play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Άσπρο Μαύρο’ στο Θέατρο Επί Κολωνώ

today14 Μαρτίου, 2026

Φόντο
share close

Στην τρυφερή ηλικία των 10 ετών, είχα την ευτυχία να ζήσω τα εγκαίνια ενός πολιτιστικού κέντρου, στη θέση μια τρισάθλιας παιδικής χαρας που υπήρχε εκει – το μεγαλοπρεπές νεόδμητο κτήριο, διέθετε λέσχη φιλίας για ηλικιωμένους, κέντρο νεότητας με πλήθος δραστηριοτήτων (δανειστική βιβλιοθήκη, μαθήματα για σκάκι, τραπέζι πινγκ πονγκ, επιτραπέζια παιχνίδια κ.ά.) για παιδιά μέχρι την εφηβική ηλικία, αμφιθέατρο που προβάλλονταν ταινίες και φιλοξενούνταν θεατρικές παραστάσεις, τμήματα με μαθήματα δεξιοτήτων για ενηλίκους και παιδιά, και μια παιδική χαρά στο υπαίθριο ισόγειο, σαφώς αναβαθμισμένη από την προηγούμενη. Το κέντρο νεότητας έγινε αγαπημένος προορισμός όλων μας και ξοδεύαμε εκεί σχεδόν όλον τον διαθέσιμο ελεύθερο χρόνο μας – αγαπημένη μου στιγμή ήταν τα μαθήματα για σκάκι του Σαββάτου. Εκεί, ο εκπαιδευτής μας, ο κύριος Γιάννης, παλιός πρωταθλητής Ελλάδας σε νεαρή ηλικία, μας έβαλε στον μαγικό κόσμο του, προσπαθώντας να μας μάθει πως, πίσω από το παιχνίδι, υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο από τη στρατηγική να κερδίσεις αυτόν που κάθεται απέναντί σου. Το σκάκι με τα ασπρόμαυρα τετράγωνά του και τα αντίστοιχα πιόνια-κομμάτια του, ήταν ένας πολύτιμος οδηγός για να αντιμετώπισεις τη ζωή, ως ενήλικος. Αποδείχτηκε πως είχε δίκιο….

Σημειολογικά, χρησιμοποιούμε την έκφραση “Άσπρο-Μαύρο” για να δείξουμε την απόλυτη αντίθεση σε συνθήκες ή ανθρώπους που έχουν ιδιότητες που έρχονται σε αντιπαράθεση, καθώς είναι εκ διαμέτρου σχεδόν πάντα αντίθετες. Είναι και ο συμβολισμός της αντίθεσης φωτός – σκοταδιού και όσων συνδέονται με το καθένα εξ αυτών. Στο έργο “Άσπρο Μαύρο” του Αμερικανού λογοτέχνη Κόρμακ ΜακΚάρθι, υπάρχουν όλα αυτα που προανέφερα – και η αντίθεση φωτός-σκοταδιού και μια παρτίδα σκάκι με άσπρα και μαύρα κομμάτια. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι πως έχει αντιστρέψει τους ήρωες – ο “μαύρος” είναι ο φορέας του φωτός και ο “λευκός” εκείνος που κουβαλάει το σκοτάδι. Και η παρτίδα μεταξύ των δύο, δίνεται στο διαμέρισμα του πρώτου.

Λίγη ώρα νωρίτερα, ο Μαύρος έχει αποτρέψει την αυτοκτονία του Λευκού, τραβώντας τον λίγο πριν πέσει στις γραμμές του μετρό. Ο Λευκός αποκαλύπτεται πως είναι καθηγητής στο τοπικό πανεπιστήμιο και δεν αισθάνεται καθόλου χαρούμενος για αυτό που έχει συμβεί. Ο συνομιλητής του, είναι πρώην κατάδικος, που εξέτισε 7 χρόνια στη φυλακή για ανθρωποκτονία και εκεί μέσα συνάντησε τη θεία χάρη και αντιλήφθηκε την αξία της ζωής και της πίστης στον Θεό. Ξεκινά να μιλάει στον άθεο καθηγητή και επιχειρεί να τον πείσει για την ομορφιά του να είσαι ζωντανός και πως η ζωή έχει νόημα. Τα επιχειρήματά του δείχνουν πως παίρνει το πάνω χέρι στον διάλογο, αφού είναι λογικά και στηρίζονται σε απτά παραδείγματα. Ο αντίλογος του Λευκού-καθηγητή, ισορροπεί τα δεδομένα, παρότι είναι μια πεσιμιστική κοσμοθεωρία, με βασικό άξονα πως η ζωη είναι μια ματαιοπονία, χωρίς την παραμικρή πιθανότητα ευτυχίας ή λύτρωσης. “Δεν περνώ μια άσχημη μέρα, περνώ μια άσχημη ζωή”, θα αναφωνήσει, συμπυκνώντας σε μια πρόταση όλα όσα τον οδήγησαν στην απόφασή του.

Όσο συνεχίζεται η προσπάθεια του πρώην κατάδικου να μεταπείσει τον καθηγητή και ταυτόχρονα η απόκρουση από εκείνον με τα δικά του πιστεύω, γινόμαστε μάρτυρες μιας βαθιάς συζήτησης πάνω στα υπαρξιακά ζητήματα που απασχολούν το σύνολο της ανθρωπότητας. Το φτωχό διαμέρισμα του Μαύρου γίνεται τόπος μιας μάχης για το νόημα της ζωής και το αν πραγματικά υπάρχει. Η άρνηση του Μαύρου να αφήσει τον Λευκό να φύγει, ερμηνεύεται αντιστοίχως από κάθε ήρωα – για τον έναν είναι μια πράξη αγάπης, μια φιλική χειρονομία σε κάποιον που μόλις γνώρισε και η ανάγνωσή του είναι πως την έχει ανάγκη, και για τον άλλον μια εγωιστική και καθόλου αλτρουιστική ενέργεια, εμποτισμένη με την ενοχή μιας υποτιθέμενης ευθύνης για κάτι που θα μπορούσε να αποτρέψει και δεν το έκανε. Στο επόμενο επίπεδο, η συζήτηση πηγαίνει σε πιο θεολογικά ζητήματα, αναδεικνύοντας, στον μέγιστο βαθμό, τις διαφορές των δύο ηρώων και τοποθετώντας ερωτήματα που μένουν επί της ουσίας αναπάντητα, αφού σκοπός του έργου δεν είναι να δώσει απαντήσεις, αλλά να προβληματίσει. Στο τέλος της μέρας, έχουν αντιληφθεί πως ξεκινούν από δύο διαφορετικές αφετηρίες, σε δύο παράλληλες τροχιές, που συναντηθήκαν τυχαία σε μια αποβράθρα ενός σταθμού, η οποία θα υπάρχει συνέχεια εκεί και στο διάστημα που μιλούσαν πιθανόν κάποιος άλλος να έπεσε στις γραμμές και να μην υπήρχε κανείς να τον τραβήξει… Ο καθηγητής αποχωρεί από το διαμέρισμα, αφήνοντας πίσω του μια ζοφερή ατμόσφαιρα και έναν άνθρωπο που αισθάνεται πως δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την αποστολή του – μπορείς όμως να τους σώσεις όλους ή, πιο σωστά, έχεις τη δυνατότητα να σώσεις κάποιον που έχει κατασταλάξει πως η μόνη επιλογή είναι η φυγή, καθώς δεν αξίζει το δώρο της ζωής;

Το έργο είναι ένας πυκνός φιλοσοφικός διάλογος, μια λεκτική αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τη ζωή και, στην αρχική του μορφή, είναι ένα βιβλίο και όχι ένα καθαυτό θεατρικό κείμενο. Επίσης, ο συγγραφέας του είναι Αμερικανός, που πιστεύει σε ένα άλλο χριστιανικό δόγμα, με χαρακτηριστικά την εκπορευόμενη από τη Βίβλο ηθική και την υπαρξιακή ενοχή που αποτελεί δομικό στοιχείο των ανθρώπων και γι’αυτό στο ελληνικό κοινό, που έχει μια άλλη κατήχηση, κάποια σημεία του κειμένου ίσως να ξένιζαν. Ο Αντώνης Καφετζόπουλος, που επιμελήθηκε τη μετάφραση και τη δραματουργική επεξεργασία, δεν επιχείρησε να προσαρμόσει στη δικη μας κουλτούρα το έργο, αλλά το άφησε ως έχει και επέλεξε σκηνοθετικά να μείνει πιστός στο κείμενο, δουλεύοντας τις ερμηνείες των δύο χαρακτήρων. Έτσι, κατόρθωσε να αμβλύνει όσα είναι ξένα για το ελληνικό κοινό, θεολογικά και πολιτισμικά, δημιουργώντας δύο πολύ ισχυρούς σκηνικούς χαρακτήρες.

Ο ίδιος, στον ρόλο του Λευκού, είναι εντυπωσιακός, καθώς παρουσιάζει έναν άνθρωπο κυνικό με ψυχρή λογική, χωρίς καμία συναισθητική προβολή, απόλυτο στην ιδεολογία του, με μια λεπτή ειρωνεία στον λόγο του, που πίσω της κρύβει μια αβάσταχτη μελαγχολία, σε συνδυασμό με μια γενικότερη κόπωση, που τον έχουν οδηγήσει στο χείλος του γκρεμού, όπως πιστεύει. Έχει αποδεχτεί την “ήττα” του ως έμβυο ον και γι’ αυτό χρησιμοποιεί ήπιους τόνους στην εκφορά του λόγου, συνδυαστικά με αυτοσαρκαστική διάθεση – ο θεατής βλέπει ένα μυαλό που κάποτε έλαμπε, σε πλήρη αποδρομή, και τονίζεται ανάμεσα στον οίκτο και τον θυμό γι’ αυτό το πρόσωπο. Στη δημιουργία αυτών των συναισθημάτων, βοηθά πολύ η ερμηνεία του Ζερόμ Καλούτα, ως Μαύρος. Είναι ένας φωτεινός άγγελος, γεμάτος αισιοδοξία και καλοσύνη, τρυφερός και επικοινωνιακός, με λεπτό χιούμορ, που σπάει τις εντάσεις και με μια πολύ βαθιά πίστη. Σε κάθε του κίνηση και πρόταση, μπορείς να διακρίνεις την ειλικρίνεια να ξεχυλίζει και αντιλαμβάνεσαι πως αυτός είναι ένας άνθρωπος που κουβάλαει τις αμαρτίες και τις κακές του στιγμές, ως παράδειγμα αποφυγής, και προσπαθεί με κάθε δυνατό τρόπο, μέσω του καλού που επιθυμεί να κάνει στην κοινωνία, να λάβει ένα ψίγμα εξιλέωσης. Οι δυο τους κρατάνε, με τον σπινθιροβόλο διαλογό τους, τον θεατή προσηλωμένο – κάτι αξιοσημείωτο, αφού έχουμε ένα έργο διαλεκτικής αντιπαράθεσης με μηδενική δράση, σε μια παράσταση που οι συγκρούσεις πίστης-αθεΐας, λογικής-συναισθήματος, ελπίδας-πεσιμισμού, προβάλλουν πανανθρώπινα υπαρξιακά ζητήματα, χωρίς να γέρνει η πλάστιγγα υπέρ κανενός εκ των ηρώων και διατυπώνουν το διαχρονικό ερώτημα για την αξία της ζωής και αν υπάρχει πραγματικό φως, κάπου μες στο σκοτάδι που νιώθουμε ότι κατακλυζόμαστε. Ο σκηνικός χώρος του διαμερίσματος, από τον Γιώργο Χατζηνικολάου, σε συνδυασμό με τον φωτισμό του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, συμβάλλουν στην αίσθηση του εγκλωβισμού, που μεγεθύνει ακόμα περισσότερο την αντιπαλότητα των δύο.

Το “Άσπρο Μαύρο”, στο Θέατρο Επί Κολωνώ, είναι μια παράσταση που ξεπέρασε τις προσδοκίες μας πριν την θέασή της, με τις ερμηνείες και τα μηνύματά της, μια φιλοσοφική μάχη που δεν είναι ξένη από όλους εμάς, αφού η αναζήτηση του σκοπού της αποστολής μας (αν αυτή υπάρχει) για την παρουσία μας στη γη, είναι διαρκής και όπως κι ο αγώνας για την ορθή επούλωση των όποιων τραυμάτων κουβαλάμε μέσα μας και για την εξιλέωση τυχόν αμαρτημάτων που έχουμε υποπέσει. Το βέβαιο συμπέρασμα είναι πως στο τέλος της παράστασης δύσκολα κάποιος θα συμφωνήσει με την άποψη του Λευκού “η ευτυχία είναι ασύμβατη με την ανθρώπινη κατάσταση”, γιατί μάλλον οι περισσότεροι έχουμε πολλά παραδείγματα που αποδεικνύουν το αντίθετο.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Φεβρουάριος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio