play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Οικογένεια Addams’ στο Θέατρο Βέμπο

today22 Μαρτίου, 2026

Φόντο
share close

Η δραματουργική σύλληψη των Marshall Brickman και Rick Elice, αντλείται από τη μακρά παράδοση της αμερικανικής κωμικής γραφής, όπου διασταυρώνεται το σατιρικό στοιχείο με την pop κουλτούρα, ενώ η μουσική ταυτότητα του Andrew Lippa εγγράφεται στη σύγχρονη αισθητική του Broadway musical, ως μια υβριδική φόρμα που συνδυάζει τη θεατρικότητα, την ειρωνεία και την συναισθηματική αμεσότητα. Το σύμπαν της Οικογένειας Addams, ήδη γνωστό από τα σκίτσα του Charles Addams, μετασχηματίζεται εδώ σε ένα μουσικοθεατρικό αφήγημα, όπου το μακάβριο δεν τρομάζει, αλλά λειτουργεί ως γοτθική ειρωνεία και ως εργαλείο αποδόμησης της αστικής «κανονικότητας».

Στο συγκεκριμένο έργο, η δραματουργία εστιάζει στη μετάβαση, όταν η Wednesday Addams, η κατεξοχήν ενσάρκωση του σκοτεινού παιδικού βλέμματος, ερωτεύεται έναν «κανονικό» νέο, φέρνοντας έτσι σε σύγκρουση δύο αξιακά συστήματα. Η οικογένεια Addams, μια οικογένεια που εορτάζει το αλλόκοτο, έρχεται αντιμέτωπη με την αστική ευπρέπεια των Beineke, σε ένα σκηνικό όπου η σύγκρουση δεν είναι απλώς κωμική, αλλά ιδεολογική, και θέτει ερωτήματα σχετικά με το τι σημαίνει τελικά «φυσιολογικό».

Η πλοκή δομείται γύρω από ένα μυστικό και ένα δείπνο. Η Wednesday ζητά από τον πατέρα της, Gomez, να κρατήσει κρυφό τον αρραβώνα της από τη μητέρα της, τη Morticia, πυροδοτώντας έτσι μια αλυσίδα παρεξηγήσεων. Το δείπνο των δύο οικογενειών λειτουργεί ως δραματουργικός πυρήνας, όπου η σύγκρουση κορυφώνεται μέσα από μια σειρά μουσικοχορευτικών επεισοδίων, αποκαλύψεων και συναισθηματικών εκρήξεων.

Η γραφή ισορροπεί ανάμεσα στο φαρσικό και στο συγκινησιακό, ενώ η παρουσία των «προγόνων», μιας πολυμελούς χορωδιακής οντότητας, λειτουργεί σχεδόν μπρεχτικά, σχολιάζοντας και πλαισιώνοντας τη δράση.

Η σκηνοθεσία της Θέμιδος Μαρσέλλου επιλέγει μια γραμμή που αναδεικνύει τον ρυθμό και τη θεαματικότητα του musical, χωρίς να απωλέσει τη σατιρική αιχμή του έργου, ενώ η απόδοση κειμένου και στίχων από την ίδια, υπηρετεί την ελληνική γλωσσική ιδιαιτερότητα, διατηρώντας την ειρωνεία και το παιγνιώδες στοιχείο.

Τα σκηνικά της Μαίρης Τσαγκάρη συγκροτούν έναν χώρο που ισορροπεί ανάμεσα στο γοτθικό και το φαντασιακό, ενώ τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού ενισχύουν τη σημειολογία των χαρακτήρων, λειτουργώντας ως φορείς ταυτότητας και υπερβολής, και οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα που μετακινείται από το σκοτεινό στο αποκαλυπτικό, υπογραμμίζοντας τις συναισθηματικές μεταπτώσεις. Η χορογραφία της Άννας Αθανασιάδη και η μουσική διεύθυνση ορχήστρας του Νικόλα Γουάστωρ, οργανώνουν μια σκηνική ροή που υπηρετεί τη συνοχή του θεάματος, ενώ η ζωντανή ορχήστρα (πλήκτρα: Ραφαήλ Μελετέας, Βασίλης Αλεβίζος, Τάσος Κορκοβελος, μπάσο: Γιώργος Κωστόπουλος, Λευτέρης Παπαδάκης, κιθάρα: Έρικ Παναγόπουλος, Γιώργος Αϊδίνης, βιολί: Κατερίνα Κόρδη, Λήδα Οικονομοπούλου, ντραμς: Ιάσονας Γουάστωρ, πνευστά: Θάνος Τσακιλτζίδης, τρομπέτα: Κώστας Σαπούνης), προσδίδει ενεργειακή ένταση και ρυθμική ακρίβεια.

Ο Νίκος Μουτσινάς, ως Gomez Addams, κινείται με άνεση ανάμεσα στο κωμικό και το συναισθηματικό, αξιοποιώντας τη σκηνική του εμπειρία για να αποδώσει έναν χαρακτήρα ταυτόχρονα εκκεντρικό και βαθιά ανθρώπινο και η Μαρία Σολωμού, ως Morticia, προσδίδει μια ψυχρή κομψότητα και εσωτερική ένταση, λειτουργώντας ως άξονας ισορροπίας. Η Παρθένα Χοροζίδου και ο Πάνος Σταθακόπουλος, συγκροτούν ένα εύστοχο κωμικό δίδυμο, ως Beineke, αναδεικνύοντας την αμηχανία της «κανονικότητας», ενώ ο Βαγγέλης Κακουριώτης, ως Lucas, και η Marseaux, ως Wednesday, συγκροτούν ένα νεανικό ερωτικό δίπολο, με σκηνική ενέργεια και μουσική επάρκεια. Απολαυστικοί και ο Βασίλης Αξιώτης, ως Uncle Fester, ο Γιώργος Γιαννίμπας, ως Lurch, και η σκηνοθέτις, Θέμις Μαρσέλλου, στον ρόλο της Grandma.

Η Οικογένεια Addams αναδεικνύεται, τελικά, ως μια αλληγορία για την αποδοχή της διαφορετικότητας και, μέσα από το γοτθικό της περίβλημα, υπενθυμίζει ότι η «παραξενιά» δεν είναι παρά μια άλλη μορφή κανονικότητας, ίσως και πιο ειλικρινής. Η μουσικοχορευτική παράσταση ισορροπεί ανάμεσα στο θέαμα και το σχόλιο, προσφέροντας μια εμπειρία που, πίσω από το γέλιο, εγείρει ερωτήματα για τις κοινωνικές συμβάσεις και τις προσωπικές ταυτότητες.

Περισσότερα εδώ.

Έλενα Χατζοπούλου, Μάρτιος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio