Sin Radio Listen, don't just hear!

Δεν γνωρίζω πόσοι έχετε κοντά στο σπίτι σας ένα πάρκο ή μια πλατεία, χώρους που σε “κανονικές” συνθήκες ζωής, κυκλοφορούν διάφοροι άνθρωποι. Κάποιοι που κάθονται στα παγκάκια και διαβάζουν, άλλοι που βγαίνουν για να παίξουν με τα σκυλάκια τους, γονείς που βγάζουν τα μωράκια τους για να τα δει ο ήλιος, διάφοροι τύποι ανθρώπων που δίνουν ζωή σε αυτούς τους τόπους. Υπάρχουν και κάποιοι που συνήθως κάθονται μόνοι… σου δίνουν την αίσθηση πως ίσως θα ήθελαν να πουν κάτι σε αυτόν που θα τους έδινε την ευκαιρία κι άλλοι που ψάχνουν – τι ακριβώς δεν γνωρίζεις, αλλά το βλέμμα τους δείχνει ότι ερευνούν τον χώρο και τους ανθρώπους.
Ένα τέτοιο πάρκο, έρημο – συγκυριακά θα μπορούσε να είναι και μια φωτογραφία από τα έρημα πάρκα του σήμερα, εν μέσω πανδημίας, μέτρων και τηλετρομοκρατίας – αντικρύσαμε επί σκηνής, μπαίνοντας στο Βεάκειο. Τρία άδεια παγκάκια, ξερά φύλλα στο χώμα και μια αίσθηση παγωμάρας. Ο πάγος έσπασε, όταν μας συστήθηκε ο πρωταγωνιστής· δηλαδή δεν μας συστήθηκε ακριβώς, περισσότερο γνωστοποίησε τον λόγο που έρχεται στο πάρκο αυτό κάθε μέρα. Με τη βοήθεια μιας φιάλης βότκας, που τον βοηθούσε ώστε να παίρνει θάρρος, ξεκίνησε να αφηγείται για τη δυστυχία του στα αισθηματικά και την αγωνία του να βρει επιτέλους κάποια να τον “οργανώσει”. Η όποια συμπάθεια εξαλείφθηκε, καθώς ο “κύριος” συστήθηκε ως κηφήνας, πράγμα που το θεωρεί και επίτευγμα – και εκεί κάπου υποψιαστήκαμε ότι με τον συγκεκριμένο κάτι δεν πάει και τόσο καλά…
Η είσοδος στον χώρο, μιας μόνης κυρίας, τον αναστάτωσε και του έδωσε την ευκαιρία να μας δείξει τι ακριβώς κάνει στο πάρκο κάθε μέρα. Η αλήθεια είναι ότι προσέφερε πολύ γέλιο με την αγαρμποσύνη του και τη συμπεριφορά του στην ξένη γυναίκα, η οποία αποδείχτηκε εν καιρώ πως δεν ήταν και… τόσο ξένη! Είχαν συναντηθεί έναν χρόνο πριν στο ίδιο πάρκο, στο ίδιο παγκάκι και είχαν κοιμηθεί μαζί! Φυσικά, ο κύριος το έσκασε μέσα στη νύχτα, αφήνοντας τη γυναίκα με την απορία για το τι μπορεί να πήγε στραβά… και έναν χρόνο να τον αναζητά στο πάρκο, σε διάφορες ώρες της μέρας, με την ελπίδα να τον ξανασυναντήσει.
Από το σημείο αυτό ξεκινάει ένας διάλογος του παραλόγου, με ψέματα που εκτοξεύονται εκατέρωθεν, και μια αγωνία να δικαιολογηθούν όσα δεν εξομολογήθηκαν ποτέ ο ένας στον άλλο. Όταν με μια κίνηση ματ η γυναίκα καταφέρνει να πάρει στα χέρια της το πορτοφόλι του άνδρα, αποκαλύπτει έναν παθολογικό ψεύτη και μια ιστορία ενός αποτυχημένου γάμου, στον οποίον είναι παγιδευμένος, σε συνάρτηση με μια κοινωνική-επαγγελματική ζωή που δεν τον ευχαριστεί καθόλου. Με λαβή αυτά, ξετυλίγει και η ίδια το κουβάρι της δικής της δυστυχίας και την αγωνία της να μην μείνει εντελώς μόνη. Γι’ αυτόν το λόγο θα δεχτεί τη μη μετάνοια του συνομιλητή της και θα του ζητήσει να υπάρχει στη ζωή της… έτσι, να γνωρίζει πως κάποιες φορές θα την επισκέπτεται και ας φεύγει μετά.
Όμως, ο ήρωάς μας δεν επιδιώκει να εμπλακεί σε μια τέτοια συνθήκη που έχει αβέβαιη έκβαση και, παρότι υπόσχεται, πετάει στον κάλαθο των σκουπιδιών όσα είπε πριν και επιστρέφει, για ακόμη μια βραδιά, άπραγος στην οικογενειακή του μιζέρια… κι αύριο εκεί θα είναι να ψάξει ένα μικρό διάλειμμα “χαράς”….
Ο Γιώργος Κιμούλης στήνει μια παράσταση με δύο κατεστραμμένους ανθρώπους και κρύβει όλη τη δυστυχία τους πίσω απο μια ευρηματική προσέγγιση, που βγάζει μπροστά το κωμικό στοιχείο, μέσα από τους απόλυτα παράλογους διαλόγους των πρωταγωνιστών και τις διηγήσεις τους. Οι παράλληλες αγωνίες των ηρώων, που, για να τις πολεμήσουν, υποδύονται διάφορους ρόλους, που τους αλλάζουν αστραπιαία για να προσαρμοστούν στα δεδομένα που προκύπτουν κάθε φορά από τον διάλογο, φωτίζονται από την εξαιρετική μετάφραση-απόδοση του κειμένου από τον Νίκο Καμτσή.
Ο Φίοντορ, που μας συστήνεται με 4-5 ονόματα μέχρι να μάθουμε το πραγματικό του, δεν είναι απλώς μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Γιώργο Κιμούλη. Είναι κάτι ζωντανό, ένας άνθρωπος που έχουμε συναντήσει ή συναστρεφόμαστε μαζί του καθημερινά ή ακόμη χειρότερα μπορεί να ζει μέσα μας και να μην έχει βρει ακόμη τον τρόπο να βγει έξω ή να απολαμβάνει τα μικρά ξεπορτίσματά του. Μιλάμε για έναν άνθρωπο που, εμείς που θεωρούμαστε “υγιείς”, τον κατατάσσουμε στο πάτο της ζωικής βαθμίδας, λίγο πιο πάνω απο τα πρωτόζωα και τις αμοιβάδες, και πιστεύουμε πως είναι χάσιμο χρόνου να ασχοληθούμε, έστω και επιφανειακά, με την περιπτωσή του. Υπάρχει για να μας υπενθυμίζει πόσο καλοί είμαστε μέσα στην “αριστεία” ζωής που έχουμε φτιάξει και πόσο τυχεροί είμαστε που δεν έχουμε καταντήσει κάπως έτσι…
Αντιστοίχως, και η Βέρα της Φωτεινής Μπαξεβάνη, μια γυναίκα που έχει χάσει τα πάντα και με την ελάχιστη της αξιοπρέπειάς της, επιδιώκει να βρει έναν άνθρωπο που θα δεχτεί να υπάρχει δίπλα της και στη συνέχεια αισιοδοξεί πως θα καταφέρει να τον κάνει “μόνιμο”. Θυμίζει η τακτική της, σε όλους εμάς, οικείες καταστάσεις στις οποίες δεσμευόμαστε “προσωρινά” (κυρίως επαγγελματικές), στη λογική “πάρε αυτό τώρα που βρέθηκε” και στο τέλος εγκλωβιζόμαστε, χωρίς να το κατάλαβουμε. Το παίξιμό της συμπυκνώνει πολλές ομάδες πονεμένων γυναικών σε μία και, παρότι η ηρωίδα της αποκαλύπτει τα ψέματά της, γίνεται περισσότερο συμπαθής στα μάτια μας στο τέλος της παράστασης. Ίσως, γιατί από τα δύο θύματα που παρακολουθούμε επί σκηνής, αυτή έχει επιλέξει τον δρόμο της αποδοχής και όχι της άρνησης, όπως ο Φίοντορ.
Το “Παγκάκι” είναι μια εξαιρετική παράσταση, που ευτυχήσαμε να δούμε στην καλοκαιρινή της περιοδεία και την προτείνουμε ανεπιφύλακτα! Ευχής έργον θα ήταν να συνεχίσει και για λίγο ακόμη, σε κάποιο χειμερινό θεατρο (αν ποτέ αποφασιστεί το πλαίσιο που θα επαναλειτουργήσουν…), για όλους αυτούς που δεν την έχουν δει ακόμη ή θέλουν να την ξαναπολαύσουν.
Περισσότερα εδώ.
Theodore a.k.a. Evil Chef, 31 Αυγούστου 2020
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv