play_arrow

keyboard_arrow_right

Listeners:

Top listeners:

skip_previous skip_next
00:00 00:00
chevron_left
volume_up
  • play_arrow

    Sin Radio Listen, don't just hear!

ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ

Είδαμε την παράσταση ‘Ας Περιμένουν οι Γυναίκες’ στο Θέατρο Ψυρρή

today16 Μαρτίου, 2026

Φόντο
share close

μπατζανάκης > (άμεσο δάνειο) τουρκική bacanak
(οικογένεια) άνδρας που τον συνδέει εξ αγχιστείας συγγένεια με άλλον άνδρα ως σύζυγοι δύο γυναικών που είναι αδελφές.

Η λέξη μπατζανάκης ήταν μία από τις πολλές που ακούγαμε μαζί με τον αδερφό μου ως παιδιά και βρίσκαμε ιδιαιτέρως αστεία!

Φυσικά, η μητέρα μας προσπαθούσε να μας εξηγήσει τη σημασία πολλών από αυτές, με τραγικά για την ίδια αποτελέσματα, συνήθως, αφού οι εξηγήσεις μας έδιναν αφορμές για περισσότερη πλάκα, παρασέρνοντας και την ίδια, που γελούσε και αναφωνούσε “τι παιδιά, Θεέ μου, θα βγάλω στον κόσμο!” (ακόμη το λέει, καθώς δεν ακολουθήσαμε κανένα από τα όνειρά της για μας, αλλά χαράξαμε τις δικές μας πορείες.)

Μια ακόμη συνθήκη που μας προκαλούσε γέλιο, στην ίδια ηλικία, ήταν τα τηλεφωνήματα του πατέρα μας στον άνδρα της αδερφής του και θείας μας (και συνέταιρό του, επίσης), την περίοδο που βρισκόμασταν όλοι μαζί στο σπίτι στο νησί, περιμένοντας πότε θα έρθει κι εκείνος να ενωθεί με την οικογένειά του. Κρυβόμασταν στο δωμάτιο, δίπλα στο τηλέφωνο και διασκεδάζαμε απίστευτα με τις φωνές του και τα όσα έλεγε, όπως ότι έχει γίνει ταξιτζής και παιδονόμος 4 παιδιών, γιατί η αδερφή του δεν ασχολιέται με τα δικά της καθόλου, ότι θα τον καρφώσει για τα γκομενιλίκια που έχει βαφτίσει δουλειά και δεν έχει έρθει ακόμη (ούτε αυτό γνωρίζαμε τι ήταν, αλλά μας φαινόταν πολύ αστείο – όταν του είπαμε πως το ακούσαμε τάχαμου τυχαία, μας έδωσε έξτρα χαρτζηλίκι για να μην το πούμε πουθενά…), ότι κουράστηκε να τον ξεμπλέκει απ’ ό,τι βλακεία κάνει και άλλα διάφορα.

Μεγαλώνοντας, απέκτησα μια αγάπη για τα θεάματα, παράλληλα με αυτήν για τη μουσική, και έτσι, όταν γνωρίστηκα με τη σύντροφό μου, εν έτει 1993, βρήκα έναν άνθρωπο με κοινά γούστα, οπότε ξοδεύαμε τον ελεύθερο χρόνο μας, παρακολουθώντας ταινίες και επιλεγμένες θεατρικές παραστάσεις. Έχοντας και τη συνήθεια να κρατάμε εισιτήρια, προγράμματα και συνοδευτικά flyers ταινιών (ναι, στα 90s υπήρχαν κι αυτά), βρεθήκαμε, όταν συγκατοικήσαμε, να έχουμε ένα απίστευτο αρχείο από εκείνα τα χρόνια.

Αρχές της φετινής χρονιάς, συμπτωματικά, αναζητώντας κάτι, βρέθηκαν στα χέρια μου, τα εισιτήρια και το φυλλάδιο του φιλμ, “Ας Περιμένουν οι Γυναίκες”, από το μακρινό 1998! Λατρεμένη ταινία, και θυμάμαι πως πήγα το κορίτσι σχεδόν με το ζορι να τη δούμε, γιατί δεν γνώριζε τον σκηνοθέτη, αλλά βγήκε από την αίθουσα κατενθουσιασμένη! Συμπτωματικά, λίγες μέρες αργότερα, ήρθε και το μήνυμα ότι η εν λόγω ταινία γίνεται θεατρικό και ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη – γιατί, ρε παιδιά, Θεσσαλονίκη; Επειδή, κάποιες φορές, πιστεύω πως αυτός που κάνει πλάκα με τα απίθανα που στέλνει στη ζωή μου, κατά βάθος μάλλον με αγαπάει, φρόντισε η παράσταση να έρθει και στην Αθήνα. Χαράς ευαγγέλια και πάμε να βρούμε μια βολική Κυριακή για να την παρακολουθήσουμε. Παρκάραμε δίπλα σχεδόν στο θέατρο Ψυρρή – καλό σημάδι, είπε το κορίτσι, και συμφώνησα. Μπήκαμε στην αίθουσα και καθίσαμε, και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό μου – το βανάκι που έγραφε Xυτήρια Μακεδονίας, ολοζώντανο επί σκηνής!

Για τους μη γνώστες (αν υπάρχουν, φυσικά) να πούμε εν τάχει την ιστορία. Δύο μπατζανάκηδες, ο Μιχάλης και ο Πάνος, μικροβιοτέχνες από τη Θεσσαλονίκη, κλείνουν για τον Αύγουστο το εργαστήριό τους και ξεκινούν για τη Θάσο, όπου βρίσκονται ήδη οι γυναίκες και τα παιδιά τους, μαζί με τα πεθερικά, υπό τη φροντίδα του τρίτου γαμπρού της οικογένειας, Αντώνη, που έχει παντρευτεί την τρίτη αδερφή. Στον δρόμο συναντούν μια όμορφη κοπέλα, που συνοδεύει έναν περίεργο τύπο και τους ρωτάει αν πηγαίνουν καλά για Καβάλα. Ο Πάνος, στη θέασή της, παθαίνει κάτι σαν έρωτα και, όταν το κορίτσι μπαίνει στο αυτοκίνητο του τύπου και φεύγει, πέφτει στην παρακείμενη λίμνη Βόλβη για να πνιγεί! Ο Μιχάλης που πάντα είναι ο φύλακας-άγγελός του, τον σώζει και αποφασίζει να κατασκηνώσουν εκεί, μέχρι να συνέλθει ο Πάνος. Συντροφιά τους είναι η κυρία Σουλτάνα, μια σουρεαλιστική περσόνα, που λειτουργεί μια φορητή καφετέρια και τους ψυχαγωγεί με το cd player της, με τραγούδια επιτυχίες της εποχής, και όχι μόνο, και η Κλυταιμνήστρα, μια νοσοκόμα, που αναλαμβάνει να κουράρει τον Πάνο.

Στα επαναλαμβανόμενα τηλεφωνήματα από τις οικόγενειες, ο Μιχάλης βρίσκει κάθε απίθανη δικαιολογία για την καθυστέρηση, μέχρι που ζητάει τη συνδρομή του Αντώνη, ομολογώντας του τι έχει συμβεί πραγματικά. Ο Αντώνης, πολιτευτής με το τότε Πασόκ, είναι ένας τύπος που έχει βρει την άκρη και, καθώς είναι χωμένος παντού, βοηθάει όλο το σόι, με κάθε πιθανό τρόπο. Φτάνοντας εκεί και εξετάζοντας την κατάσταση, υποπέπτει στο ίδιο με τον Πάνο, μόλις γνωρίζει τη νοσηλεύτρια, με την οποία φεύγει για το Πόρτο Καρράς! Οι δύο σύγαμπροι τον ακολουθούν και, μετά από μια σειρά απίθανων καταστάσεων, τον πείθουν ότι το σωστό είναι να πάνε στη Θάσο που περιμένουν οι δικοί τους. Συμφωνούν, όμως, να το κάνουν με ρέγουλα και χωρίς βιασύνη και ας περιμένουν λίγο κι αυτές οι γυναίκες τους!

Αμφιβολίες για το τι θα δούμε δεν είχα – εμπιστεύομαι πολύ τον Βαγγέλη Λάσκαρη για τη δουλειά του (έχω δείγμα από προηγούμενή του δουλειά, με το “Μια μέλισσα τον Αύγουστο”), όμως το αποτέλεσμα τρύπησε το ταβάνι των προσδοκιών μου! Το αντικειμενικά δύσκολο με αυτό το έργο, είναι να μεταφερθεί και αποδοθεί όλη αυτή η ατμόσφαιρα και να απεικονιστεί εκείνη η εποχή, που, για εμάς που τη ζήσαμε, φαντάζει μακρινή και πολύ πρόσφατη ταυτόχρονα, αλλά και για το κοινό που δεν γνωρίζει το φιλμ ή δεν έχει γνώση του τότε, λόγω ηλικίας, παρά μόνο από κείμενα και διηγήσεις.

Είναι μια φαινομενικά ελαφριά κωμωδία, που, πίσω από την πρώτη εντύπωση, κρύβει ένα αιχμηρό σχόλιο για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση της περιόδου εκείνης και μια σπουδή πάνω στην αντρική μοναξιά (υπάρχει κι αυτό), τους συμβιβασμούς και τη ρουτίνα που μπλέκεις, όταν μπεις σε μια σύμβαση – τη μυρωδιά της ναφθαλίνης που έχεις στη μύτη σου, όταν θυμάσαι ποιος ήσουν πριν δεχτείς να βάλεις στην άκρη όλες τις επιθυμίες σου και να “παντρευτείς”, πέρα από την κοπέλα και όλο το σόι της, και την ανάγκη να βρεθεί λίγος ελεύθερος χώρος για να κάνεις μια αταξία, προτού ξαναβυθιστείς στα ίδια…

Στην παράσταση παρακολουθούμε όλο αυτό, μέσα από έναν παραμορφωτικό φακό, που εκτοξεύει σε άλλα ύψη το σουρεάλ του πράγματος. Οι δύο μπατζανάκηδες ξεκινάνε, δηλώνοντας ευτυχείς στον περίγυρο, για να πάνε στις οικογένειές τους, ενώ πραγματικά δεν τρελαίνονται που θα ξαναζήσουν το ίδιο προκάτ καλοκαίρι, αλλά δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Στη διάρκεια της διαδρομής, θα δημιουργήσουν μια εσοχή, όπου η αυθεντικότητα, το παράλογο, το παραμύθι και ό,τι άλλο φαντάζονται, βρίσκονται εκεί και είναι μόνο δικά τους. Με μια υπόγεια συνειδητοποίηση πως όλο αυτό έχει ημερομήνια λήξης – άλλωστε δεν επιθυμούν να διαγράψουν τα πάντα με μια μολυβιά· κάνουν μικρά βήματα διαφυγής για όσο τους παίρνει, σε μια ψευδαίσθηση ελευθερίας. Ό,τι τους παρασύρει, είναι φευγαλέο και άπιαστο και χρωματίζει την ασπρόμαυρη ζωή τους. Όλη η αλήθεια τους βρίσκεται στην ατάκα του Μιχάλη “Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε, ποτέ όμως.”

Τρεις διαφορετικοί άνθρωποι, που η μοίρα τούς ένωσε σε μια μεγάλη οικογένεια και πορεύονται παρέα, με τη ζήλια και την αγάπη να συνυπάρχουν στη σχέση τους. Ο Πάνος, ενσαρκωμένος απίστευτα από τον Τάσο Τζιβίσκο, που έβγαλε εύγλωττα όσα είναι ο ήρωας, ένας κατά φαντασίαν αδικημένος και στερημένος μεγαλείων, που, για άγνωστους και στον ίδιο λογους, η τύχη στερεί, με λαχτάρα για μια διαφορετική ζωή, που κάπου εδώ γύρω είναι, αλλά ποτέ δεν του “κάθεται” και ως “ερωτοχτυπημένος” έβγαλε ενέργεια, πάθος, απολαυστικά ξεσπάσματα, μέσα από μια πηγαία κωμική ερμηνεία.

Ο Πέτρος Λαγούτης, ως ο μετρημένος Μιχάλης, ο άνθρωπος που έχει αποδεχτεί τον δεύτερο ρόλο και πάντα τρέχει να μαζέψει τα χυμένα γάλατα των άλλων, έχει χιούμορ, ενσυναίσθηση, ωραίο λόγο με στοιχεία αληθινής μαγκιάς και λογικής, ο ισορροπιστής ανάμεσα στους τρεις, είναι υπέροχος, απλά!

Ο «πασόκος» Νικόλας Βασιλειάδης είχε τον στόμφο και την πόζα του κλασικού λαμόγιου, μπαίνοντας στη σκηνή, και μεταλλάχθηκε υποδειγματικά σε έρμαιο του έρωτα, δίνοντας σε όλη την παρουσία του κι αυτός μια υπέροχη ερμηνεία.

Ευχάριστη έκπληξη η Αλεξάνδρα Μάγκου, στον ρόλο του κοριτσιού στη Βόλβη, αρχικά, και αναλαμβάνοντας, μετά, τη ζωντανή ερμηνεία των περισσοτέρων τραγουδιών της παράστασης.

Η Μαρία Γράμψα, θεάρα ως κυρία Σουλτάνα, και πολύ καλή η Νικίτα Ηλιοπούλου, στον ρόλο της νοσοκόμας.

Ενδιαφέρουσα η συμμετοχή, ως ένα διαφορετικό μουσικό διάλειμμα του Μιχάλη Χατζηαναστασίου, που έχει και τον ρόλο να παίζει ζωντανά, πλήκτρα και κιθάρα, στην παράσταση, ενώ έχει συνθέσει και την πρωτότυπη μουσική που τη συνοδεύει.

Σκηνοθετικά, ο Βαγγέλης Λάσκαρης πέτυχε να αποδώσει όλο το πνεύμα του έργου επί σκηνής, ακροβατώντας μεταξύ ρεαλισμού και σουρεαλισμού, χωρίς υπερβολές, και ακολουθώντας τον χαρακτήρα του κειμένου. Με τον ωραίο ρυθμό, τις γρήγορες εναλλαγές, που συνεπικουρούνταν από τις συνεχόμενες ατάκες των ηρώων και την πολύ καλή διδασκαλία του θιάσου, ανέδειξε την ατμόσφαιρα της εποχής, έφτιαξε ένα ζωντανό roadtrip, με στοιχεία μιούζικαλ, αφού η μουσική συχνά έπαιρνε ρόλο «δευτεραγωνιστή». Ανέδειξε το χιούμορ, τις ευαισθησίες, τα κρυφά απωθημένα των χαρακτήρων και το αινιγματικό τέλος, που δεν γνωρίζουμε πόσο περίμεναν εκείνες οι γυναίκες, με τρόπο υποδειγματικό, δημιουργώντας μια παράσταση που το κοινό περνάει κάτι περισσότερο από τέλεια.

Την ημέρα που πήγαμε στην παράσταση, ακολουθούσα μια αγωγή για τις ανοιξιάτικες αλλεργίες μου και η διάθεσή μου δεν συμβάδιζε με την εποχή. Όπως είπα, βγαίνοντας από το θέατρο, στο κορίτσι: “Μπήκα χειμώνας και βγήκα καλοκαίρι”. Είναι μια φανταστική, κυριολεκτικά, παράσταση, που αξίζει να τη δείτε, γιατί θα σας φτιάξει τη μέρα – αν γνωρίζετε την ταινία δεν θα απογοητευτείτε καθόλου, αν πάλι δεν την έχετε δει, θα αποκτήσετε, πέρα από καινούργιο στομάχι (από το γέλιο) και κίνητρο να την ανακαλύψετε. Όπως η τριάδα των νεαρών κοριτσιών, που κάθονταν δίπλα μας και, μετά την τελευταία υπόκλιση, με ρώτησαν πώς και γνώριζα όλα τα τραγούδια και αρκετές από τις ατάκες – τους είπαμε πως πρωτοείδαμε την ταινία, όταν κυκλοφόρησε το 1998, και έκτοτε την τιμούμε τακτικά με την παρακολούθησή της (εισπράξαμε και το κομπλιμέντο με την ερώτηση “καλά, πόσων χρονών ήσασταν τότε, μωρά;”) και υποσχέθηκαν να την ψάξουν να τη βρουν, για να τη δουν κι αυτές.

Περισσότερα εδώ.

Θοδωρής Κ., Μάρτιος 2026

Συντάχθηκε από: Sin Radio