play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Smalltown Boy’ στο Θέατρο 104

today30 Μαρτίου, 2026

Φόντο
share close

Το Smalltown Boy ήταν το ντεμπούτο single της βρετανικής μπάντας των Bronski Beat· αποτελούνταν από τους Steve Bronski-Larry Steinbachek (πλήκτρα, synthesizers) και Jimmy Somerville (φωνητικά). Ο Σκώτος τραγουδιστής, πρωταγωνιστής και στο βίντεο που συνόδευε το τραγούδι, έγινε gay icon, αφού πολλοί ομοφυλόφιλοι της εποχής ταυτίστηκαν με το αγόρι που αποδρά με το τρένο από τη μικρή κοινότητα, στην “ασφάλεια” μιας μεγαλούπολης.

Το πώς συνδέεται ένας Σκωτσέζος με ένα αγόρι από ένα χωριό της Κρήτης, το ανακαλύψαμε παρακολουθώντας την παράσταση με τον ομώνυμο τίτλο στο Θέατρο 104.

Ένας νέος άνδρας επιστρέφει, μετά από χρόνια, στο χωριό του, στην Κρήτη, για την κηδεία του πατέρα του. Αυτό το ταξίδι της επιστροφής, είναι, επί της ουσίας, πολύ διαφορετικό από τυχόν άλλες επιστροφές, αφού σηματοδοτεί το κλείσιμο ενός κύκλου και την ευκαιρία να αναμετρηθεί με όσα άφησε πίσω του, όταν έφυγε τότε στην Αθήνα για σπουδές.

Με την άφιξή του στο σπίτι όπου μεγάλωσε, έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με αντικείμενα από το παιδικό του δωμάτιο και ξαναβρίσκει, στο υπόγειο του σπιτιού, στη θέση του, εκείνο το παλιό, χαλασμένο ψυγείο, που λειτουργούσε ως καταφύγιο και καμαρίνι ταυτόχρονα, όταν, για να ξεφύγει από αυτό που ζούσε και δεν το άντεχε, κρυβόταν μέσα του και σχεδίαζε φυγές, παραστάσεις, και κόσμους όπου η ευαισθησία του δεν θα αντιμετωπιζόταν ως αδυναμία ή κουσούρι.

Ήταν τότε που τον ακολουθούσαν τα λόγια της μητέρας του, με την αρίθμηση των πατεράδων του γενεαλογικού του δέντρου, που αυτός κουβαλούσε και αποτελούσε συνέχειά τους, σύμφωνα με εκείνη, κάτι που του γινόταν αφόρητο φορτίο. Τα μεγαλύτερα αδέρφια του, με σημαντική διαφορά ηλικίας, δεν ασχολούνταν μαζί του και, όταν το έκαναν, όλο αυτό έμοιαζε με κουβέντες κηδεμόνα που βαριέται και λέει κάτι απλά για να ειπωθεί. Και ο πατέρας, φορέας ενός τραύματος που δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να φροντίσει, το αφήνει να επηρεάζει όλη τη ζωή του. Και, ως απαραίτητα συμπληρώματα, μια γιαγιά που μυρίζει ναφθαλίνη και ζει χαμένη στο χθες και ένας παππούς, σε μια κορνίζα στον τοίχο, εκτελεσμένος την Κατοχή από τους Γερμανούς, μετά από προδοσία, “αυτουργός” της πληγής του δικού του πατέρα.

Στον οικείο χώρο της πατρικής στέγης, διαπιστώνει πως όλον αυτόν τον καιρό, πέρα από τις δικές του προσλαμβάνουσες, υπήρχαν και ζούσαν μέσα του αρκετά κομμάτια από την οικογενειακή προϊστορία, που φώλιασαν και του δημιούργησαν ρήγματα και τύψεις, καθώς δεν μπόρεσε να τα αντιμετωπίσει και να τα “τακτοποιήσει”, όπως ακριβώς τους αξίζει. Πέραν αυτών, έρχονται και άλλες εικόνες, από το ξύπνημα της εφηβείας, τον πρώτο έρωτα και τη συνειδητοποίηση ότι ο ίδιος είναι ένα παιδί με μια ταυτότητα ξεχωριστή και πολύ διαφορετική από εκείνη που επιθυμεί το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και άλλες, τραυματικές, από τον περίγυρο που είναι εχθρικός και γνωρίζει μόνο να πληγώνει. Όλα αυτά, σαν θραύσματα μιας μεγάλης εικόνας, βρίσκονται στην ψυχή του και τώρα είναι μια χρυσή ευκαιρία να τα ανασυγκροτήσει, να δημιουργήσει ξανά το παζλ και, αφού κλείσει όλους τους ανοιχτούς “λογαριασμούς”, να προχωρήσει παρακάτω.

Είναι μια εύκολη υπόθεση η συμφιλίωση με ό,τι σε βασανίζει, η συγχώρεση και ο επαναπροσδιορισμός των καταστάσεων; Όχι, δεν είναι και στην περίπτωση του ήρωα, γίνεται δυσκολότερο, καθώς πρέπει να αποδεχτεί ότι η μη κανονικότητα και η “αρρώστια” εκείνων των χρόνων δεν ήταν δική του, αλλά βρισκόταν κάπου αλλού και, συμπτωματικά, η δική του queer αφύπνιση συνέβη σε έναν πολύ λάθος τόπο και χρόνο.

Και τότε το θέατρο, που στα νεανικά χρόνια αποτέλεσε το ασφαλές καταφύγιο, αναλαμβάνει να του δείξει ξανά τον δρόμο· οι φωνές που τον υποχρέωναν να κρύβεται στο ψυγείο, αποκτούν λόγο και υπόσταση, μέσα από τον ίδιο, οι προσωπικές του διαδρομές αποκτούν νοήμα και, μέσα από αυτήν τη διαδικασία, αντιλαμβάνεται καλύτερα ότι όσα τον ακολουθούν και τον βασανίζουν είναι κληροδοτήματα της οικογένειάς του, που οφείλει να αποδεχθεί την ύπαρξή τους ως γεγονότα και να επιχειρήσει στο εξής να μην τον επηρεάζουν.

Το Smalltown Boy, ως τραγούδι, μιλούσε για την επιθυμία ενός νεαρού αγοριού να είναι ορατός και αποδεκτός από τον κόσμο, χωρίς κανένα προαπαιτούμενο και δίχως να αποτελούν κριτήριο οι επιλογές του. Εκείνος ο ήρωας βρήκε διέξοδο στη φυγή με ένα τρένο, σε μια μεγάλη πόλη, όπου, στην ανωνυμία του πλήθους, θα μπορέσει να χαθεί και να νιώσει ασφάλεια. Και στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, ο ήρωάς της βρίσκει την ευκαιρία των σπουδών στην Αθήνα ως την ιδανική διέξοδο από ένα κακοποιητικό παρελθόν, που το συνθέτουν η απορρίψη, η απομόνωση, η ενοχή, τα οικογενειακά βάρη του παρελθόντος και, φυσικά, το bullying.

Ο Εμμανουήλ Κοντός, επί σκηνής, με τη σκηνοθεσία του Μιχάλη Κοιλάκου και το εξαίσιο κείμενο του Μάνου Τζωράκη, μας παίρνει από το χέρι και μας κάνει ένα ταξίδι στην εφηβεία ενός αγοριού, σε ένα περιβάλλον εχθρικό, όπως αυτό ενός χωριού στην Κρήτη – όχι τυχαία η επιλογή του τόπου, καθώς στο συγκεκριμένο νησί τα πατριαρχικά πρότυπα και το στερεότυπο του πώς ορίζεται ένα παιδί αρσενικού γένους συναντώνται μεγεθυμένα και εμπλουτισμένα με απίστευτη τοξικότητα. Δεν ερμηνεύει έναν ρόλο, αλλά γίνεται υδάτινος και ρέει ανάμεσα στις ιστορίες, γίνεται όλα τα πρόσωπα του έργου και συγκινεί στο έπακρο, καθώς, ως συνοδοιπόροι του, ζούμε κι εμείς την ιστορία του με μια απίστευτη τρυφερότητα.

Ο Μιχάλης Κοιλάκος φτιάχνει ένα μικρόκοσμο όπου τα αντικείμενα έχουν τους συμβολισμούς τους και χτίζει μια γέφυρα με το κοινό, που νιώθει πως περπατά ταυτόχρονα με τον ήρωα μέσα στο δωμάτιο, ανοίγει τις ίδιες κούτες, κοιτάζει τις ίδιες φωτογραφίες και ίσως αναζητά κι αυτό έναν άνθρωπο-καθρέφτη για να δει αν τελικά είναι αυτό το άτομο που πιστεύει ότι πραγματικά είναι, με τη συνεργασία της Άννας Σάπκα στο σκηνικό, της Στέβης Κουτσοθανάση στους φωτισμούς και του Βασίλη Τζαβάρα στη μουσική επένδυση.

Από τις εξαιρετικές στιγμές της φετινής θεατρικής χρονιάς, το ‘Smalltown Boy’ στο Θέατρο 104, με όχημα την αναζήτηση της πραγματικής ταυτότητας ενός ανθρώπου που ακόμη ψάχνει την ταυτότητά του, σε μια διαδικασία αυτογνωσίας και αναμέτρησης με το παρελθόν, με την επιστροφή του στο τραυματικό περιβάλλον όπου μεγάλωσε, συγκινεί βαθιά τον θεατή και παράλληλα δίνει τροφή για σκέψη σε όσους αισθάνονται πως υπάρχει κάτι που ασυναίσθητα κουβαλούν, για το αν ήρθε η στιγμή να το ξεφορτωθούν.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio