play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε σε πρώτη προβολή τη νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη ‘Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς’

today20 Φεβρουαρίου, 2020

Φόντο
share close

Σχεδόν πέντε χρόνια μετά το αριστουργηματικό, για μένα, “Μικρό Ψάρι”, ο Γιάννης Οικονομίδης επιστρέφει με την ταινία «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς». Είχα τη χαρά, ένα πρωινό, να τη δω σε πρώτη προβολή, σε έναν από τους ομορφότερους κινηματογράφους του κέντρου, το Ιντεάλ. Έφτασα 5 λεπτά πριν αργήσει η προβολή, κάθιδρος, καθώς έτρεχα για να προλάβω (τεράστιο μαρτύριο αυτές οι συγκοινωνίες τον τελευταίο καιρό…) και με υποδέχτηκε μια ευγενέστατη κυρία, που με καλωσόρισε και μου έδωσε και το cd με τη μουσική της ταινίας (παίζει στο αμάξι αυτές τις μέρες – απολαυστικό απλώς).

Ένα τέταρτο μετά την ώρα που μας είχαν ενημερώσει, ξεκίνησε η προβολή… 7:1 ήχος (eargrasm κανονικό για μένα), τεράστια οθόνη (έπρεπε να το είχα βάλει τότε τις καλές εποχές το προβόλι με το 100αρι πανί στο σαλόνι· πλέον…. όνειρα για κάποτε), αναπαυτικότατα καθίσματα (ήμουν και με 2 ώρες ύπνο και τη φοβόμουν, μπας και με δει η ταινία αντί να τη δω εγώ).

Γνωστά πρόσωπα του κινηματογραφικού σύμπαντος του Οικονομίδη, αγαπημένοι ηθοποιοί οι περισσότεροι, που τους παρακολουθώ πάντα στις θεατρικές τους απόπειρες (όσους δουλεύουν και στο θέατρο, φυσικά), οπότε ένιωσα μια εξοικείωση. Και η ιστορία, δεν μου ακουγόταν τόσο ξένη, δεδομένου πως αρκετό καιρό της ζωής μου, ως παιδι, τον πέρασα στην ελληνική επαρχία και είχα εικόνες των ανθρώπων εκεί. Γιατί η ελληνική επαρχία είναι μια άλλη ιστορία, καθώς δεν υπάρχει η ανωνυμία της μεγαλούπολης και όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, και τα όποια χαρακτηριστικά των “τύπων” της περιοχής μεγεθύνονται, καποιες φορές μάλιστα αποκτούν και διαστάσεις που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα…

Στην ιστορία του φιλμ, έχουμε ένα ερωτικό τρίγωνο, μιας παντρεμένης γυναίκας που εχει σιχαθεί το μέρος που ζει και θέλει να ξεφύγει από αυτό και τη ζωή εκεί, τον σύζυγό της – επιχειρηματία της περιοχής, που τρέμουν όλοι, καθώς έχει την “τρέλα” του και έναν ιδιοκτήτη μπουζουξίδικου, πρώην φίρμα του τραγουδιού – “αρσενικό τάχα μου”, που δεν ήθελε να μπει στο καλούπι που τον συμβούλευαν οι γύρω του και τα βρόντηξε όλα κάτω και την “έκανε” για τη μικρή πόλη – αυτός είναι ο εραστής της πρωταγωνίστριας.

Η πρωταγωνίστρια είναι κομματάκι μπερδεμένη, κατά πως δείχνει, γιατί είναι της κουλτούρας και των ροκ ακουσμάτων και γενικά της ελευθερίας, οπότε, βλέποντας τις επιλογές της, υποψιάζεσαι δύο τινά… ή τερμα απελπισμένη είναι και κάνει όλο “κουλές” επιλογές στην προσπάθειά της να ξεσκαλώσει ή το παίζει όλα τα προηγούμενα και είναι κι αυτή, ό,τι κι οι υπόλοιποι. Προσωπικά, πιστεύω το πρώτο σενάριο και αυτό μου το ενίσχυσε και το τέλος της ταινίας. Οι υπόλοιποι ήρωες είναι μια μάζωξη λούμπεν τύπων, που κυκλοφορούν εκεί έξω – να τους πετύχεις μαζεμένους όλους μαζί, λίγο χλωμό στην Αθήνα, αλλά στην περιφέρεια, δόξα τω Θεώ, έχεις πολλές πιθανότητες!

Ο επιχειρηματίας Σκυλογιάννης και ο πρώην τραγουδιστής Ζαφειρόπουλος, οι δύο ερωτικοί αντίζηλοι της Όλγας, είναι δυο ίδιοι τύποι με διαφορετική εμφάνιση… Δυο αγοράκια κακομαθημένα από την Ελληνίδα μάνα, που έχουν ως αρχη ότι όποιος γ@@@ είναι και άνδρας και μετράνε τον ανδρισμό τους με τις ερωτικές τους επιδόσεις, και που στα δύσκολα καταφεύγουν στην ποδιά της μάνας για συμβουλές και λύσεις. Οι μανάδες στην ταινία, όταν αναλαμβάνουν πρωτοβουλία και παίρνουν τις καταστάσεις στα χέρια τους, ανοίγουν τους ασκούς του Αιόλου και τίποτα δεν μένει όρθιο. Η σπίθα που ανάβει το φυτίλι δεν είναι το κέρατο που τρώει ο επιχειρηματίας (σιγά τα ωά, θα τσαντιστεί, θα σπαστεί, θα βρίσει, θα του περάσει), αλλά το ξάφρισμα ενός εκατομμυρίου ευρώ από την πρώην γυναίκα του… Αυτά τα φράγκα θα στήσουν έναν χορό εξελίξεων, που, την ώρα που βλέπεις το φιλμ, μένεις κάγκελο, γιατί η μία ανατροπή διαδέχεται την άλλη. Για αυτό τον σάκο με τα λεφτά θα γίνει ο κακός χαμός μεταξύ των βασικών ηρώων και όλων των περιφερειακών. 

Οι λοιποί ήρωες είναι ο Γλάρος, ένα κράμα εκτελεστή-νονού-νταβατζή, που έχει κρυφές ευαισθησίες και διαβάζει Άρλεκιν, ο Σάκης που τα έχει με την κόρη του Σκυλογιάννη – παιδί του υποκόσμου κι αυτός, όχι της υπέρτατης νοημοσύνης, ο Τσέκος και ο Γιώργος, οι βαρόνοι της πόλης, σε ό,τι αφορά στην παρανομία, και κάποιοι φτωχοδιάβολοι που έχουν τη λειτουργία δορυφόρων και υπηρετών όλων των προηγούμενων. Σε αυτό το μείγμα πρόσθεσε και τον αρχηγό της τοπικής αστυνομίας, που, με το αζημίωτο, κάνει τα στραβά μάτια σε ό,τι συμβαίνει στην πόλη του και όλες οι υποθέσεις καταλήγουν ως ανεξιχνίαστες στο αρχείο· για να έχεις μια εικόνα του μωσαϊκού που πατάει η ιστορία.

Η ταινία σχολιάζει τα κακώς κείμενα της χώρας και βουτάει μέσα στον βόθρο που ζούμε, ανασύρει ό,τι πιο σιχαμένο υπάρχει, το ενσωματώνει μέσα της και στο πετάει στη μούρη· εσύ γελάς πολύ με όλα αυτά που βλέπεις, γιατί είναι τόσο σουρεαλιστικό το θέαμα και τόσο εξωφρενικά γελοίο, που ξεχνάς ότι είναι μέρος αυτού του κόσμου που ζεις και κάποιες φορές κάνεις κι ο ίδιος τα ίδια με τους κινηματογραφικούς ήρωες. Απλά, εμείς δεν είμαστε τόσο ακραία λούμπεν και έχουμε μια καλή δικαιολογία, για την πάρτη μας. Διαλέγει και τοποθετεί την ιστορία στην αθάνατη ελληνική επαρχία, που έχει τους δικούς της κανόνες και δεν έχει καταλάβει, σε σχέση με μας εδώ στις μεγάλες πόλεις, τίποτα από κρίση και ζόρι… Οι άνθρωποι εκτός Αθήνας έχουν μια δική τους αναρχοαυτόνομη κατάσταση που ζουν και γουστάρουν. 

Όλη αυτη η αρρώστια, διανθισμένη από τη μπαρούφα της τηλεόρασης (έχει την οσμή της κι αυτή μέσα στην ταινία, με τα πολύ κακά της και τα ελάχιστα καλά της), την οικογένεια και το πώς ευνουχίζει ακόμη τα παιδιά της, με την κατάθλιψη και τη φρίκη από την σφαλιάρα που τρώμε ανελλιπώς 10 χρόνια τώρα, βρίσκονται μέσα στα 140 λεπτά της ταινίας, ως υπόγειο πολιτικό σχόλιο, στις ιστορίες που πραγματεύονται. Είναι μια μαύρη κωμωδία, που τη βλέπουμε για να γελάσουμε με το χάλι μας και εκεί βρίσκεται η τραγικότητά της, γιατί γνωρίζουμε οι περισσότεροι τι παίζεται και, επειδή δεν έχουμε αλλά κουράγια, επιλέγουμε να το διασκεδάσουμε, προκειμένου να μην αρχίσουμε τις μαζικές αυτοκτονίες…

Ο Βασίλης Μπισμπίκης και οι Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης, είναι το αρχέτυπο ερωτικό τρίγωνο, δηλαδή ο σκυλάς Ζαφειρόπουλος, η ονειροπόλα Όλγα και ο αδίστακτος επιχειρηματίας Σκυλογιάννης. Ο υπέροχος, για ακόμη μια φορά, Στάθης Σταμουλακάτος είναι ο Γλάρος, ενώ ρίγη συγκίνησης σε όλους χάρισε το πέρασμα του Βαγγέλη Μουρίκη, στον ρόλο ενός εκτελεστή, που μας θύμισε νοερά το “Μικρό Ψάρι”. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί, στην πλειοψηφία τους, δεν είναι επαγγελματίες ή δεν είναι καν ηθοποιοί (έχουμε μόνο κάποια περάσματα από γνωστούς, όπως ο Γιώργος Γιαννόπουλος, π.χ.), πράγμα που κάνει ακόμη πιο μαγικό το όλο αποτέλεσμα, καθώς αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία να συντονίσεις και να δουλέψεις με κάποιον που δεν γνωρίζει τις συνθήκες και τις απαιτήσεις μιας επαγγελματικής κινηματογράφησης.

Η ακατάσχετη βωμολοχία, σήμα κατατεθέν των έργων του Οικονομίδη, από ένα σημείο και μετά, αποκτά τη μορφή καρικατούρας και δεν ενοχλεί καθόλου, ειδικά όταν σκεφτείς πόσες φορες πολλά από όσα ακούς τα έχεις “ρίξει” κι εσύ σε διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς σου, οπότε είναι λίγο υποκρισία να σε πιάσουν οι ντροπές σου και να αρχίσεις να κοκκινίζεις, εκτός κι αν είσαι ένα βήμα πριν την ανακήρυξη σου ως ζώντα άγιο της θρησκείας και η απορία μου είναι πώς στο καλό βρέθηκες στην αίθουσα (μην μου πεις πως είδες κόσμο και μπήκες!).

Προσωπικά, γέλασα πάρα πολύ στις σκηνές με τους γιους και τις μανάδες (απίστευτοι διάλογοι, κυριολεκτικά), στα σκηνικά με χαρακτηριστικούς τύπους της ελληνικής υπαίθρου και τον τρόπο που αντιδρούν και έφαγα μια μικρή ήττα, λίγο πριν το φινάλε, όταν άρχισαν να συσσωρεύονται τα πτώματα και δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος θα μείνει ζωντανός και ποιος έχει στήσει όλο το παιχνίδι! Τώρα, εσύ με ρωτάς αν στην προτείνω και δεν μπορώ να σου απαντήσω γιατί έχω μια σχέση αγάπης για τον δημιουργό της, οπότε δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός – εγώ την ξαναβλέπω άνετα και, μόλις βγει για αγορά, θα την πάρω και θα την έχω μαζί με τις υπόλοιπες αγαπημένες.

Υ.Γ. Την περίοδο που πρώτη φορά που βλέπω ταινία του Οικονομίδη, δουλεύω σε ένα μαγαζί σε μια γειτονιά του Πειραιά, με κάτι απίστευτους συναδέλφους, που, αν μας άκουγε κάποιος, θα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι δεν μας έχουν μαζέψει από τις αποβάθρες εκεί κοντά. Παθαίνω σοκ, γιατί όλη η παρακμή και η παράνοια που ζούσα κάθε μέρα, υπήρχε στο κινηματογραφικό πανί και σκέφτομαι μήπως κάποιος μας κατασκοπεύει και παίρνει ιδέες! Στην πορεία, αντιλήφθηκα ότι η παθογένεια βρίσκεται παντού και πως τα 30 τετραγωνικά μας εκεί ήταν μια μικρογραφία του έξω κόσμου – εκεί πρωτογνώρισα και το είδος του αρσενικού που μετράει τα πάντα με το μέγεθος του μορίου του και τον αριθμό αυτών που κοιμήθηκαν μαζί του…. Χαίρομαι που ακόμη βλέπω τέτοιους τύπους και σπάω πλάκα μαζί τους στο πανί και στη ζωή (το αντίστροφο πιθανόν να τους προκαλώ κι εγώ, με τις δικές μου επιλογές).

Περισσότερα εδώ.

Theodore a.k.a. Evil Chef, Φεβρουάριος 2020 

 

Συντάχθηκε από: Sin Radio