Sin Radio Listen, don't just hear!
Η σκηνική αναβίωση του Αγαπητικού της Βοσκοπούλας, στο Θέατρο Ακροπόλ, επιχειρεί μια σύνθετη συνομιλία με ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα του νεοελληνικού δραματολογίου, αναδεικνύοντας τόσο τη λαϊκή του καταγωγή όσο και τη διαχρονική του δραματουργική δυναμική.
Με έντονα στοιχεία ειδυλλίου και λαϊκού μελοδράματος, ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας αποτυπώνει τον αγροτικό κόσμο μέσα από μια ρομαντική, αλλά και βαθιά κοινωνικά φορτισμένη ματιά. Το ομώνυμο θεατρικό έργο, του Δημήτρη Κορομηλά, γραμμένο στα τέλη του 19ου αιώνα, ανήκει στον πυρήνα της ελληνικής ηθογραφικής δραματουργίας και κινείται ανάμεσα στην αθωότητα της φύσης και τη σκληρότητα των κοινωνικών συμβάσεων, συγκροτώντας έτσι έναν δραματουργικό τόπο, όπου ο έρωτας δοκιμάζεται από διάφορες ταξικές και ηθικές αντιθέσεις.
Στη σύγχρονη εκδοχή, των Θοδωρή Οικονόμου και Γιάννη Καλαβριανού, το έργο μεταγράφεται σε ένα υβριδικό μουσικοθεατρικό γεγονός, όπου η παράδοση δεν αναπαρίσταται, αλλά επανανοηματοδοτείται, ενόσω η νέα δραματουργική επεξεργασία αξιοποιεί το αρχικό υλικό ως αφετηρία, για μια πιο αποστασιοποιημένη και ταυτόχρονα ποιητική ανάγνωση.
∞
«Από τον Όμηρο και μετά όλοι λέμε τις ίδιες ιστορίες.
Ελάτε μαζί μου για να πούμε ιστορίες, αλλά πρώτα διαλέξτε ένα αστέρι…»
Η ιστορία παραμένει πιστή στον βασικό της άξονα, όπου ένας αγνός, αλλά κοινωνικά «αδύναμος» έρωτας, ανάμεσα σε έναν νέο και μια βοσκοπούλα, έρχεται αντιμέτωπος με τις επιταγές της κοινότητας, την εξουσία και τις προκαταλήψεις, ενώ η δραματική ένταση προκύπτει από τη σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία και την κοινωνική επιβολή, οδηγώντας το έργο σε μια κορύφωση με έντονα μελοδραματικά χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, στη συγκεκριμένη παράσταση, η αφήγηση αποκτά μια μεταθεατρική διάσταση, με τους ηθοποιούς να κινούνται ανάμεσα σε ρόλους και αφηγηματικά επίπεδα, αποδομώντας εν μέρει τη γραμμικότητα της πλοκής.
∞
Η σκηνοθεσία του Γιάννη Καλαβριανού προσεγγίζει το έργο με εμφανή πρόθεση αποστασιοποίησης από τον ηθογραφικό ρεαλισμό. Αντί για μια αναπαραστατική αγροτική εικόνα, επιλέγει μια σκηνική λιτότητα που λειτουργεί ως πεδίο συμβολικών μετασχηματισμών. Τα λιτά, αλλά εύγλωττα, κινούμενα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη, συγκροτούν έναν ανοιχτό, ευέλικτο χώρο, επιτρέποντας τη συνεχή μετατόπιση ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ποιητικό επίπεδο. Ιδιαίτερα καθοριστική είναι η συμβολή της μουσικής του Θοδωρή Οικονόμου, η οποία δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο, αλλά ως οργανικό μέρος της δραματουργίας, ενώ οι μουσικοί επί σκηνής (Βαγγέλης Παρασκευαΐδης: Κρουστά – Βιμπράφωνο, Κώστας Φόρτσας: Γκάιντα – Κλαρίνο –Καβάλ, Δημήτρης Χουντής: Σοπράνο Σαξόφωνο – Φλογέρες, Παρασκευάς Κίτσος: Ηλεκτρικό Μπάσο, Κωνσταντίνος Τσιμπούκης: Μπάσο μπουζούκι), δημιουργούν ένα ηχητικό περιβάλλον που αντλεί από τη δημοτική παράδοση, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν, προσδίδοντας στο έργο μια διαχρονική υφή. Η κίνηση και η χορογραφία του Αλέξανδρου Κυριαζή ενσωματώνει διάφορα στοιχεία τελετουργίας, υπογραμμίζοντας έτσι τη συλλογική διάσταση της κοινότητας, ενώ οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου διαμορφώνουν μια ατμόσφαιρα που εναλλάσσεται ανάμεσα στη λυρικότητα και τη δραματική ένταση. Τα κοστούμια δε της Βάνας Γιαννούλα, κινούνται σε μια αισθητική που ισορροπεί ανάμεσα στο παραδοσιακό και το αφαιρετικό, αποφεύγοντας τη φολκλορική αναπαράσταση.
∞
Το σύνολο των ηθοποιών λειτουργεί με έντονη αίσθηση συλλογικότητας, στοιχείο που ενισχύει τη σκηνοθετική γραμμή.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος αποδίδει με στιβαρότητα και εσωτερική ένταση τον δραματικό πυρήνα του έργου, ενώ η Ελένη Ουζουνίδου διαχειρίζεται με ευαισθησία τη συναισθηματική διακύμανση του ρόλου της. Ο Μάρκος Παπαδοκωνσταντάκης και η Ασημένια Βουλιώτη συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της δραματουργικής ισορροπίας, ενώ οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Γιάννης Αναστασάκης, Γιώργος Γλάστρας, Στέλλα Αντύπα, Μαριάμ Ρουχάτζε, Ευσταθία Λαγιόκαπα, Χρήστος Γκρόζος, Φάνης Κοσμάς) συγκροτούν ένα σύνολο με συνοχή και ρυθμική ακρίβεια. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην παρουσία της Τάνιας Τσανακλίδου (στον ρόλο της κυρά Γιάννενας), η οποία λειτουργεί σχεδόν ως σκηνικός άξονας μνήμης και συγκίνησης, γεφυρώνοντας το παρελθόν με το παρόν της παράστασης.
∞
Η παράσταση του Αγαπητικού της Βοσκοπούλας δεν επιδιώκει μια νοσταλγική αναπαραγωγή του γνωστού έργου, αλλά μια σύγχρονη, στοχαστική επαναπροσέγγισή του. Μέσα από μια υβριδική σκηνική γλώσσα, όπου η μουσική, η κίνηση και ο λόγος συνυπάρχουν ισότιμα, το έργο επαναδιατυπώνει τα διαχρονικά του ερωτήματα γύρω από τον έρωτα, την κοινωνία και τη μοίρα.
Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα είναι μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη θεατρική αναζήτηση, προτείνοντας έναν νέο τρόπο πρόσληψης ενός κλασικού έργου, χωρίς να χάνει τη συναισθηματική του δύναμη.
Περισσότερα εδώ.
Έλενα Χατζοπούλου, Μάρτιος 2026
Συντάχθηκε από: Sin Radio
©2026 Sin Radio | made with ♥ and ♫ by dinatzv