υπομονή, γιατί βρίσκεται σε μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση. Το τρίγωνο κόρη-γονείς δοκιμάζεται πολύ από την ασθένεια της μητέρας, αφού το παιδί αντιλαμβάνεται πως είναι πολύ δύσκολο για τους ηλικιωμένους να τα καταφέρουν χωρίς βοήθεια, ενώ ο πατέρας δεν θέλει να ακούσει πως μπορεί να υπάρξει κάποιος που μπορεί να φροντίσει, καλύτερα από τον ίδιο, τη διαρκώς καταρρέουσα σύζυγό του. Το κίνητρό του δεν είναι καθόλου εγωιστικό, αλλά πολύ αγνό και προέρχεται από την αγάπη που νιώθει για εκείνη.

Έτσι, γινόμαστε θεατές μιας συνθήκης, που η καθημερινότητα των δύο γίνεται αρκετά δύσκολη, αφού η ασθένεια καταβάλλει στο μέγιστο βαθμό τη γυναίκα και ο άνδρας της, αντιλαμβανόμενος ότι δεν έχει τη δύναμη ούτε τη γνώση για να της προσφέρει, ζητάει από την κόρη του και τον κόσμο “να μας ξεχάσουν όλοι κι εσύ, και να φύγουμε μαζί, όπως ζήσαμε τόσο καιρό πριν”, που ακούστηκε αρκετά τρομακτικό (και καθόλου ρομαντικό) στα αυτιά μου.

Η αξιοπρέπεια, η ευζωία, η φροντίδα του ανήμπορου παραμερίζονται στο όνομα μιας Αγάπης, που οδηγεί σε μια αναμενόμενη ολοκληρωτικά δραματική αυλαία την ιστορία των δύο ηλικιωμένων ηρώων.

Το έργο, στην αρχή του, μου θύμισε αρκετά την ομότιτλη ταινία του Μίκαελ Χάνεκε (2012, Χρυσός Φοίνικας στις Κάννες και Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας) και έχει αρκετά ομολογουμενώς κοινά στοιχεία (συνταξιούχοι καθηγητές οι ήρωες, κόρη στο εξωτερικό κ.τ.λ.), όμως στέκεται αυτόνομα ως οντότητα, θίγοντας πολλά θέματα και ξυπνώντας μια σειρά από προβληματισμούς.

Κοινωνικά, αν το δει κάποιος, θα εξοργιστεί από την ολοκληρωτική απουσία κοινωνικής μέριμνας για ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας (θα μου πεις, αυτή έχει εξαφανιστεί για σχεδόν για τα πάντα πλέον), που δεν έχουν κανέναν να ασχοληθεί μαζί τους, στην περίπτωση που δεν έχουν συγγενείς ή που οι δικοί τους βρίσκονται σε άλλον τόπο κατοικίας. Eπίσης, θα διαπιστώσει την παντελή άγνοια των περισσοτέρων από εμάς για το πώς οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε σε έναν άνθρωπο με τέτοιο πρόβλημα ή, ακόμη χειρότερα, πως δεν έχουμε ιδέα ποιο είναι το καλύτερο για τον νοσούντα – μια εξιδεικευμένη μονάδα φροντίδας ή το οικείο περιβάλλον;

Η παράσταση προτείνει “ρομαντικά” ότι λύση σε όλα είναι η Αγάπη, όμως στην καθημερινότητα δεν χωράνε τέτοιες συνθήκες. Αποδέχομαι και συντάσσομαι ολοκληρωτικά με την πρόταση για τη φροντίδα στο περιβάλλον που γνωρίζει κάποιος απ’ ότι σε ένα ίδρυμα, όμως με την κατάλληλη υποστήριξη και βοήθεια από κάποιον που έχει γνώση και θέληση να στάθει αρωγός. Εκεί είναι και η κάθετη διαφωνία μου με τον ανδρικό χαρακτήρα του έργου, που, λόγω μιας υπόσχεσης που έχει δώσει στη σύντροφό του να την προσέχει για πάντα, γίνεται δυστυχώς εκείνος που οδηγεί σε ένα πολύ κακό δρόμο τις εξελίξεις και δεν μπορώ να δεχτώ ως δικαιολογία πως όλα έγιναν από αγάπη – στα δικά μου μάτια, από ένα σημείο και μετά, υπάρχει εγωισμός και άρνηση της αλήθειας, γιατί όταν αγαπάς πραγματικά κάποιον, μπορείς να αντιληφθείς ότι οι δυνάμεις σου δεν φτάνουν για να τον ανακουφίσεις και αποδέχεσαι κάθε προσφερόμενη βοήθεια, ειδικά όταν έρχεται από το παιδί σου…

Ερμηνευτικά, ξεχωρίζει το ζευγάρι των δύο συντρόφων, η Μαριέττα Σγουρδαίου (Γεωργία) και ο Παντελής Παπαδόπουλος (Αντώνης), που τους βλέπουμε, στην κυριολεξία, μέσα στο σπίτι τους και δίνουν δύο εξαιρετικές ερμηνείες, ξεκινώντας από τις ευτυχισμένες μέρες και καταλήγοντας στις πολύ δύσκολες της ασθένειας και των συνεπακόλουθών της. Μας παρέσυραν στην ιστορία τους και σε αρκετά σημεία ξεχάσαμε πως παρακολουθούσαμε μια θεατρική παράσταση, νομίζοντας πως από έναν γυάλινο τοίχο βλέπουμε δύο γείτονες που, ενώ θέλουμε να φωνάξουμε ή να τους βοήθησουμε, δεν μπορούμε…

Η Κωνσταντίνα Τάκαλου, στον κομβικό ρόλο της κόρης, μετάδωσε επιτυχώς όλα τα συναισθήματα του παιδιού, που αντιλαμβάνεται μια κατάσταση και δεν μπορεί, για ειδικές συνθήκες, να κάνει κάτι παραπάνω, κάνοντάς μας να ταυτιστούμε αρκετά με τις αγωνίες της. Η Γιώτα Κουιτζόγλου και ο Μάρκος Κώτσιας (παίζει και πιάνο στην παράσταση), λειτούργησαν συμπληρωματικά στα περάσματά τους, συμβάλλοντας στην όμορφη εξέλιξη του έργου.

Σκηνοθετικά, η Ελένη Ευθυμίου μάς προκάλεσε πολλά και έντονα συναισθήματα με την αναπαράσταση του κειμένου – δεν είναι συχνό το φαινόμενο να σκεφτόμαστε μέρες μετά, αυτό που παρακολουθήσαμε, και να ανοίγουμε νέες συζητήσεις, για τη θεματολογία μιας παράστασης. Πέτυχε τον στόχο της, να μιλήσει για το δικό της βίωμα, καθοδηγώντας τους ηθοποιούς σε άκρως ρεαλιστικές ερμηνευτικές φόρμες και δικαίως ακούγονται για το άτομό της τόσο όμορφα λόγια στους θεατρικούς κύκλους.

Συνολικά, παρά το δραματικό της θεματικής της, η παράσταση δεν είναι ένα δύσκολο θέαμα – τουναντίον μάλιστα, έχει αρκετές διασκεδαστικές στιγμές και μόνο στην κορύφωση της ιστορίας ανεβαίνει ο δείκτης των ακραίων συναισθημάτων. Πιστεύω πως είναι σίγουρα μέσα στην τριάδα των καλύτερων που έχω παρακολουθήσει φέτος και χαίρομαι που το θέατρο Τέχνης συνεχίζει και εμπιστεύεται τους νέους Έλληνες δημιουργούς και τους δίνει χώρο για να παρουσιάζουν το έργο τους. Αν δεν την έχετε βάλει στην ατζέντα σας για παρακολούθηση, να το κάνετε οπωσδήποτε!

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2024

Written by: Sin Radio

Sin Radio
0%