Sin Radio Listen, don't just hear!
today3 Νοεμβρίου, 2026
Υπάρχουν μέρες που το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον σου και τίποτα δεν σου πηγαίνει καλά – μια φάση “πιάνω χρυσάφι και γίνεται κάρβουνο”. Αυτό είναι κάτι που, όταν συμβαίνει μια φορά στο τόσο, μπορείς να το αντιμετωπίσεις, να ρίξεις τα καντήλια σου ή τις προσευχές σου (ό,τι έχει ευκολότερο ο καθένας) ή να τα αφήσεις όλα και να πας μια βόλτα (αν έχεις τη δυνατότητα) ή απλά να κάνεις αυτό που κάνουν οι περισσότεροι, δηλαδή υπομονή μέχρι να φτιάξει η κατάσταση!
Στη δουλειά μου έχω συνεργαστεί με ανθρώπους που ποτέ τίποτα δεν τους πήγαινε σωστά – δεν είχαν μια κακιά στιγμή, ήταν σε ένα κακό φεγγάρι διαρκείας, γιατί πολύ απλά δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν σε ό,τι τους ζητούσαμε. Μπορεί σε κάποιο άλλο αντικείμενο να έκαναν θαύματα, για εμένα ήταν δίποδοι εφιάλτες!
Η καλλιτεχνική κλίση είναι κάτι που συχνά υπάρχει έμφυτο. Γενικά, σε οτιδήποτε αφορά την τέχνη, είτε χειρωνακτική είτε πνευματική, όσοι διαθέτουν κάποιο ταλέντο ή ιδιαίτερη κλίση μπορούν, με προσπάθεια και δουλειά, να δημιουργήσουν όμορφα πράγματα στη ζωή τους. Τι γίνεται, όταν κάποιος πιστεύει “πως το έχει”, ενώ όλα τα σημάδια και ό,τι καταπιάστηκε φανερώνουν το αντίθετο και ετοιμάζεται να κάνει το μεγάλο βήμα, που θα του προσφέρει την πολυπόθητη αναγνώριση; Το ρεαλιστικό σενάριο λέει πως κάποιοι θα γελάσουν, άλλοι θα κλάψουν, μερικοί θα τραβάνε τα μαλλιά τους και πολλοί θα κλάψουν από τα γέλια!
Ένας wannabe σκηνοθέτης και ηθοποιός έχει δημιουργήσει ένα ερασιτεχνικό θεατρικό εργαστήρι και επιθυμεί να μεταδώσει, με το ανέβασμα παραστάσεων στον τόπο του, την αγάπη του για το θέατρο, με αμφίβολα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, αφού αντιμετώπιζε πρόβλημα με τη δημιουργία μιας αξιόλογης θεατρικής ομάδας και περιοριζόταν σε μονόπρακτα ή μονολόγους. Φέτος, όμως, στο κάλεσμά του ανταποκρίθηκαν αρκετοί και έχει τη χαρά να παρουσιάσει ένα σπουδαίο αστυνομικό έργο, στο θέατρο της περιοχής. Στην πρεμιέρα του έργου βρισκόμαστε καλεσμένοι κι εμείς!
Μπαίνοντας στην αίθουσα, βλέπουμε το σκηνικό και κάτι μας κάνει ολίγον ημιτελές – η μηχανικός σκηνής, μαζί με τον ηχολήπτη-φωτιστή-φροντιστή, που μας υποδέχονται, απολογούνται για την εικόνα και ζητάνε βοήθεια από το κοινό, για να τοποθετήσουν ένα ράφι στον τοίχο. Δεν τα καταφέρνουν, καθώς οι προσωπικές τους διαφωνίες και κάτι που λείπει για να γίνει σωστά η δουλειά, οδηγούν στην απόφαση “ράφι τέλος”! Ο σκηνοθέτης-υπεύθυνος του θιάσου-πρωταγωνιστής του έργου, για να διασκεδάσει την αμηχανία που φέρνει όλο αυτό στο κοινό, βγαίνει στη σκηνή για να μας ευχαριστήσει και να μας πει δυο λόγια για την παράσταση που θα δούμε. Είναι φανερή η ευτυχία του, αλλά και πρόδηλο το άγχος για την πρεμιέρα, όμως αισιοδοξεί πως με την τελευταία αυλαία, το κοινό θα ‘χει παρακολουθήσει μια αξέχαστη παράσταση.
Με την έναρξη της πρώτης πράξης, είναι πασιφανές ότι τα πράγματα δεν πηγαίνουν πολύ καλά, αφού το σκηνικό αρνείται να “υπακούσει”, δυσκολεύοντας τους ερμηνευτές, που βρίσκουν εύσχημους τρόπους να ξεπερνούν τις αναποδιές. Η αταλαντοσύνη, τα σκηνικά ατυχήματα, τα λόγια που ξεχνιούνται, οι ήρωες που εμφανίζονται σε λάθος σημεία της υπόθεσης και οι τεχνικοί που αντικαθιστούν “ηθοποιούς” που αδυνατούν να συνεχίσουν, είναι τα κυρίαρχα στοιχεία μιας παράστασης που ξεκίνησε τον δρόμο για την κόλασή της με τις καλύτερες προθέσεις!
Η διαρκής αποτυχία και η προσπάθεια των “ηθοποιών” να συνεχίσουν την παράσταση σαν να μην συμβαίνει τίποτα, οδηγούν σε μια καταστροφή μεγαλειώδους μεγέθους, που φέρνει ποταμούς γέλιου στο κοινό, που δεν μπορεί να κρατηθεί, βλέποντας όσα συμβαίνουν επί σκηνής. Τζάμπα στο διάλειμμα ο σκηνοθέτης προσπαθούσε να μας επαναφέρει στην τάξη, λέγοντας πως δεν μας κάλεσε να δούμε μια κωμωδία, αλλά ένα αστυνομικό θρίλερ και πως κάποιες μικρές “ατυχίες” δεν μπορούν να αλλάξουν τον χαρακτήρα του έργου, υποσχόμενος πως το δεύτερο μέρος θα μας αποζημιώσει.
Αυτό το τελευταίο του το δίνω!
Όντως το δεύτερο μέρος μάς αποτελείωσε!
Με τα ευτράπελα να παίρνουν ρυθμό χιονοστιβάδας και την παράσταση να εκτροχιάζεται κυριολεκτικά, έφτασα κάποια στιγμή να σκουπίζω δάκρυα από τα γέλια. Παρόλα αυτά, η ομάδα κατάφερε και έφερε εις πέρας την παράσταση και πολύ αμφιβάλλω αν θα υπήρξε και επόμενη.
Η παράσταση στηρίζεται στο εύρημα του θεάτρου μέσα στο θέατρο και το κοινό γίνεται μάρτυρας μιας παράστασης που με μαθηματική ακρίβεια οδηγείται σε ναυάγιο. Τίποτα – μα κυριολεκτικά τίποτα – δεν δουλεύει σωστά και η “ευτυχής κατάληξη” όλων ειναι ένα κωμικό χάος. Αυτό το χάος είναι τόσο τέλεια στημένο που απαιτεί ταλέντο, γνώση, δουλειά και μεράκι. Η Θέμις Μαρσέλλου, που υπογράφει την απόδοση και τη σκηνοθεσία του έργου, στήνει μια παράσταση στην οποία η καταστροφή έρχεται κλιμακωτά, προσφέροντας στον θεατή μια κωμωδία υψηλού επιπέδου. Πίσω από κάθε απρόοπτο, κάθε λάθος και κάθε ανατροπή υπάρχει μια καλοσχεδιασμένη σκηνοθετική γραμμή, που επιτρέπει να κλιμακώνεται το χάος και η αναρχία, χωρίς όμως να διαταράσσεται η σκηνική δράση. Εκεί βρίσκεται και το μυστικό για το γέλιο που βγαίνει απρόσκοπτα, στην απόπειρα των συντελεστών να συνεχιστεί η παράσταση σαν να μη συμβαίνει απολύτως τίποτα!
Ο Χάρης Ασημακόπουλος, στον ρόλο του πολυθεσίτη σκηνοθέτη, είναι φοβερός, δεν ερμηνεύει απλά, αλλά δείχνει ότι το ζει με πάθος και η διαφορετική του προσέγγιση στο κωμικό του χαρακτήρα του, αποδεικνύεται πολύ λειτουργική και ταιριαστή. Ο Τζερόμ Καλούτα διοχετεύει την ενέργειά του στο να μετατρέψει την κίνηση και την εκφραστικότητά του σε βασικά στοιχεία της κωμικότητας του ρόλου του, ίσως με υπερβολικό τρόπο κάποιες φορές, που δεν ενοχλεί, λόγω του χαρακτήρα του έργου. Ο Γιάννης Βασιλώτος είναι καταπληκτικός στον ρόλο του φροντιστή – υπερκινητικός μέχρι εκεί που δεν πάει, δίνει έναν απίστευτο τύπο “ό,τι του φανεί”, στον ρόλο του τεχνικού, αν και ορισμένες φορές μας φάνηκε πως ήταν λίγο πιο φασαριόζος από ό,τι απαιτούσε η σκηνοθεσία. Η Μαρίλια Μητρούση ήταν η πρώτη φορά που την είδαμε στο θέατρο, και μάλιστα σε κωμωδία, έχει εκφραστικότητα, σκηνική ενέργεια και δένει ωραία με την έτερη κυρία της παράστασης, την Ελευθερία Μπενοβία, που “υποχρεώνεται” να τη ντουμπλάρει, όταν για κάποιες σκηνές δεν μπορεί να ανταπεξέλθει, αλλά συμπρωταγωνιστούν στο έναν γυναικείο ρόλο του εργού, όταν επανέρχεται. Η Ελευθερία Μπενοβία ήταν πολύ καλή και ως μηχανικός σκηνής, που έπρεπε να αντιμετωπίσει το μη συνεργάσιμο σκηνικό. Ο Κωνσταντίνος Μουταφτσής ήταν μια ευχάριστη έκπληξη στον ρόλο του, που όφειλε, σε μια συνθήκη που όλα καταρρέουν, να φαίνεται ψύχραιμος και ακριβής. Ο Απόστολος Καμιτσάκης, ως μπάτλερ, ήταν χάρμα ειδέσθαι, ενσαρκώνοντας με χαρακτηριστική άνεση και κωμικότητα τον ήρωά του. Τέλος, ο Γεράσιμος Παπικινός, σε έναν ρόλο με λίγες ατάκες, αλλά πολύ παίξιμο με το σώμα και την έκφραση, ήταν μέσα στα όρια, χωρίς να νιώσουμε ότι ξεφεύγει.
Η συνολική αποτίμηση για το “Όλα…Λάθος! (The Play That Goes Wrong)” στο θέατρο Αθηνά, είναι θετική. Δεν ανακαλύπτεις κάτι που δεν έχεις ξαναδεί με τη θέασή του ούτε σου προσφέρει κάποιο βαθυστόχαστο νόημα. Είναι μια καθαρόαιμη κωμωδία, με καλό ρυθμό, με απρόοπτα και “ατυχήματα” που μπορεί να υποψιάζεσαι πως έρχονται, καθώς την παρακολουθείς, αλλά και πάλι σε κάνουν να γελάσεις. Υπερβολικά τίμια, καθώς δεν θεωρεί τον εαυτό της ως μεγαλύτερο μέγεθος απ’ αυτό που πραγματικά είναι, σου προσφέρει τη δυνατότητα να περάσεις ένα βράδυ με καθαρόαιμη ψυχαγωγία, από συντελεστές που είναι υπερταλαντούχοι στο να υποδύονται τους συγκλονιστικά ατάλαντους!
Περισσότερα εδώ.
Θοδωρής Κ., Οκτώβριος 2026
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv