play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Φακντ – απ’ στο Θέατρο Άλφα Ληναίος – Φωτίου

today2 Ιανουαρίου, 2024

Φόντο
share close

Here I go, out to sea again
The sunshine fills my hair
And dreams hang in the air

– “Ρε, αυτό το ξέρω!” ψιθυρίζω στη Ντίνα δίπλα μου.
– Φυσικά και το ξέρουμε, της εποχής μας είναι.

Τώρα τραγουδάω χαμηλόφωνα κι εγώ…

And I need a friend, oh, I need a friend
To make me happy
Not stand there on my own
Look at me standing
Here on my own again
Up straight in the sunshine
No need to run and hide
It’s a wonderful, wonderful life
No need to laugh or cry
It’s a wonderful, wonderful life

1987, ο Black (κατά κόσμον, Colin Vearncombe) κυκλοφορεί το ντεμπούτο άλμπουμ του, με τίτλο Wonderful Life, με το ομότιτλο κομμάτι να ξεχωρίζει και να κυκλοφορεί ως πρώτο single. To ακούσαμε εκείνον τον καιρό τόσο πολύ, που το σιχάθηκε η ψυχούλα μας (έπαιζε παντού και μας είχαν ζαλίσει με το τι ωραία μηνύματα περνάει, οι “παντογνώστες” στα ραδιόφωνα, που ανάθεμα κι αν αντιλαμβάνονταν πόσο τους αφορούσε στην πραγματικότητα το εν λόγω τραγούδι). Ευτυχώς ή δυστυχώς, μεγαλώσαμε και, μέσα στον χρόνο, το κομμάτι έγινε από τα πολύ αγαπημένα μας, αφού σε διάφορες περιόδους της ζωής μας οι στίχοι του μιλούσαν στην ψυχή μας. Πολλοί από εκείνα τα παιδιά πιστεύουμε πως είμαστε “σκυλιά του πολέμου”, αφού περάσαμε από 3 δεκαετίες και είδαμε πολλές αλλαγές, πολλές διαφοροποιήσεις, για τις οποίες δεν μας είχε ενημερωσει ποτέ κάποιος, τις οποίες δεχτήκαμε, χωρίς να πάθουμε και κανένα μεγάλο κακό, σε αντίθεση με τις νεότερες γενιές που είναι πολύ soft, ρε παιδί μου, και έχουν έναν σκασμό προβλήματα (μεγαλύτερη μπαρούφα δεν πρέπει να έχει ειπωθεί ποτέ ξανά – αλώβητοι εμείς και iron men & X-MEN και άλλοι σουπερ ήρωες, που, χάρη σε ανθρώπους σαν εμάς, βγάζουν μεροκάματο όλοι οι ειδικοί ψυχικής υγείας)…

Σε ένα δωμάτιο, βλέπουμε ένα νεαρό κορίτσι, με συντροφιά μια κιθάρα. Τραγουδά το ρεφραίν από το “Wonderful Life”, όταν εισβάλλει στο δωμάτιο ένας, επίσης νεαρός, γιατρός, που, όπως ισχυρίζεται, αντικαθιστά αυτόν που την παρακολουθεί. Ομιλητικότατος και αεικίνητος, δεν μας πείθει ούτε φυσικά τη νεαρή για την αλήθεια των λόγων του, κάτι που θα αποκαλυφθεί στην επόμενη σκηνή. Βρίσκεται κι αυτός εκεί για νοσηλεία-θεραπεία, όπως και το κορίτσι. Την άκουσε να τραγουδάει και βρήκε αυτόν τον τρόπο να την προσεγγίσει! Ζητά να μάθει την ιστορία της και προτείνει να παίξουν ένα παιχνίδι που θα ανακαλύψουν ο ένας τον άλλο καλύτερα και στο τέλος του θα της πει όλη την αληθινή δική του ιστορία κι εκείνη θα του πει ένα τραγούδι. Μέσα από αντεγκλήσεις και διαφωνίες και νέες συστάσεις (αυτός είναι ο “κεφάλας” κι εκείνη το “βλήμα”), με μια συμφωνία σιωπηλή, μπαίνουν σε μια δική τους υπερειδική διαδρομή.

Με ταξίδια σε όμορφα μέρη, για να δουν τον έναστρο ουρανό και άλλοτε σε υπαίθριες προβολές του “Η Ζωή Είναι Ωραία” του Ρομπέρτο Μπενίνι – ο τίτλος της ταινίας θα γίνει και το μότο τους. Θα το επαναλαμβάνουν διαρκώς για να το πιστέψουν – πόσο ωραία είναι, όμως, αυτή η ζωή, όταν ζεις σε μια κλινική για βαριές ψυχολογικές παθήσεις, με διαρκή παρακολούθηση, ιατρική υποστήριξη και είσαι πολύ βαθιά σε ό,τι σε ταλαιπωρεί; Και να θες να το πιστέψεις, έχεις τη δύναμη να το υποστηρίξεις και να το χρησιμοποιήσεις για να πας μπροστά; Θα αμφισβητήσουν την αλήθεια όλου αυτού του παιχνιδιού, θα εξομολογηθούν τους λόγους που είναι υπαίτιοι για το γεγονός ότι ζουν πλέον εκεί και όχι με τις οικογένειές τους, θα αλλάξουν ρόλους και θα βρουν, μέσα από αυτήν τη σχέση και την αγάπη που γνωρίζουν για πρώτη φορά, έναν καλό λόγο για να δουν με πιο “συμπάθεια” τις ζωές τους.

When you were here before
Couldn’t look you in the eye
You’re just like an angel
Your skin makes me cry
You float like a feather
In a beautiful world

I wish I was special
You’re so fuckin’ special

But I’m a creep, I’m a weirdo
What the hell am I doing here?
I don’t belong here

Στίχοι από το Creep των Radiohead (με αυτό μας συστήθηκαν το φθινόπωρο του 1992, πριν κυκλοφορήσουν το αριστουργηματικό “Pablo Honey” λίγους μήνες μετά, και που για κάποιον λόγο το αισθάνομαι πολύ δικό μου…), που ακούγονται στα μέσα της παράστασης. Περιγράφουν τον εσωτερικό κόσμο της – ήθελε να γίνει τραγουδίστρια, να παίζει σε μεγάλα κοινά, να λατρεύει τη μουσική της ο κόσμος και, αντ’αυτών, κομμένα φτερά, νευρική ανορεξία, αδυναμία να εμπιστευτεί κανέναν. Μιλάνε και για το πώς νιώθει και το αγόρι – δεν ανήκει ούτε αυτός εκεί· θα γινόταν σκηνοθέτης, θα βραβευόταν όπως το ίνδαλμά του, ο Μπενίνι, στα Οσκαρ, θα γνώριζε πολλούς και σημαντικούς ανθρώπους, που θα τον αποθέωναν για τις ταινίες του, μέχρι που η διάγνωση μιας μανιοκατάθλιψης, άλλαξε όλον τον χάρτη και έφτιαξε μια νέα “κανονικότητα”, στην οποία αμύνεται με μια πρωτοφανή εξωστρέφεια και έναν λόγο αισιοδοξίας πως όλα στο τέλος θα πάνε καλά.

Η γενιά των millennials (τα παιδιά που γεννήθηκαν στην αλλαγή της χιλιετίας και λίγο μετά) δεν έχει εικόνα για την προψηφιακή εποχή, χωρίς “έξυπνα” τηλέφωνα, ηλεκτρονικά καταστήματα, βινύλια-κασέτες και άλλα που εμείς ζήσαμε και αγαπάμε να μιλάμε για αυτά και πολλές φορές ακόμη χρησιμοποιούμε. Είναι μια φουρνιά ανθρώπων εξαιρετικής ευφυΐας, με πληθώρα πληροφορίας, που συχνά δεν προλαβαίνουν ούτε να αφομοιώσουν ούτε να επεξεργαστούν, με μια δική τους γλώσσα και έναν κώδικα αξιών, που μοιάζει αλλιώτικος από τους παλιότερους, αλλά μάλλον δεν είναι… Είναι άνθρωποι που κληρονόμησαν μια ”fucked–up” κατάσταση, που δεν υπάρχει κανένα εγχειρίδιο χρήσης και πολλοί βρίσκονται υπόλογοι γι’αυτήν και από κατήγοροι ως έπρεπε, σε θέση θύτη και απολογούμενοι.

Αυτά τα παιδιά και όλον το προβληματισμό τους, προσεγγίζει η παράσταση στο θέατρο Άλφα – δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως το απόγευμα τους Σαββάτου που την παρακολουθήσαμε, βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό πολλά άτομα νεαρής ηλικίας (που δεν τους συναντάς συχνά στο θέατρο, έως καθόλου) και 2 καθηγήτριες με μαθητές τους (που έφεραν να δουν όλοι μαζί το έργο). Με μια γλώσσα που ξεφεύγει από τα στερεότυπα της θεατρικής πράξης, αλλά είναι ζωντανή και σημερινή, μιλάει για άβολες αλήθειες (για τους μεγαλύτερους, σίγουρα) και ανοίγει ένα παράθυρο σε έναν κόσμο που είναι διαφορετικός και είναι γεμάτος απόρριψη, απογοήτευση, ανασφάλειες, φόβο για το μέλλον, τρόμο για το συναίσθημα· σίγουρα, αρκετοί εξ υμών έχουμε μια επιφανειακή γνώση και μια επικριτική στάση. Όταν μου είπαν πρώτη φορά στα 20 κάτι επικριτικό, πείσμωσα και βάλθηκα να αποδείξω ότι κάνουν λάθος… είχα τον χώρο, τον χρόνο και τις ευκαιρίες να το κάνω και να απολαύσω τους καρπούς της επιτυχίας μου – σήμερα δεν μπορώ να κρίνω κάποιον με γνώμονα αυτό που έκανα εγώ πριν 25 χρόνια και να τον ψέξω, γιατί καταρρεύσε το μέσα του και είναι σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση, γιατί μάλλον δεν έμαθε από κανέναν πώς να διαχειριστεί κάτι τέτοιο και δεν ήταν προετοιμασμένος για μια τέτοια βαρβαρότητα, που σε μια politically correct εποχή, όπως σήμερα (άλλο ανέκδοτο κι αυτό), δεν θα έπρεπε να συμβαίνει.

Αυτό συμβαίνει στην ευαίσθητη ηρωίδα του έργου, που ερμηνεύει με εκφραστικότητα η Αφροδίτη Λιάντου, η οποία είναι ενα περιχαρακωμένο κορίτσι στις αρνήσεις που εισέπραξε και στους προσωπικούς της δαίμονες, που δεν την αφήνουν να δει την ομορφιά που την περιβάλλει. Με αυθεντικότητα στο παίξιμό της, συγκινεί και μας αναστατώνει στις στιγμές που μονολογεί την ιστορία πίσω από τον εγκλεισμό της στην κλινική. Ο Διονύσης Παπανδρέου, στην πρώτη του θεατρική δουλειά, είναι εντυπωσιακός! Τραβάει τα βλέμματα από τις πρώτες του σκηνές και συνεχίζει, ενώ φτιάχνει κόσμους για να δραπετεύουν από τους τέσσερις τοίχους του ιδρύματος και διαχειρίζεται με άνεση την αλλαγή του ήρωά του και τη μετάβαση από το φως στο σκοτάδι. Σε όλο αυτό αναγνωρίζουμε την πολύ καλή δουλειά που έχει κάνει σκηνοθετικά η Θάλεια Ματίκα, που δούλεψε πολύ με τους δύο νέους ηθοποιούς και έβγαλε όλα τα μηνύματα του λόγου του κειμένου του Τάσου Ιορδανίδη, αποδίδοντας μια παράσταση δυναμική και ταυτόχρονα έντονα συγκινησιακή και επίκαιρη.

Το λιτό σκηνικό, δια χειρός Κωνσταντίνου Σκουρλέτη, δίνει την αίσθηση του περιορισμού και της ασφυξίας, ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύεται πολυχρηστικό, καθώς “μεταμορφώνεται” σε πολλά από εκείνα τα μέρη που “ταξιδεύουν” οι δύο ήρωες. Τα ρούχα τους πολύ ταιριαστά στην ηλικία και τον χαρακτήρα τους, ενώ η μουσική επιμέλεια της Αφροδίτης Λιάντου (η ίδια τραγουδά και τις διασκευές που ακούγονται) κρίνεται επιτυχημένη και σύμφωνη με τα ακούσματα αυτής της γενιάς. Τέλος, οι βιντεοπροβολές, που επιμελήθηκε ο Γιώργος Αποστολόπουλος, που συνοδεύουν διαστήματα σκέψεων ή σιωπών, μας βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα τον ψυχισμό των δύο έγκλειστων νέων.

Η παράσταση καταφέρνει να μιλήσει στους νεότερους με επιτυχία και να τους πει ότι κάποιος αναγνωρίζει τα προβλήματά τους και αντιλαμβάνεται ότι το λάθος δεν είναι καθόλου δικό τους. Πέραν αυτού, χτυπάει το καμπανάκι και στους γονείς αυτών των παιδιών ή τους μεγαλύτερους, που δεν έμαθαν ή δεν έχουν χρόνο ώστε να ακούσουν και να γνωρίσουν τι συμβαίνει στα παιδιά αυτά. Ακόμη κι αν φαντάζει δύσκολο, θεωρητικά οφείλουμε να προσεγγίσουμε τους νεότερους ανθρώπους και τους συμπεριφερθούμε ως ίσους, μαθαίνοντας τις ανάγκες τους και δείχνοντας ενδιαφέρον ουσιαστικό, αφήνοντας στην άκρη τον μανδύα του “έχω για όλα μια γνώμη και μια απάντηση”, αντιλαμβανόμενοι και αποδεχόμενοι πως αυτόν τον κόσμο κάποιοι άλλοι τον διαμόρφωσαν και εμείς τον συντηρούμε, και να μην μας φοβίζει αυτό που οι νεοι ζητάνε να αλλάξουν. Και για τους νέους, αν υπάρχει κάποιο μήνυμα, αυτό είναι να μην φοβούνται να μιλάνε και να μην αφήνουν το όποιο κακό να τους απορροφά και να τους κυριεύει – η ζωή είναι ωραία, έξω από λευκά δωμάτια και αγωγές και ψηλούς φράχτες.

Ιδανικά, θα ήθελα να την είχα δει σε μια μικρότερη αίθουσα, με το κοινό να έχει μικρή απόσταση από τους ηθοποιούς, γιατί νομίζω πως έτσι θα ήταν ακόμη πιο δυνατή η εμπειρία και τα μηνύματά της θα ακούγονταν πιο φωναχτά, ώστε να μην υπάρχει κανείς που να έχει αμφιβολία για το τι παρακολούθησε (πράγμα αδύνατον, αλλά ποτέ δεν ξέρεις…).

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Δεκέμβριος 2023

Written by: Sin Radio

Sin Radio
0%